14 C
Corfu
Παρασκευή, 24 Απριλίου, 2026

«Ζωντανεύοντας» τη γέφυρα «του Μούργη», στο Χλωμό

Η άοκνη εργασία του Γιάννη Λαβράνου (Μπελελής), με την υποστήριξη Μάζη – Τσουκιά, για την ανάδειξη του γεφυριού «του Μούργη», στη θέση Βότραφα.

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ πλαγιά του ορεινού όγκου «Μεροβίγλι», κάπου 31 χλμ. νότια της πόλης, δεσπόζει πάντα το παραδοσιακό χωριουδάκι του Χλωμού / Χλομού. Κατά τα κιτάπια, απ’ τα ιστορικότερα της Κέρκυρας, χτισμένο τον 13ο αι. από Βυζαντινούς, λέει, φυγάδες, προτού κοπιάσουν κάτοικοι κι άλλων κοντινών χωριών «των Κορισσίων», για γλιτωμό από πειρατές κι ελονοσία.

Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ του τόπου προκύπτει από μπόλικα σωσμένα «σπάργανα» του κάποτε. Διάσπαρτα, στα «φτερά» του όρους. Τα χρονικά ριζά τους, χάνονται στην προχριστιανική περίοδο (βλ. βωμός Απόλλωνα, στο σημερινό ναό Ταξιαρχών). Πέρασμα στον σκοτεινό Μεσαίωνα (βλ. την «κούρτη», που, κατά Φραντζή, φιλοξενήθηκε στα 1460 ο τελευταίος Δεσπότης του Μυστρά, Θωμάς Παλαιολόγος) κι από εκεί, στα λαϊκά δείγματα της τέχνης των παλαιών μαστόρων. Της πέτρας και του μάρμαρου…

ΕΙΝΑΙ όσα στέκουν όρθια, σ’ αυλές και σε μεσόστρατα. Και τ’ άλλα, που έκαψαν τον ουρανίσκο τους με το πικρό νερό τ’ αφανισμού. Κάποια, δια παντός. Κάποια, περιμένοντας την ώρα που κάποιο χέρι θα στέρξει με φροντίδα τα πολύπαθα κουφάρια τους. Όπως στο Βότραφα. Στη γέφυρα «του Μούργη». Για δεκαετίας κομμάτια, τσακισμένη, στον «πάτωμα» της τάφρου. Ώσπου έπιασε δουλειά ο «Μπελελής»

Πλήθος οι εκδοχές για το όνομα του χωριού: απ’ το φυτό – δόλωμα «σπλόνος» (σπλόνος > φλόμος > χλόμος > χλωμός), απ’ το κεφαλονίτικο τοπωνύμιο Κολούμι ή Κολόμο (> Κλόμο > Χλόμο > Χλομός) ή το κάστρο Χλομούτσι της Ηλείας, ακόμη κι απ’ τη… χλωμάδα, λόγω ελονοσίας, των κατοίκων που έφθασαν παλιά απ’ τα Κορίσσια.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΑΒΡΑΝΟΣ. Έφηβος ετών 80, λάτρης της παράδοσης, μόνιμος κάτοικος Χλωμού. Και μαζί του, στήριξη πολύτιμη στην πράξη, ο Γιώργος Μάζης (με το κρίσιμα διαθέσιμο τρακτέρ του), αλλά και ο Σπύρος ο Τσουκιάς (Ντούνος). Αναζήτηση, εργασία, εσκαφές με χέρια κι εργαλεία κι, εντέλει, σταδιακή αποκάλυψη του «πραγματικού» γεφυριού. Και του «πραγματικού» του παραπέτου. Πρόσφατα, προ ημερών…

ΟΠΩΣ εξηγεί στο Corfu Stories, ο κυρ – Γιάννης, πρόκειται για ένα μικρό γεφύρι, σε σχήμα καμάρας και κορνίζα, από μάρμαρο απλό, «σαν πωρόλιθος, αλλά πιο σκληρός, πιθανότατα από κάποιο λατομείο της ευρύτερης περιοχής. Ξεχωρίζουν δε, τα δυο στηθαία του». Χρονολογία του, δεν αναφέρεται. «Απ’ την προφορική, όμως, παράδοση -μαρτυρίες συγγενών και απογόνων χωριανών που δούλεψαν στη χτίση του- γνωρίζουμε ότι κατασκευάστηκε γύρω στα 1912». Παραμονές του Α’ Παγκοσμίου…

ΑΥΤΟ που «πλήρωσε» στην πορεία το γιοφύρι, ήταν… η τοποθεσία του: «Η γέφυρα», συνεχίζει ο Λαβράνος,  «βρίσκεται στη Λίνια, 200 μ. απ’ τη στροφή για τον Χλωμό, στο σημείο που κατέβαιναν τα νερά απ’ τις βροχές. Πρόκειται για το πιο δύσκολο σημείο του δρόμου που φτιάχτηκε με το παλαιό οδικό δίκτυο, για μεταφορές κι επικοινωνία με την πόλη. Αρχικά, ήταν καρόδρομος – στο χωριό είχαμε κάρα και σούστες. Στενός, με λίγη ανηφόρα στις στροφές – και, για να περάσει το κάρο, έπαιρνε τη στροφή ανοιχτά, ώστε να μην επιβαρυνθεί το άλογο».  

Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ μέτρηση, άρχισε με την έλευση, απ’ τα late 60s – early 70s, των μεγάλων λεωφορείων: «Ήταν 12 μέτρα. Και, όπως καταλαβαίνεις, δε χώραγαν. Οπότε, για να μη χαθεί η συγκοινωνία και προκειμένου να κάνουν την απαραίτητη διαπλάτυνση, βρήκαν… εύκολη λύση να ρίξουν τα μάρμαρα στην τράφο. Κι έμειναν εκεί. Χρόνια, καιρό…».

«Στόχος είναι τα μάρμαρα να είναι ορατά απ’ τους περαστικούς και να μας θυμίζουν ότι οι πρόγονοί μας υπήρξαν μάστορες με μεράκι και αίσθηση του ωραίου. Κυρίως, όμως, ότι τα μνημεία μας οφείλουμε να τα σεβόμαστε…».

Πολιτιστικός Σύλλογος Χλωμού

ΟΡΙΣΜΕΝΑ απ’ τα μάρμαρα (χοντρικά, του ενός στηθαίου), εντοπίστηκαν κάποια στιγμή «σε μια αποθήκη που είχε στις Κουλίνες ο εργολάβος που έκανε τη διαπλάτυνση του δρόμου. Ψάξαμε, τα βρήκαμε, τα πήραμε και αποκαταστήσαμε το κομμάτι στο οποίο αντιστοιχούσαν». Η αποκατάσταση του άλλου, ήταν / είναι ο λόγος που το γιοφύρι «του Μούργη» ήρθε, πρόσφατα, ξανά στην επικαιρότητα.

«ΕΜΕΝΑ, όπως έχεις καταλάβει, μ’ αρέσουν τα παλιά. Κάποια στιγμή, λοιπόν, αποφάσισα να κατέβω στη γέφυρα και να ψάξω. Και όντως, βρήκα. Τρία – τέσσερα κομμάτια, που τα είχε ξεμπαζώσει η κατεβασιά του νερού. Τα ξεθάψαμε, τα καθαρίσαμε, τα τοποθετήσαμε, φτιάξαμε και μια σκαλίτσα να μπορεί κάποιος να κατέβει εκεί. Αλλά για την αποκατάσταση και του δεύτερου στηθαίου, έλειπαν ακόμη μάρμαρα». Βρέθηκαν. Στ’ απόνερα μιας πρόσφατης, καλοκαιρινής νεροποντής…

«OΤΑΝ έφτιαξε ο καιρός, μου ήρθε η ιδέα να ξανακατέβω στο γεφύρι. Μήπως τα νερά είχαν ξεμπαζώσει, πάλι, κάτι. Και πράγματι… Βρήκα άλλα πέντε κομμάτια! Με τη βοήθεια των δυο φίλων τα σηκώσαμε, τα φροντίσαμε και μπήκαν, πια, στο δρόμο της επανατοποθέτησης».

Μ’ αυτά, συμπληρώνεται, πλέον, η αρχική εικόνα του γιοφυριού;

 «Περιμένουμε κάτι ακόμη: να τοποθετήσουμε δύο επιπλέον “ξένα” κομμάτια για το τελικό συμπλήρωμα των κενών. Τα βρήκαμε, ήδη – δυο αγκωνάρια, δυο “τούφους”, για τις γωνίες (τα παλιά έχουν πλέον εξαφανιστεί), απ’ αυτά που πάντα έβγαιναν στη Λίνια και τον Αγ. Γιώργη Αργυράδων. Ήδη, εντός των ημερών, έχουμε κανονίσει μ’ έναν μάστορα να κάνει το πελέκημα που πρέπει. Γρήγορα, μέσ’ τον Ιούλιο πιστεύω, θα το ‘χουμε τελειώσει…».

Κι  ένα παλιό «ορόσημο»…

ΠΕΤΑΜΕΝΟ στην τάφρο, ο Λαβράνος βρήκε, επιπλέον, ένα «μίλι». Ένα, πα’ να πει, απ’ τα πολλά, λίθινα «ορόσημα» που τοποθέτησαν οι Άγγλοι (ειδικά) στην εξοχή με την κατασκευή του τότε οδικού δικτύου, για την ένδειξη των αποστάσεων σε σχέση με «τη χώρα». Είχε τον αριθμό «28». Είκοσι οκτώ μίλια (ή χλμ.) απ’ την πόλη. Με το (σωζόμενο) ορόσημο «0», κοντά στο Πεντοφάναρο.

«ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, το “μίλι” που σηκώσαμε το θυμάμαι τοποθετημένο κάπου 20 μ. παραπάνω», εξηγεί. «Και οι γυναίκες του χωριού, τρόχιζαν πάνω τα μαχαίρια τους – γι’ αυτό και πολλά “μίλια” θα τα βρεις, είτε, χαραγμένα, είτε με “κοιλιές”. Πλέον, αφού το σηκώσαμε και του φτιάξαμε μια βάση, το βάλαμε δίπλα στο γιοφύρι».

ΕΙΝΑΙ, προσθέτει, ένα απ’ τα τρία «ορόσημα», που υπάρχουν στο χωριό. «Ένα, θα το δεις λίγο πιο κάτω απ’ τη γέφυρα κι ένα ακόμη, στην είσοδο του χωριού: “31.200” γράφει…»

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ