12.9 C
Corfu
Παρασκευή, 1 Μαρτίου, 2024

Και Παύλος Καρρέρ στο επετειακό πρόγραμμα της ΕΛΣ

Δύο δημιουργίες του, ισχυρών κερκυραϊκών δεσμών, πρωτοπόρου της επτανησιακής μουσικής, ανεβαίνουν, σε νέα παραγωγή, Μάρτιο – Απρίλιο: «Δέσπω» και «Κυρά Φροσύνη».

ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ, ισχυρή «κερκυραϊκή» αναφορά του επετειακού προγράμματος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ) για τα 200 χρόνια απ’ την Επανάσταση του ’21, τη σημειώσαμε ήδη: «Ιουδήθ θριαμβεύουσα». Μία εκ των όλων˙ όχι η μόνη. Μια δεύτερη, εξαιρετικά εμφατική, εντοπίζεται στο καλαντάρι του Μαρτίου: όπερες Επτανησιακής Σχολής. Υπογραφή, Παύλος Καρρέρ…

Πράξη πρώτη, «Δέσπω» – σπονδυλωτή σύμπραξη με τους Ελληνικούς Χορούς του Νίκου Σκαλκώτα. Τέσσερις προγραμματισμένες παραστάσεις (5, 7, 24, 25 Μαρτίου – 19.30 και τις Κυριακές 18.30) στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος ΕΛΣ / Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, υπό την αιγίδα της Προέδρου της Δημοκρατίας, Κατερίνας Σακελλαροπούλου.

Πράξη δεύτερη, «Κυρά Φροσύνη».  Μία και μοναδική παράσταση, στις 25 Απριλίου (18.30), επίσης την Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος ΕΛΣ / Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Η ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΗ «πτυχή» της περίπτωσης, αφορά στην εν γένει σχέση του δημιουργού με το νησί. Ζακυνθινός μεν ο Καρρέρ (1829 – 1896)˙ ηγετική μορφή της επτανησιακής μουσικής και δημιουργός εθνικής όπερας και φωνητικής μουσικής βασισμένης σε ελληνικά θέματα, λιμπρέτα, στίχους. Αλλά με σειρά κερκυραϊκών δεσμών. Ενδεικτικά…

› Εδώ (εκτιμάται ότι) μαθήτευσε στο πλευρό του Νικολάου Μάντζαρου (1848), με τους δύο άνδρες να διατηρούν έκτοτε φιλική σχέση.

› Το πρώτο του έργο, «L’ Usignolo» (Το Αηδόνι), το έστειλε, δώρο, στην Επιτροπή της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας, η οποία, σε επιστολική απάντησή της, τον αναγόρευσε «επίτιμο εταίρο» της. Μεταγενέστερα (1890 – 1892), κι ενώ είχαν μεσολαβήσει αρκετές συνεργασίες, η «Παλαιά» θα τον αναγόρευε «επίτιμο μέλος» της.

› Το πρώτο ουσιαστικό βήμα καριέρας, η όπερα «Isabella d’ Aspeno», πρωτοπαίχτηκε στην Κέρκυρα (San Giacomo), το 1853, την περίοδο του καρναβαλιού. Με εκ νέου αφιέρωση στην «Παλαιά».

› Διαχρονικά, στο San Giacomo θα ανέβαζε και άλλα έργα του, όπως τις όπερες «Redidiva» (1857), «Fior di Maria» (1868) κ.λπ. Ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1850 εμφανίζεται να αναλαμβάνει χρέη καλλιτεχνικού πράκτορα του Θεάτρου.

› Ειδικά για την (μονόπρακτη) «Δέσπω», του 1875, ο Αθανάσιος Τρικούπης (*) σημειώνει πως «επέλεξε προς μελοποίηση τη δραματική πράξη “Ο ηρωικός θάνατος της Δέσπως και των νυφάδων της εις τον πύργον του Δημουλά” του επίσης Επτανήσιου καθηγητή υποκριτικής του Ωδείου (Aθηνών), Κερκυραίου, Αντωνίου Μανούσου (1822 – 1903)». Προσθέτοντας πως «όσον αφορά τη δραματική πράξη του Μανούσου, είναι βέβαιο ότι αυτός επηρεάστηκε από το ομώνυμο δημοτικό τραγούδι της Δέσπως, το οποίο άλλωστε βρίσκεται και στη συλλογή εθνικών τραγουδιών που ο ίδιος δημοσίευσε το 1850 στην Κέρκυρα».

Γράφει για το ανέβασμα της «Δέσπως» το επίσημο δελτίο Τύπου της ΕΛΣ…

«Παρά σκλαβιά τον θάνατο ο ήρως προτιμά», τραγουδά η Δέσπω λίγο πριν ανατινάξει τον πύργο του Δημουλά (Κάστρο Ρινιάσας) στο Ζάλογγο για να βάλει τέλος στη ζωή τη δική της, καθώς και της οικογένειάς της, προκειμένου να μην παραδοθούν στο τουρκικό στράτευμα του Αλή Πασά, στην τελευταία σκηνή του μονόπρακτου μελοδράματος «Δέσπω, η ηρωίς του Σουλίου».

Αν και πρόκειται για την τρίτη όπερα του Παύλου Καρρέρ (1829 – 1896), που βασίστηκε σε ελληνικό θέμα (προηγήθηκαν οι «Μάρκος Μπότσαρης» και «Η Κυρά Φροσύνη» και θα ακολουθήσει το τελευταίο του έργο «Μαραθών – Σαλαμίς»), διαβάζουμε στην πρώτη έκδοση του λιμπρέτου τον χαρακτηρισμό «Πρώτον Ελληνικόν τραγικόν Μελόδραμα» και αυτό αφενός, γιατί η πρωτότυπη γλώσσα του είναι τα ελληνικά –στις προηγούμενες δύο τα ελληνικά ήταν διασκευή της ιταλικής μετάφρασης–, αφετέρου γιατί τονίζεται ο ελληνικός χαρακτήρας και μέσω της μουσικής – ο «Ελληνικός μουσικός χρωματισμός σχετικός με το ύφος και την ενότητα του αντικειμένου», όπως γράφει ο ίδιος στην επιστολή του προς το Ωδείο Αθηνών, λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση του έργου του (Αύγουστος 1875).

Επιθυμία του Καρρέρ ήταν να ανεβεί το έργο του από τους σπουδαστές και καθηγητές του νεοϊδρυθέντος Ωδείου. Ωστόσο, λόγω οικονομικής και καλλιτεχνικής ανεπάρκειας των σπουδαστών του Ωδείου, ο Καρρέρ θα περίμενε αρκετά χρόνια μέχρι να ακούσει το έργο του από ιταλικό θίασο, στην ιταλική γλώσσα, στο Θέατρο «Απόλλων» της Πάτρας (Ιανουάριος 1883).

Δείτε τους συντελεστές της παράστασης, ΕΔΩ.

Και για την «Κυρά Φροσύνη»…

Σε μια επιστολή του προς τον Ανδρέα Λασκαράτο τον Οκτώβριο του 1859 ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γράφει σχετικά με την πρώτη μεγάλη ποιητική του σύνθεση Η Κυρά Φροσύνη, που εκδόθηκε το ίδιο έτος: «Μου εμπήκε στο κεφάλι να δώσω εις το έθνος μου ένα ποίημα, όπου να έχει χαρακτήρα ελληνικόν […]. Ηθέλησα να είναι κυρίως ιστορικό, διά να δύναται να είναι ωφέλιμο τουλάχιστο ως τοιούτο».

Μόλις εννιά χρόνια αργότερα, ο Ζακυνθινός ποιητής Ελισαβέτιος Μαρτινέγκος (1832-1885) διασκευάζει σε λιμπρέτο την Κυρά Φροσύνη του Βαλαωρίτη για να τη μελοποιήσει ο επίσης Ζακυνθινός Παύλος Καρρέρ (1829-1896) – τη δεύτερη μετά τον Μάρκο Μπότσαρη «εθνική όπερα». Την παρουσιάζει στο Θέατρο «Απόλλων» της Ζακύνθου στις 16 Νοεμβρίου 1868 με επακόλουθες παραστάσεις σε Πάτρα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια και άλλα κέντρα του ελληνισμού.

Πέρα από τα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 1801 και περιγράφονται στην όπερα –ο παράνομος έρωτας της Ευφροσύνης Βασιλείου με τον γιο του Αλή Πασά Μουχτάρ και το τραγικό της τέλος επειδή δεν ενέδωσε στο ερωτικό πάθος του Αλή– ο Καρρέρ τονίζει ιδιαίτερα τη σχέση πατέρα-γιου (Αλή-Μουχτάρ), οι οποίοι βρίσκονται αντίζηλοι για την ίδια γυναίκα, καθώς και τη μεταστροφή και μετάνοια της Φροσύνης, που αποφασίζει να εγκαταλείψει την άνομη ζωή της και να επιστρέψει στα παιδιά της με κόστος την ίδια της τη ζωή: «Ως Ελληνίς ατρόμητος, μετανοημένη, ελεύθερη, στο μνήμα να ταφώ!» λέει στη μεγάλη της άρια της Β΄ Πράξης. Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, στο πρόσωπο της μάρτυρος / ηρωίδας Φροσύνης συμβολίζεται ο ελληνισμός και η χριστιανοσύνη ενώ στο πρόσωπο του δυνάστη Αλή όλες οι συμφορές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του ισλαμισμού.

Ανεξάρτητα από το αν ο Καρρέρ γνώριζε την επιστολή του Βαλαωρίτη προς τον Λασκαράτο, το όραμά του ήταν ίδιο: όπερα με εθνικό περιεχόμενο και ιστορικό χαρακτήρα. Ο συνθέτης, βασισμένος στο τρέχον μουσικό ιδίωμα της ιταλικής οπερατικής γλώσσας –ιδιαίτερα του Βέρντι της περιόδου τoυ Risorgimento (της πολιτικής ένωσης της Ιταλίας)–, θα διαμορφώσει το προσωπικό του ύφος και θα βάλει τα θεμέλια για τη δημιουργία της ελληνικής όπερας.

Δείτε τους συντελεστές της παράστασης, ΕΔΩ.

(*) Ομιλία σε Συνέδριο «Επτανησιακή Όπερα και Μουσικό Θέατρο έως το 1953», Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 23 – 24/4/2010, τμ. Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Αθηνών + Κρατική Ορχήστρα Αθηνών.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ