18.9 C
Corfu
Σάββατο, 18 Απριλίου, 2026

Διασκεδάζοντας στην Κέρκυρα, καλοκαίρι, του ’35 (μέρος β’)

Το β’ μέρος από το καταπληκτικό κείμενο του «Κερκυραϊκού Βήματος» για τη «νυχτερινή, εύθυμη ζωή» των παλαιών Κερκυραίων. Κάποιο καλοκαίρι, 85 χρόνια πριν…΄

Επιμέλεια: Ηλίας Αλεξόπουλος

Δείτε το α’ μέρος, ΕΔΩ.

• … Και ανεβαίνουμε. Ένα δροσερό τώρα αγεράκι εξουδετερώνει εν μέρει το μέχρι τούδε μαρτύριό μας, ενώ τα προς την θάλασσαν εξερχόμενα ενδότερα της Κερκύρας παρασκευάσματα αναδίδουσι την πλέον χαρακτηριστική μυρωδιά τους.

• Δεν προφθάνουμε όμως να ξεχάσουμε για λίγο τα βάσανά μας και να… απολάψουμε και μεις με τη σειρά μας την ησυχία στο θαμπόφωτο δρόμο από τα Μουράγια, όταν άξαφνα τρίτο σαξόφωνο προσβάλλει το τύμπανο του αφτιού μας. Μια μυρμηκιάς από άλλους τζαμπατζήδες Κερκυραίους μας υποδεικνύει πως κάπου εκεί βρίσκεται και τρίτο νυχτερινό κέντρο.

• Είναι το κέντρο του γνωστού μας Αντρανίκ και το οποίον μετεφέρθη από κεί που βρισκόταν πέρυσι, δια διαφόρους λόγους, εις τον προ των λουτρών του Αλέκου χώρον. Ευνόητοι δε επί του προκειμένου λόγοι, είναι ότι θα συνδυάζη του λοιπού δια το ταμείον του δύο καλά: 1ον λόγω της καθαρής του, δροσερής ατμόσφαιρας και της απόλυτης ησυχίας θ’ αυξήση τη περυσινή του πελατεία, γιατί ωρισμένως εκεί κάτω μπορεί κανείς ν’ αναπνεύση ένα αμόλυντο οξυγόνο και 2ον χάρις εις τις ολόγυρά του ευρισκόμενες απόμερες γωνίες, θα συγκεντρώνη και αρκετούς από εκείνους που αποφεύγουν το άπλετον φως και τα περίεργα μάτια γιατί προτιμούν να απολαμβάνουν μαζί με ένα τρυφερόν ήμισυ όλα τα θέλγητρα… που προδίνουν σε τέτοιες περιστάσεις το μυστήριο της σκιάς και η μαγεία της νύχτας.

Ο αξέχαστος, Αντρανίκ Καπικιάν

• Μην νομίσετε όμως πως λείπει και δώ η μουσική. Είναι η ορχήστρα του κ. Βασιλά, η οποία δυστυχώς παρουσιάζει μίαν αισθητήν ελλειψιν: Δεν έχει ντιζέρ. Αν και αυτό για τους περσότερους θαμώνες του κέντρου αυτού φαίνεται αρκετά ευχάριστο, διότι έτσι μπορούν κάλλιστα να πάρουν κι από έναν υπνάκο, πράγμα που πολύ δύσκολα θα καταφέρουν εις το σπίτι τους.

• Αφού ήπια μίαν κατεψυγμένη λεμονάδαν και άκουσα ένα παθητικώτερον ταγκό –δυστυχώς όμως, μόνος- έθεσα και πάλιν εις ενέργειαν τα πόδια μου, υπερβολικά λυπημένος που έχανα το ώμορφο αυτό ξεκούρασμα.

• Περνάμε και πάλιν τη κάτω πλατεία, ερημωμένην όμως τώρα όχι μόνον από τους ανθρώπους αλλά και απ’ αυτά ακόμη τα απαίσια μικρά μαύρα ζωϋφια που τώρα ή θάχουν εισχωρήση μέσα στο παχύ στρώμα της σκόνης και το οποίον παραμένει πάντοτε απότιστον από μεγάλον ενδιαφέρον των καταστηματαρχών προς την υγείαν των ποδιών μας ή δια των πανταλονίων και φουστανιών θάχουν μετακομισθή στα σπίτια μας για να συνεχίσουν και κεί κατά την ώραν της αναπαύσεών μας, το φριχτόν τους έργον.

• Ανερχόμεθα την άνω πλατείαν, διακρίνοντες πού και πού περιπλανομένους μερικούς ξενύχτηδες που προσπαθούν να δροσίσουν την ανία της μεγάλης των ευθυμίας στο μελτεμάκι της Γαρίτσας, όταν άξαφνα κραυγές διάτορες και άφθονα χειροκροτήματα, μας αναγκάζουν να πιστεύψουμε ή ότι ο ραδιοφωνικός σταθμός των Αθηνών μεταδίδει μετεκλογικούς λόγους ή ότι κάποιος άνδρας τις τρώει από τη γυναίκα του υπό τα χειροκροτήματα της πεθεράς του.

• Τίποτε όμως απ’ αυτά τα δύο δεν συνέβαινε… Απλούστατα, οι ξενύχτηδες γαβρυάδες ουρλιάζανε και χειροκροτούσαν παρακολουθώντας κάποια από τα αριστουργηματικά έργα που προβάλλει το Ακταίον. Μετ’ ου πολύ καταλήγουμε μοιραίως εις το τέρμα των εντυπώσεών μας: τον Φοίνικα.

• Μόλις μπαίνουμε, μία αισθητική ευχαρίστησις μας ικανοποιεί απολύτως για τα όσα μέχρι τούδε υπέστημεν. Η καθ’ όλα άψογη εμφάνισί του, η καθαρή του ατμόσφαιρα και η απέραντη υπέροχη θέα του, μας κάνει να διαπιστώσουμε ακόμη μια φορά πως είναι το καλύτερο κέντρο, το μόνο δηλαδή που μπορεί να ανακουφίση με τη δροσιά του τα καυστικά δεινοπαθήματά μας και να διασκεδάση την ανία όλων εκείνων που χάριν ποικιλίας αποφασίζουν κάποτε να παρακολουθήσουν κανένα από τα υπέροχα έργα του κινηματογράφου του.

• Βλέπει κανείς εκεί τα βράδυα γερασμένες κυρίες να ονειροπολούν προς τη θάλασσα κάποιες παληές χαρές που τα χρόνια πια δεν τους επιτρέπουν να απολαύσουν ξανά! Κοπέλλες που μάταια προσπαθείς να καθορίσης την ηλικία τους, άλλες γεμάτες δροσιά κι άλλες ανία, που προσπαθούν όμως όλες να βρουν το νυμφίο ανάμεσα στους πρόωρα μπλαζεδισμένους νέους του τακτικού μισθού! Κυρίους να συνοδεύουν κυρίας με πόθους και να πίνουν λεμονάδες! Και σ’ όλων τα πρόσωπα διάχυτη η πλήξη. Καμιά λαχτάρα. Όλοι μιλάμε σιγά.

• Στη γωνία μια παρέα, η ίδια πάντα κάθε βράδυ κάνει πνεύμα κουτσομπολεύοντας τους άλλους χωρίς να νοιώθη τη δική της κακομοιριά. Ο καθένας ζητάει να πείση τον εαυτό του να διασκεδάζη. Κι όταν σβύσουν τα φώτα φεύγει μ’ αυτή την παρηγοριά. Γιατί να τους χαλάσουμε το χατήρι!

• Αυτή είναι αγαπητοί αναγνώσται η νυχτερινή εύθυμη Κέρκυρα. Εκτός αυτής όμως υπάρχει και άλλη μια Κέρκυρα: η Κέρκυρα της αποκρύφου νυχτερινής. Είναι εκείνη που συμπεριλαμβάνει όλους εκείνους που προτιμούν να ψιθυρίζουν μόνοι τους σε κάποιο γυναικείο αυτάκι – κάτω από τας φιλύρας το:

Γαμπίτσα, γαμπίτσα, αφράτη και ροζέ… ή…

Γιατί να ξεχάσης τα τόσα μου χάδια, αχ! πες μου γιατί… γιατί…

Χωρίς την συνοδείαν ορχήστρας, αλλά με την απαραίτητη πάντα συνοδείαν της υλιστικής πραγματικότητος.

• Α! ξέχασα. Υπάρχει και τρίτη Κέρκυρα…η Κέρκυρα των πλαζ και της επιδείξεως. Αλλά γι’ αυτήν θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Γ.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ