14.9 C
Corfu
Σάββατο, 2 Μαΐου, 2026

«Αρκούμαι στη χαρά πως οι Σταχτάρες επιστρέφουν…»

Λίγο πριν την έναρξη των θεατρικών παραστάσεων στο Mon Repos, η σκηνοθέτιδα των «Σταχτάρων», Χρυσάνθη Αυλωνίτη, επιλέγει να μην «κοιτάει» τους φετινούς περιορισμούς…

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΗΛΙΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟ

Πετούν. Μόνο πετούν. Κάθε άνοιξη, Ελλάδα. Τα φθινόπωρα, Αφρική. Ανεμοπόροι. Aκούραστοι. Μετανάστες. Επιβίωσης… Εκεί τα κάνουν όλα, στον αέρα. Κοιμούνται, τρωγοπίνουν, φιλιώνουν, κοιμούνται, ζευγαρώνουν. Κάτω, στη γη, δε στέκονται. Δεν μπορούνε να σταθούν. Κοντά ποδάρια, αδύναμα. Ανημποριά, εκ φύσεως. Ούτε φωλιές μπορούν να χτίσουν. Βρίσκουν, μένουν. Κι αν δεν βρουν; Αν τους τις κλείσεις; Μην το κάνεις. Κράτα παντζούρια ανοιχτά για τις Σταχτάρες της δικής σου γειτονιάς. Για κάθε διαφορετικό. Αλλιώτικο. Ίσως, σε κάτι, αδύναμο. Για κάθε «απέναντι» σ’ αναίτια ρολά. Και θλιβερούς αποκλεισμούς. Πέρσι, Οκτώβρη, μια χούφτα όμορφα «πετροχελίδονα» (όπως τα λέγαν’ οι παλιοί), κλείνοντας το μάτι σε μικρά και μεγαλύτερα παιδιά, τιτίβισαν, στη μικρή σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου, στη χειμερινή πρεμιέρα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κ. Φέτος, απ’ τις 15 Ιουλίου, επιστρέφουν. Υπογράφοντας, σε εξωτερική, πλέον, «φωλιά» (θεατράκι Mon Repos) το άνοιγμα της θερινής ατζέντας. Τότε και τώρα, υπό το σκηνοθετικό δοξάρι της Χρυσάνθης Αυλωνίτη…

Απ’ τις περσινές παραστάσεις στη μικρή σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου

Επιστροφή, λοιπόν… Με ποια «κληρονομιά» απ’ τις παραστάσεις του φθινοπώρου;

«Η αλήθεια είναι πως η προετοιμασία του β’ κύκλου παραστάσεων με βρήκε πιο ξεκούραστη και χαλαρή. Δεν υπάρχει το άγχος και η αγωνία που συνοδεύει τις πρώτες πρόβες, όπου όλα ήταν / είναι “λευκή σελίδα” και πάνω εκεί καλείσαι να γράψεις, να σβήσεις, να συνθέσεις. Η παράσταση πια έχει δοκιμαστεί. Kαι η ανταπόκριση του κοινού κατά τον α’ κύκλο, ήταν τόσο θερμή, που, πραγματικά, όλοι οι συντελεστές ανυπομονούμε να ξαναβρεθούμε και να ξαναπετάξουμε παρέα με τις Σταχτάρες μας…» 

Πέραν των υγειονομικών πρωτοκόλλων, σε καλλιτεχνικό επίπεδο, τι προσαρμογές θα υπάρξουν; Είναι κι εξωτερικός πλέον,  ο χώρος…

«Πράγματι, η παράσταση σχεδιάστηκε για κλειστό χώρο και παρουσιάστηκε το χειμώνα στη μικρή σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου. Τώρα που μας δίνεται μια μεγαλύτερη σκηνή, η σκηνή του Μον Ρεπό, στόχος μας είναι να εκμεταλλευτούμε τον πιο εκτενή χώρο, δίνοντας έμφαση στο κινησιολογικό μέρος της παράστασης. Το στοίχημα για εμάς είναι, με τις μεγαλύτερες, πια, αποστάσεις, να διατηρήσουμε την παρεΐστικη ατμόσφαιρα και την αμεσότητα με το κοινό, που είχε δημιουργεί στο κλειστό θέατρο».

Είστε η πρώτη θεατρική παράσταση υπό τις περιοριστικές συνθήκες λόγω Covid. Μην έχοντας προηγούμενο δείγμα, πώς την «οσμίζεσαι» την εμπειρία;

«Ο εγκλεισμός στα σπίτια και η παράξενη, διαφορετική καθημερινότητα, ήταν –και είναι- αναμφισβήτητα μια πρωτόγνωρη εμπειρία για όλους. Αυτή η συνθήκη δεν γίνεται να μην επηρεάσει και την τέχνη. Παραστάσεις απ’ το σπίτι, online, live – streamed, σε εξωτερικούς χώρους, με λίγους ηθοποιούς, με περιορισμένο αριθμό θεατών…  Σίγουρα, όλα αυτά τα σενάρια οδηγούν σε μια διαφορετική εμπειρία, αλλά, ταυτόχρονα, όλα, σίγουρα, έχουν θέση στην τέχνη. Προσωπικά βέβαια, υποστηρίζω το ζωντανό θέαμα και την ανθρώπινη επαφή, γι’ αυτό και αρκούμαι στη χαρά πως οι Σταχτάρες –έστω, με περιοριστικά μέτρα- θ’ ανέβουν στη σκηνή και θα “συνομιλήσουν” με τους θεατές…»

Eσύ την καραντίνα την πέρασες στην Αγγλία, αν δεν κάνω λάθος…

«Αγγλία, ναι. Πλένοντας τα χέρια μου… 40 φορές τη ημέρα, μένοντας στο σπίτι και μένοντας… χωρίς δουλειά (γελάει)! Είναι αναμφισβήτητα, μια δύσκολη περίοδος όπου τίποτα δεν είναι σίγουρο και ξεκάθαρο. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αφήσουμε το φόβο να επικρατήσει. Επιλέγω να παραμένω θετική και να ακολουθώ τη λογική. Ο πανικός εξάλλου, είναι ο χειρότερος σύμβουλος και δεν οδηγεί πουθενά. Προτίμησα να εκμεταλλευτώ αυτήν την παύση. Πρώτη φορά είχα τόσο ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μου. Ξεκουράστηκα. Μελέτησα. Αναθεώρησα…» 

Το περιβόητο «συναισθηματικό φορτίο» της επιστροφής στον τόπο σου, υπάρχει πάντα;

«Το νιώθω, ναι. Την αγαπάω πολύ την Κέρκυρα. Είμαι ερωτευμένη μ’ αυτό το νησί. Ξέρεις, στη Β’ και Γ’ Λυκείου είχα συμμετάσχει σε δύο παραγωγές που ανέβηκαν στο Δημοτικό Θέατρο (τη μία, μάλιστα, την είχα σκηνοθετήσει κιόλας). Το πρώτο σανίδι που πάτησα ποτέ! Όταν, λοιπόν, πέρσι, μου τηλεφώνησε η Βαρβάρα (Δούκα, καλλιτεχνικής διευθύντρια ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κ.), μου ήρθε αυτόματα η εικόνα. Το ίδιο, πρώτο μου σανίδι, εκείνες οι παραστάσεις, η αθωότητα που τις περιέβαλε, εγώ μικρή, τότε, σ’ αυτό που ήθελα να κάνω, εγώ μεγάλη, τώρα, έχοντας κάνει πια αυτό που ήθελα. Συγκινήθηκα, στ’ αλήθεια. Και συγκινούμαι και τώρα. Mε την επιστροφή, σ’ έναν άλλο οικείο χώρο μας: το Μοn Repos…»

Tο φετινό σκηνικό. Στιγμιότυπο από πρόβα του Σαββατοκύριακου…

MIKΡΟ flash back, στο πριν. Στην «πρώτη πράξη», Οκτώβρη του ’19. Παραμονές της πρώτης «αποκάλυψης» του project, η Αυλωνίτη ξεδίπλωνε, στην έντυπη version του Corfu Stories, όλη τη «θεματική», την ιδεολογική «δομή», τη στόχευση του έργου. Μικρή επικαιροποίηση. Και θύμηση…

«Σταχτάρες». Που πα’ να πει…

«Ένα δυνατό, άγνωστο στους πολλούς, πουλί, με χιλιάδες ώρες πτήσης, που ζει σχεδόν όλη του τη ζωή, στον αέρα. Όταν όμως πέσει στη γη, χρειάζεται βοήθεια για να σηκωθεί. Κι αντίστοιχα, ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να κινηθεί, αλλά θα κινήσει γη και ουρανό για να σώσει τις Σταχτάρες από τους άλλους ανθρώπους, οι οποίοι δεν τις θέλουν και χαλάνε τις φωλιές τους. Είναι μια παράσταση με πολύ μουσική, τραγούδι και χορό για παιδιά, αλλά όχι μόνο για παιδιά. Και για γονείς, δασκάλους, όλους σ’ όσους αρέσουν οι ιστορίες. Βασίζεται στο παραμύθι της Ιωάννας Ετμεκτσόγλου, “Ο Άπους Πάππους και ο Πάππους Άπους”, σε θεατρική διασκευή από την Ιφιγένεια Ντούμη. “Αpus – Apus” είναι η επιστημονική ονομασία της Σταχτάρας. Αυτά τα πουλιά, τα τόσο γνώριμα στους Κερκυραίους, που πολλοί τα μπερδεύουν με τα χελιδόνια (αλλά δεν είναι) και άλλοι τα γνωρίζουν ως “πετροχελίδονα”…»

Οι «άποδες», όπως είναι επίσης γνωστά…

«Ακριβώς. “Άποδες”, “χωρίς πόδια” γιατί ενώ κάνουν τα πάντα στον αέρα, αδυνατούν, λόγω των μικρών και αδύναμων ποδιών τους, να σταθούν στο έδαφος ή να καθίσουν στα σύρματα. Κι, αν συμβεί κάποιο απρόοπτο και βρεθούν στη γη, θέλουν βοήθεια για να ξαναπετάξουν. Σε σχέση, δηλαδή, με άλλα πουλιά, έχουν μια αδυναμία, μια “αναπηρία”. Η οποία λειτουργεί ως αφορμή για να φωτίσουμε, μέσω του παραλληλισμού με τον άνθρωπο, τις ανθρώπινες αδυναμίες και αναπηρίες. To ότι δεν είναι κακό κάποιος να είναι διαφορετικός. Το ότι ένας άνθρωπος μπορεί να έχει μια ιδιαιτερότητα ή μια αδυναμία, αλλά να έχει ανεπτυγμένη μια άλλη ικανότητα. Μια “συζήτηση” για τον αποκλεισμό γενικότερα “του διαφορετικού” στις σύγχρονες κοινωνίες. Αλλά όχι μόνο αυτό.…»

Δηλαδή;

«Τίθενται κι άλλα θέματα στο… τραπέζι. Η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα. Η οικολογία, η “ακουστική οικολογία” (με αφορμή αυτόν τον ήχο – ορόσημο των Σταχτάρων, που ακούγεται παντού στην πόλη). Ακόμη, σ’ έναν βαθμό, το μεταναστευτικό. Μιλάμε για κατ’ εξοχήν μεταναστευτικά πουλιά, που μοιράζονται ανάμεσα σε δύο πατρίδες: από την άνοιξη ως το φθινόπωρο Ελλάδα και φθινόπωρο – χειμώνα στην Αφρική. Κι ακριβώς αυτό το πλήθος θεμάτων με τα οποία το έργο καταπιάνεται είναι το γοητευτικό και δυνητικά ωφέλιμο στοιχείο του. Δίνεται η ευκαιρία στους γονείς, που θα φέρουν τα παιδιά στην παράσταση, να συζητήσουν μαζί τους πάνω σε αυτά τα θέματα στο σπίτι…»

Πόσο εύκολο είναι να κατανοήσουν παιδιά σ’ αυτή την ηλικία τέτοια «ώριμα» θέματα;

«Η παράστασή μας δεν έχει ηλικία, αφορά τους πάντες, από 5 έως… 105 ετών! Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι να μπορέσουμε να μιλήσουμε για τέτοια “δύσκολα” θέματα και να “αγκαλιάσουμε” όλες τις ηλικίες. Αυτό είναι το δικό μου στοίχημα. Σαφέστατα, το πιο δύσκολο είναι να γίνει κατανοητό στους πιο μικρούς. Γι’ αυτό και η όλη δράση “πατάει” σε μια παραμυθένια βάση, που ζωντανεύει με μουσική, χορό και τραγούδι. Μια ατμόσφαιρα διαδραστικής παράστασης μουσικού θεάτρου…»

Η ΕΞΕΛΙΞΗ της ιστορίας, για όσους πρωταπολαύσουν φέτος την παράσταση, «πατάει» σε τέσσερις αφηγητές, «που αρχίζουν την ιστορία και μέσα απ’ τους οποίους αναδύονται οι ήρωες – χαρακτήρες. Ο Λευτέρης, η Σοφία, η Δήμαρχος, η πρόεδρος της επιτροπής κατοίκων». Κεντρικό πρόσωπο είναι ο κ. Λευτέρης. Βιολόγος, μελετητής των Σταχτάρων, τις οποίες αγαπάει. Όπως, από ένστικτο, τις αγαπάει και η κ. Σοφία, ένα καθημερινό πρόσωπο.

«ΥΠΑΡΧΕΙ ένα οικολογικό πνεύμα σ’ αυτούς τους δύο ήρωες», σημειώνει η Αυλωνίτη. «Θέλουν να τις βοηθήσουν, να τις προστατεύσουν, γιατί οι άνθρωποι δεν τις χωνεύουν, επειδή κάνουν αυτούς τους περίεργους ήχους και τους ενοχλούν ή επειδή βρωμίζουν τον τόπο. Έτσι, τους χαλάνε τις φωλιές. Σε αντίθεση, όμως, με τα χελιδόνια, οι Σταχτάρες, λόγω της αδυναμίας τους, δεν έχουν την ικανότητα να χτίζουν. Απλά “δανείζονται” έτοιμες φωλιές, τρυπώνουν στα κεραμίδια των σπιτιών. Όταν, λοιπόν, φθάνουν στο νησί, βρίσκονται να βιώνουν τον αποκλεισμό. Κι εκεί έρχονται οι ήρωες προσπαθώντας να ξεκλειδώσουν τις φωλιές τους. Και μαζί κάθε πόρτα, που στέκει κλειστή στη διαφορετικότητα…»

Ισχύει ότι «έπαιξε» πολύ, ως την τελική διαμόρφωση, ο αυτοσχεδιασμός;

«Πράγματι. Προσωπικά, δουλεύω πολύ με τη σωματική έκφραση του ηθοποιού και τις τεχνικές του “θεάτρου της επινόησης”, όπου ο αυτοσχεδιασμός έχει σημαίνοντα ρόλο. Παίρνεις μια ιστορία και, αυτοσχεδιάζοντας πάνω σ’ αυτήν, “εφευρίσκεις” άλλες τόσες… »

Ειδικές κερκυραϊκές αναφορές;

«Κατ’ αρχήν, οι ίδιες οι Σταχτάρες είναι από μόνες τους μια… κερκυραϊκή αναφορά. Δε νομίζω ότι υπάρχει άλλο πουλί τόσο πολύ συνυφασμένο με τα καλοκαίρια της παλιάς πόλης. Επίσης, η δράση εξελίσσεται σε εξωτερικό χώρο, στα καντούνια, κοντά στον Άγιο. Γι’ αυτό και, όπως θα είδες και τον χειμώνα, η σκηνογραφία ήταν εμπνευσμένη απ’ την παλιά πόλη. Το καμπαναριό, τα καντούνια… Iσχύει και τώρα…»

15-19 Ιουλίου (21.00)

Θέατρο «Ρ. Βλαχοπούλου», Mon Repos

Παίζουν: Ναταλία Καποδίστρια, Αλεξάνδρα Παγιατάκη, Σοφία Τόμπρου, Σπύρος Σκλαβούνος.

Συγγραφέας: Ιωάννα Ετμεκτσόγλου.

Σκηνοθεσία: Χρυσάνθη Αυλωνίτη.

Θεατρική Διασκευή: Ιφιγένεια Ντούμη.

Τραγούδια: Ιωάννα Ετμεκτσόγλου, Μάνθος Δαμίγος.

Σκηνική μουσική – ενορχήστρωση: Μάνθος Δαμίγος.

Χορογραφίες: Κατερίνα Παγιατάκη

Μουσική διδασκαλία: Λένα Κοκκινομηλιώτη.

Σχεδιασμός ηχοτοπίου: Κατερίνα Τζεδάκη.

Σκηνικά: Πέτρος Στραβοράβδης.

Κοστούμια: Πηνελόπη Μάμαλου.

Φωτισμοί – Ήχος: Αντώνης Χονδρογιάννης.

Κοντόκαλι, Επίδαυρος, Λονδίνο (the… Monamas’ story)

Η ΧΡΥΣΑΝΘΗ ανήκει σ’ εκείνη τη γενιά, που, όπως λέει, «μάθαμε να ζούμε έξω. Τηλεόραση, θυμάμαι, μπήκε σπίτι όταν ήμουν στο Δημοτικό, κινητά είχαν ένα – δύο παιδιά στο Λύκειο και… τα δείχναμε με το δάκτυλο, υπολογιστές, tablet, video games δεν… Καταλαβαίνεις…». Aπολύτως…

ΚΑΠΩΣ έτσι, οι παιδικές της μνήμες στο νησί ξοδεύονται υπέροχα σε όμορφες, αόρατες carte postal γεμάτες «πράσινο, φύση, μουσική, αθλητισμό και πολύ παιχνίδι, μέχρι αργά. Ώσπου ν’ αρχίσουν να φωνάζουν οι μανάδες να μαζευτούμε σπίτι γιατί “το πρωί έχεις σχολείο”…».

ΚΟΝΤΟΚΑΛΙ… Εκεί μεγάλωσε. Πατέρας απ’ τους Αρμενάδες, μάνα Αθηναία και μια ζήση που στα 18 παρά, τελειώνοντας το Λύκειο, έψαξε τ’ όνειρο Αθήνα. Τα χρόνια του Εθνικού Θεάτρου. Σπουδές, πτυχίο, οι πρώτες της, απ’ το 2004, συνεργασίες. Ισχυρές. Στις ιερές όχθες της (κάθε) Επιδαύρου. «Ιππόλυτος» (με Νικολαϊδη), «Μήδεια», «Ορέστεια» (με Λιγνάδη), «Πέρσες» (με Κονιόρδου), «Προμηθέας Δεσμώτης» (με Χατζάκη). Και bonus (2009-’11), συνεργασίες με ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και Σερρών. Προτού της Κέρκυρας…

ΕΤΟΣ 2011. Η τελευταία σύμπραξη με το Εθνικό: στη «Μήδεια», του Αντύπα. Mε Αμαλία Μουτούση και Χρήστο Λούλη και μουσική της καταπληκτικής, Ελένης Καραϊνδρου. Μέσα της είχε ωριμάσει πλέον, η ιδέα του εξωτερικού. Μεταπτυχιακό…

«ΑΡΧΙΚΑ», λέει στο Corfu Stories, «σκεφτόμουν τη σκηνοθεσία. Με είχε δεχτεί και το Πανεπιστήμιο του Essex (“East 15 Acting School”), αλλά κάπου εκεί άρχισε ο… πανικός! “Κι αν δεν είναι αυτό που θέλω;” “Μήπως κάνω λάθος; Πρέπει να κάτσω δύο χρόνια εκεί και στην Αθήνα έχω ήδη δουλειά”. Eν τω μεταξύ, στο Λονδίνο δεν είχα ξαναπάει. Και όλη αυτή η ψυχολογία μου έφερε… κατάθλιψη! Όλα μου φαίνονταν κιτς. Οι άνθρωποι περίεργοι. Τελικά, πάνω στον μήνα το ερωτεύτηκα το Λονδίνο. Δεύτερο σπίτι μου». Ως σήμερα…

ΓΙΑ ΤΗΝ ιστορία, τη σχολή στο Essex δεν την ακολούθησε ποτέ. Αντίθετα, επέλεξε να εντρυφήσει στη φημισμένο μέθοδο του Jacques Lecoq (1921 – 1999), θέατρο – κίνηση – μίμηση, στη σχολή που ίδρυσε  στο Λονδίνο ο μαθητής και, μετά το θάνατό του, για σειρά ετών διευθυντής της παρισινής σχολής του («École internationale de théâtre»), Thomas Prattki. «Ήταν», λέει, «η καλύτερη επιλογή. Μου άνοιξαν καινούργιοι δρόμοι. Πόρτες στα εικαστικά, στην κίνηση, στην σκηνοθεσία. Ήταν σαν τη…. Λερναία Ύδρα, πετούσε συνεχώς κεφάλια! Τόσα πολλά κάναμε, μύρια όσα skills. Ξαφνικά, μπορούσα κι επαγγελματικά να κάνω 100 διαφορετικά πράγματα».

ΕΝΤΕΛΕΙ, επένδυσε σ’ αυτό: τη δημιουργία (2013), με την Άννα Κρητικού, της δικής τους ομάδας, με την… κωδική ονομασία «Monamas»: «Γιατί… μόνα μας την ξεκινήσαμε και μόνα μας τα κάνουμε όλα! Παραγωγή, σκηνοθεσία, κείμενα, παίξιμο…». Projects από τραγωδίες, όπως ο «Αγαμέμνονας», μέχρι puppeteer theatre. Kαι από δίπλα, ανεξάρτητες συνεργασίες, σε φεστιβαλικό κυρίως πλαίσιο.

ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ του ‘19,το «Look at me», στην Ιταλία (Altofest, Naples IX Edition). Εκθέτοντας την κουλτούρα του κοινωνικού φύλου και ό,τι αυτή εκπροσωπεί, δίδοντας, παράλληλα χώρο στον θεατή να ερευνήσει και αμφισβητήσει τα ερεθίσματα που δέχεται και τα πρότυπα που του προβάλλονται. Μια έρευνα σε ζητήματα γύρω από τη σχέση ατόμου / φύλου, ατόμου / καταναλωτικής κοινωνίας και ατόμου / ύπαρξης,  με αφετηρία «Το Δεύτερο Φύλο»της Simone de Beauvoir.

ΑΡΧΕΣ ΟΚΤΩΒΡΗ, πέρσι πάντα, ήταν η «Νύχτα Πολιτισμού» (Δίκτυο Πολιτισμού, Δήμος Αθηναίων) στην πάλαι ποτέ αποθήκη χάρτου του παλαιού εμπορικού τριγώνου της πρωτεύουσας: «Μια performance», εξηγεί, «μια εικαστική εγκατάσταση, σ’ εγκαταλελειμμένο κτίριο, χωρίς ηλεκτροδότηση: ήχος, φως κι ένα γλυπτό στον τοίχο, που ερχόταν κι έφευγε. “Μιλώντας” με τα χνάρια του…»

ΣΥΝ προσωπικές, πλην Monamas, συμμετοχές σε τρίτα  projects. Όπως πρόπερσι, το «Οιδίπους Δοκιμές» («κάτω από την προσωπίδα ένα κενό»), στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων. Περίπατος – περιήγηση στο τοπίο, την ποίηση, το δράμα του τραγικού, εντέλει, ήρωα, με επί τόπου δοκιμές στο υλικό των δύο οιδιπόδειων τραγωδιών και μια απόπειρα συνάντησης με το βλέμμα του Σεφέρη.

• Τελικά: ηθοποιός ή σκηνοθέτης;

«Πρέπει να επιλέξω (γελάει); Ηθοποιός σπούδασα. Η σκηνοθεσία προέκυψε ως μια ανάγκη να εκφραστώ, να δω τα πράγματα από μία διαφορετική γωνιά. Είναι ωραίο, κάποιες φορές, να αποστασιοποιείσαι απ’ το σανίδι. Να δεις πώς μπορείς να μεταφέρεις αυτό που έχεις στο κεφάλι σου σε άλλους. Υπάρχει, πια, ενδιάμεσος. Συνεργασία. Δεν είναι “το δικό μου”. Αλλά “το δικό μας”. Και είναι υπέροχο να μοιράζεσαι ιδέες. Να βάζει άλλος το σώμα, τη φωνή, την ψυχή του σε μια δική σου σκέψη. Κι αυτόματα, αυτό να μεταπλάθεται σε κάτι άλλο. Όταν πετυχαίνει, είναι μαγικό. Αλλά μη σου πω ψέματα: κάθε φορά που δεν παίζω, μου λείπει…»

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ