18.9 C
Corfu
Σάββατο, 18 Απριλίου, 2026

«Μια πεντάρα το χωνάκι, κρύο σαν το πεπονάκι…»

Υπήρχαν κάποια καλοκαίρια, που η πιτσιρικαρία των Κορφών, ανακάλυπτε τον θερινό της ήρωα στη λευκοφορεμένη φιγούρα του πλανόδιου παγωτατζή.

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

ΦΟΡΟΥΣΑΝΕ λευκή ποδιά. Με τσέπη, για τα ψιλά και τα συμπράγαλα. Και καπέλο. Με γείσο. Και κάθε Μάη, αφού περνούσε η Λαμπρή και άρχιζαν ν’ απλώνονται λιακάδες, γέμιζαν γυαλάδα το καρότσι – μια τροχήλατη προθήκη με ψύξη ή συνδυασμένη με τρίκυκλο ποδήλατο. Tο έπλεναν. Το έβαφαν. Tο λάδωναν. Φόρτωναν πραμάτεια, το δέναν’ κι έπαιρναν τις στράτες. Μαχαλάδες, καντούνια και πλατέματα. Κάτω από ξέπλεκες μπουγάδες. Γαζίες. Περήφανους βασιλικούς. Και πάνω στο τραπέζι, ένα πακέτο «Άσο, άφιλτρο». Η κασετίνα…

ΕΛΛΑΔΑ, δεκαετίες ’50 και ’60… Κέρκυρα, δεκαετίες ’50 και ’60… Αν η φωτογραφία της Αλίκης ήταν το σύμβολο μιας μεταπολεμικής κοινωνίας που έψαχνε να ανασάνει με κάτι πιο ανάλαφρο, ο πλανόδιος παγωτατζής εξελίχθηκε, σαφώς, στο σύμβολο κάποιων (παιδο – εφηβικών) χρόνων αθωότητας, που αρκούνταν σ’ ένα χάδι στο κεφάλι και τη γλυκιά απόλαυση της μιας δραχμής…

«ΠΑΓΩΤΑΑΑΑΑ….» φώναζε η δουλεμένη ατάκα – κόντρα μπάσο. Από μακριά. Πρώτα άκουγες τα πρίμα, μετά τον έβλεπες. Και σκάγαν’ τσούρμο στις φανέστρες οι παιδόφατσες… Και τραβούσαν τα φουστάνια των μανάδων τους… Και σκουντούσαν το πόδι του πατέρα…. Και τρέχαν’, ποδοβολητά, να κατέβουνε τις ξύλινες τις σκάλες των σπιτιών, ολάκερα πατώματα, με τα φραγκοδίφραγκα στη χούφτα… Να προλάβουν… Να μη φύγει…

Photo Credits: Νick Dewolf (1959)

ΚΑΠΟΙΟΙ εξυπνότεροι, το πήγαιναν αλλιώτικα. Έβαζαν τα όβολα σε μια χαρτοσακούλα. Την κατεβάζαν’ με το σχοινί κι εκείνος, ο κυρ – τάδε της κάθε γειτονιάς, έβαζε μέσα την παραγγελιά, έπαιρνε τ’ αντίτιμο και την ανέβαζαν ξανά…

ΕΝΑ ΦΡΑΓΚΟ το ξυλάκι, το «τσουτσούδι». Μιάμιση η σοκολάτα, super lux και δυο το (χάρτινο, τότε) κυπελλάκι, θυμούνται οι παλιοί. Κι αν δεν είχες, πάλι είχανε τη λύση. Μισό φράγκο, μισό «τσουτσούδι». Κομμένο με μαχαίρι. Αρκεί να βγαίναν’ οι μερίδες. «Μη μου μείνει, μωρέ, μάτια μου…». Σπάνια έμενε…

«ΤΑ ΠΑΓΩΤΑ “ξυλάκι”», θυμάται ο Αντώνης Δεσύλλας, «ήταν συσκευασμένα σε απλές χαρτοσακούλες και δεν έκλειναν επάνω. Έτσι, μόλις τ’ αγοράζαμε κι επειδή το χαρτί είχε κολλήσει στο παγωτό, φουσκώναμε τη σακούλα, να αποκολληθεί με τον αέρα και έτσι, όπως ήταν φουσκωμένη, τη σκάγαμε με δύναμη». Για κρότο. Και για γούστο…

ΚΑΘΕ πλανόδιος και την ώρα του. Την ατάκα, τη φίρμα και το πόστο του. Ο κυρ-Τάσος… Ο κυρ-Κώστας… Ο κυρ-Μάνθος ο Γραμμένος… Ο Βασίλης, ο Φίλιππος ο Κομιανός, ο Μπάμπης ο Έρτσος, ο Χάρης (Γρηγορόπουλος), ο Σπύρος ο Καλούδης… Άλλος στα παλιά τα ΚΤΕΛ (Σπηλιά). Άλλος λίγο παρακεί, στο συντριβάνι… Έξω απ’ τα περίπτερο, στο «Παλλάς»… Στην πλατεία, στον Ανεμόμυλο – που κάποτε είχε κούνιες, παιχνίδια Λούνα- Παρκ… Κι από εκεί, παντού. Σκολειά, εκκλησιές τις Κυριακές, γιορτές, πλατείες, στο λιμάνι, στους σταθμούς λεωφορείων… Και πιο αργά στα σινεμά, τα θερινό. «Όασις», «Φοίνικας», «Άλσος», «Ναυσικά», «Παλλάς». Θέση δίπλα στα γκισέ ή στα διαλείμματα, ανάμεσα στους άλλους μικροπωλητάδες του τίμιου μεροκάματου (σπόροι, στραγάλια, γκαζόζα, φιστίκια, ποπ- κορν, καραμέλες αραδιασμένα στις ξύλινες «τάβλες» – με ζωντανή στις θύμισες τη μυθική, περίπου, φιγούρα του κυρ- Φάνη). «Στο ξυλάκι το ‘χω», φώναζαν οι μερακλήδες.


Ο Σπύρος, το «αντίπαλον δέος» του κυρ-Χάρη (βασική φωτό) • από f/b group.

ΚΑΠΟΙΟΙ, βλέποντας την αφορμή (κάποιο πανηγύρι, μια γιορτή…) τραβούσανε και στα χωριά. Πρωί – πρωί στο τρίτροχο, για να φθάσουν μεσημέρι. Και θυμάται ο Κώστας Κ., από τ’ Αλεύκι, «να τους περιμένουμε, ανυπόμονοι πιτσιρικάδες, στην πλατεία των Αγ. Πάντων, να προβάλουν απ’ τα Λιάτικα, με την άσπρη, ξετραχιλωμένη μπλούζα τους με τις μεγάλες μπρούσες…»

Η ΜΝΗΜΗ διέσωσε κι αυτό: «Κόσμε έβγα… Ήρθε η ΕΒΓΑ…». Μόνο που η ΕΒΓΑ (και οι άλλες «πανελλαδικές» μπράντες) κόπιασε αργότερα. Χρόνια ολόκληρα,  αυτά που δέσποζαν ήταν τα κερκυραϊκά. Τα «Καπρίς», του καφεζαχαροπλαστείου στη Σπιανάδα… Τα «Ετιέν»…. Το «Θαύμα»˙ με σήμα το Ποντικονήσι  κι εγκαταστάσεις «πίσω από το 7ο» (παγοποιείο Μανιατόπουλου)…

ΚΑΙ ΤΟ καρότσι «του Αντρανίκ». Με το ξακουστό του, χειροποίητο. Το συγκλονιστικό βερύκοκο (μα, τέτοιο άρωμα…) και το θρυλικό του καϊμάκι. Με τη μυστική συνταγή απ’ τη Σεβάστεια, απ’ όπου κόπιασε, αρχές των 20s, όταν οι τουρκικές λεπίδες άρχισαν να αστράφτουν θάνατο στον ήλιο.

«ΤΟ ΠΑΓΩΤΟ “του Aντρανίκ”», δήλωνε χρόνια μετά (2008) στ’ «Αρμενικά», η κόρη του, η Ζαρμουή, «έγινε το “σήμα κατατεθέν” του καταστήματος, δεν υπήρξε ντόπιος ή ξένος πελάτης, ανώνυμος ή επώνυμος, που να μην το δοκιμάσει. O πατέρας μου, μας είχε μάθει να ελέγχουμε τη γνησιότητα του γάλακτος ως εξής: εάν λίγες σταγόνες του “κάθονταν” σαν μπαλάκι επάνω στα νύχια των χεριών μας, απεδείκνυαν την αγνότητα και την υψηλή ποιότητά του. Όταν δώσαμε το μαγαζί στους μετέπειτα ιδιοκτήτες, τον Γιάννη και τον Τάκη –εργάζονταν πολλά χρόνια μαζί μας-, τους δώσαμε και τη συνταγή…»

Πλανόδιος παγωτατζής του «Αντρανίκ» (αρχείο Τάσου Ζωχιού, συλ. Χ. Μιζραχή).

ΟΙ ΓΕΥΣΕΙΣ, διάφορες. Φράουλα και λεμόνι. Κακάο και σοκολάτα. Κρέμα, βανίλια και η μοναδική γεύση απ’ το βύσσινο. Χάιδευαν τα χείλη και τους ουρανίσκους και μοίραζαν αγιάσματα…

ΝΤΟΠΙΑ υλικά, αυθεντικά, δίχως πρόσθετα. Φτιαγμένα, χειροποίητα, στις τοπικές βιοτεχνίες που ήκμαζαν ακόμη ή τη φάμπρικα «του κυρ-Μιλτιάδη». Ο μεγάλος πρωτοπόρος, Μιλτιάδης Μαργαρίτης, με το περίφημο ψυγείο – παγοποιείο του. Ιδρυτής (1901) της πρώτης, στην Ελλάδα, γαλακτοκομικής μονάδας, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην τοπική οικονομία. O tempora… O mores…

ΛΕΕΙ μια προφορική παράδοση, πως ο πρώτος παγωτατζής στην Κέρκυρα, υπήρξε «ένας γέρος απ’ την Πόλη». Δεν αποκλείεται. Μακρά –και κληροδότης του ευρύτερου ελληνισμού- η «γλυκιά» παράδοση της Πόλης. Με καμάρι της, το καϊμάκι, το «dondurma» (τούρκικα), σε ορισμένες περιπτώσεις με μαστίχα. Με «βάση» του σαλέπι, που έδινε στο παγωτό μια χαρακτηριστική κολλώδη μορφή.

ΑΛΛΟΙ ΛΕΝΕ πως ήταν «κάποιος Ιταλός». Δαιμόνιοι και γείτονες. Τούτοι, Ιταλοί μετανάστες, άλλωστε, ήταν αυτοί που καθιέρωσαν τον «παγωτατζή», ως λαϊκή κουλτούρα του δρόμου και στην άλλη πλευρά τ’ Ατλαντικού, απ’ τον 19ο αι. Σάντουιτς, κάθε λογής ναπολιτάνικες γεύσεις και παγωτά σε κυπελλάκια και χωνάκια από χαρτί, μαζί με τα περίφημα «pennylicks». Μικρά ποτήρια, δηλαδή, που περιείχαν παγωτό αξίας μίας δεκάρας (penny)… Αδύνατη η επιβεβαίωση. Και, σε τέτοιες ιστορίες, περιττή – άσ’ τον μύθο στον ταξιδεμό του, φίλε μου. Αρκεί…

Στους Άγιους Πάντες…

ΕΝΑ το βέβαιο: γεννήθηκαν από ανάγκη, οι παγωτατζήδες. Ελλείψει, βλέπετε, ηλεκτρικών ψυγείων, η πλανόδια διάθεση του παγωτού, με ειδική πατέντα στην προφύλαξη – συντήρηση, ήταν μεταπολεμικά η μόνη λύση. Οι ιστορικοί λένε πως παλαιότερα, στα πρώτα βήματα, για τη συντήρηση του προϊόντος, έβαζαν μέσα στον μεγάλο κάδο στο εσωτερικό του «κουτιού» που έσερναν με το καρότσι, χιόνι. Κι αργότερα, πάγο. Ρίχνοντας, παράλληλα, στρώσεις χοντρό αλάτι, για να διατηρείται η θερμοκρασία χαμηλή. Εκεί, βύθιζαν έναν δεύτερο, μικρότερο κάδο, γεμάτο παγωμένη κρέμα (αφού έβραζαν γάλα, ζάχαρη, αυτά, κακάο ή βανίλια), την οποία κάθε τόσο ανακάτευαν με μια μεγάλη, ξύλινη κουτάλα, μέχρι –με τη βοήθεια του πάγου που έχωναν στο ενδιάμεσο των δύο κάδων- να «παγώσει».

ΕΠΟΧΙΑΚΗ δουλειά. Καλοκαίρι παγωτά, το χειμώνα τυρόπιτες, λουκανικόπιτες στα προαύλια των σκολειών (ποιος σημερινός 40something δε θυμάται εκεί, στα 80s, τον κυρ-Τάσο, έξω απ’ τα κάγκελα του 2ου– 3ο Δημοτικού), γλυκά (καταϊφια, μπαλκαβάδες), πορτοκαλάδες – και στις εθνικές επετείους, σημαιάκια… Μεροκάματο…

ΑΠ’ ΤΗ δεκαετία του ’70, ο πλανόδιος παγωτατζής άρχισε σιγά- σιγά να χάνεται. Πιο λίγοι φέτος… Λιγότεροι του χρόνου… Κανένας… Η βιομηχανική εποχή, η τεχνολογία, γιόμισαν πια τα ζαχαροπλαστεία (με την τοιχοκολλημένη θρυλική αφίσα της ξανθιάς ομορφονιάς – δημιούργημα της εταιρείας «Αλέκτωρ» του Θεοφιλόπουλου), ψιλικατζίδικα, περίπτερα με μεγάλα ψυγεία – καταψύκτες. Βγήκανε τα παγωτά από το τροχήλατο καρότσι και άραξαν στα ράφια. Πήγαινες, το έπαιρνες, αντίο… Εύκολα, πολύ. Η πρόοδος, είπανε. Η πρόοδος…

ΚΙ ΕΜΕΙΝΑΝ, οι υπαίθριοι ήρωες μιας άλλης Κέρκυρας, μια γλυκιά ξεθωριασμένη μνήμη, πού και πού σωσμένη σε κάποια παλιά φωτογραφία ξεχασμένη απ’ το χρόνο… Κι έναν μακρινό, νοσταλγικό αχό: «Μια πεντάρα το χωνάκι, κρύο σαν το πεπονάκι…».

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ