11.9 C
Corfu
Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου, 2023

Τα Μουρ(ι)όνια και οι Μώροι…

Τα αποτροπιαστικά λίθινα, κεφάλια στο «κλειδί» των βόλτων και η μυθολογία των «Μώρων», που φυλάν’ τους θησαυρούς

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

Στέκουν σιωπηλά και ακέραια, τρομακτικά σχεδόν, με το δαιμόνιο σκαλιστό τους μούτρο. Πέτρινα γλυπτά κεφάλια, «μασκερόνια» (mascheroni), αιώνιοι ακούνητοι φρουροί, συνήθως στο «κλειδί» των βόλτων. Σε φατσάδες, πορτόνια, εξωθύρια, σε εισόδους και σε κρήνες. «Μουρόνια» (ή «Μουριόνια») τα ‘παν οι παλιοί. Κάποιοι, ισχυρίζονται, απ’ το «Moro» (μαύρος). Άλλοι απ’ το «Muro» (τείχος), το «Μοrio» (τέρας) ή το «Morte» (θάνατος). Ίσως, πράγματι, από κάποιο. Ή κι απ’ όλα – σε «συγχορδία» ανελέητη, ακοίμητη. Σπαρακτική, αποτροπιαστική. Θρύλων σπορά και θερισμός ανάγκης…

Η ΠΙΟ δημοφιλής προφορική παράδοση, συνδέει το μουριόνι με το «Moro» (μαύρος). Από τον «μαύρο θάνατο», κακιά αρρώστια και θανατικό, η αδυσώπητη πανώλη (πανούκλα), που, επί Ενετοκρατίας, θέριζε τον τόπο τακτικά (το 1611, το 1630, το 1648, το 1673). Κι αφού νωρίτερα, τον 14ο αι., τον ύστερο Μεσαίωνα, αλώνισε ακονίζοντας δρεπάνι όλη την Ευρώπη.

ΤΟΤΕ, λέει μια εκδοχή, στη μυθολογία της Βλαχίας, αναβίωσε το «Μουρόνι». Πλάσμα φανταστικό, μυθοπλαστικό βαμπίρ, που έπινε το αίμα. Κι ανάλογα ποιανού, έπαιρνε μορφή. Άλλοτε, του ενός του ζώου. Άλλοτε του άλλου. Ή άλλοτε μια μέσης εκδοχής – ζώου κι ανθρώπου.

Ο ΜΥΘΟΣ, όταν το «χτικιό» απλώθηκε, μεταφέρθηκε στο χάρτη. Κι όταν η Κέρκυρα, ως ανέκαθεν σημείο κομβικό στα εμπορικά δρομολόγια από και προς Ανατολάς, αποδείχτηκε ξανά ευάλωτη στη μόλυνση από επιδημικές ή άλλες, άγνωστες αρρώστιες («που έπιναν το αίμα»), μεταφέρθηκε, μέσω Βενετιάς, κι εδώ. Και προσαρμόστηκε…

«ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ» γράφει ο Σπ. Κυριάκης, «πίστευαν ότι  (η πανώλη) ήταν έργο του διαβόλου ή δοκιμασία του Θεού. Οι αρχές επέβαλαν καραντίνα στα εμπορικά. “Quaranta Giorni” τη λέγανε. Αλχημιστές έριξαν στην αγορά φάρμακα με ιδιότητες μαγικές. Οι παπάδες έκαναν καθημερινά δεήσεις. Κατηγορήθηκαν μάγισσες ως υπαίτιες για την συμφορά και οδηγήθηκαν στην πυρά. Φτωχοί και πλούσιοι κατηγορούσαν τους διπλανούς τους ως αμαρτωλούς φορείς της αρρώστιας…».

ΑΛΛΑ η αρρώστια συνέχιζε το έργο της. Και ο τόπος, η ύπαιθρος ερημωνόταν. Τρόμος στην πόλη, ‘σφαλισμένες πόρτες κι αγωνία – παρά το ειδικό, υγειονομικό σύστημα που είχε διαμορφώσει το Ενετικό κράτος (στη Βενετία και τις κτήσεις της) με επικεφαλής τον Προβλεπτή Υγείας (Proveditore della Salute), υπεύθυνο, πλην άλλων, της λειτουργίας των λοιμοκαθαρτηρίων (χώροι καραντίνας). Των «λαζαρέτων».

ΕΤΣΙ, μέσα στην απόγνωση, σε χρόνια που οι δυσειδαιμονίες σήκωναν σημαία, παρέα με την προσευχή στην επουράνια παρέμβαση, έπιασαν δουλειά οι σκαλιστάδες. Κι έφτιαξαν έξω απ’ τ’ αρχοντικά, τις λέσχες, φοβερά, πέτρινα μούτρα στις εισόδους, για να τα βλέπει το κακό και να αλλάζει στράτα. Γιατί, καταπώς γράφει και ο Μάμαλος σκαλίζοντας προαιώνια αρχέτυπα, «οι άνθρωποι τοποθετούν, από τη γέννηση του πολιτισμού, πρόσωπα του εγκόσμιου ή υπερβατικού χώρου σε ό,τι θεωρείται σημαντικό και χρήζει προστασίας. Η ομορφιά τους μαγνητίζει το καλό την ίδια στιγμή που το γκροτέσκο απωθεί τον κίνδυνο της απώλειας και της αρρώστιας…»

ΚΑΠΟΙΑ ώρα, το θανατικό ημέρεψε. Ο κόσμος βγήκε πάλι έξω, συνέχιζε τη ζήση του. Και ‘μείναν τα μουριόνια να κοιτούν τον κόσμο με τα φοβερά, τα βλοσυρά τους μούτρα. Γαλήνια και αγριωπά, με ένα διακριτικό «χαμόγελο». Για το κακό που νίκησαν…

Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ. Ή / και οι «Μώροι». «Φαντάσματα», γράφει ο Θ. Σκαλίτης. Της ντόπιας λαϊκής παράδοσης. «Με μορφή μαυροφορεμένου, μεγαλόσωμου άνδρα. Λέγεται ότι είναι ψυχές ανθρώπων που οι αρχόντοι τους σκότωσαν στα θεμέλια ή στο σαγράδο τ’ αρχοντικού τους για να τσου φυλάνε τον θησαυρό»˙ και γράφει ο Πολυλάς στα «Τρία Φλωρία» του (1892): «…και το Πνεύμα μου απάντησε: “Σ’ του Ζυγονού τα ερμόσπιτα για χρόνους εννενήντα φύλαγα τρεις σωρούς φλωρί ως ήμουν διορισμένος…”».

ΝΥΧΤΟΒΙΑ πνεύματα. Και σαν τέτοια, σύχναζαν τα βράδια στα ερείπια των αρχοντικών των κάποτε αφεντάδων τους. «Εκεί εκτίουν την ποινή της αιώνιας καταδίκης τους, προστατεύοντας το χτίσμα ή φυλώντας τον θησαυρό». Κι αν ήτανε στην εξοχή, κύλαγαν στο θεοσκόταδο τα πέτρινα λιθάρια λουτρουβιών. Παιχνίδι σκιαχτικό. Για κάθε επίδοξο να βάλει χέρι στα φλουριά…

ΚΑΠΟΥ εδώ, η συνέχεια τραβά περπατησιές σε δίστρατο…

• Τρομακτικός, λέει ο Μωρός. «Ίσκιωμα» εκδικητικό, φουσκωμένο απ’ την άδικη τη μοίρα του. Κι έτσι, οι νοικοκυραίοι, φτιάχναν’ τα μουριόνια. Φύλακες, να μην περάσει «του Μώρου το ποντίγιο» στο δικό τους σπιτικό.

• Άκακο αερικό, λέει ο Μώρος (η δημοφιλέστερη ‘ξιστόρηση). Μπορεί κι ωφέλιμο, υπεύθυνο για πλουτισμούς – και φτιάχναν’ τα μουριόνια, σαν λίθινη εικόνα τους, για «να καλέσουνε τους πλούτους». Γιατί, κατά τούτη την παράδοση, που μας εξιστορεί ο Πακτίτης, ο Μώρος, για να λεφτερωθεί από την αιώνια τιμωρία του, έπρεπε να ‘βρει κάποιον «εκλεκτό». Να του εμπιστευτεί την ιστορία και το δίκιο του. Να ξαλαφρώσει απ’ τ’ άδικο. Και μετά, γι’ ανταμοιβή, να του πει το θησαυρό που φύλαγε. Αλλά με μία προϋπόθεση:του λόγου του, ο εκλεκτός, να του φερθεί καλά. Με υπομονή. Να μην ομολογήσει σε κανένα το απάντημα, το μυστικό του θησαυρού ή «να μην γυρίσει πίσω να κοιτάξει». Αν το έκανε, γιόμιζε φλουριά. Αν όχι, ο θησαυρός χανόταν – και ο Μώρος έχανε το ξαλάφρωμα απ’ το βάσανο˙ και τότε, «αλίμονο στον άτυχο. Ο Μώρος γίνεται έξω φρενών και αν τον πετύχει πουθενά τον κάνει μαύρο στο ξύλο – μπορεί να τον πνίξει κιόλας. Ακόμη και μέσα στο σπίτι του…»

Νίκος Πακτίτης… «Έναν τέτοιο μώρο είχε δει στον ύπνο της η Μαρούλω από τον Άνω Γαρούνα και της ομολόγησε το μέρος που είχε θάψει ένα μεγάλο θησαυρό. Το επόμενο πρωί και πριν πάει στο σημείο που της είχε υποδείξει το είπε σε μια γειτόνισσά της. Λίγες ώρες αργότερα έσκαψε στο σημείο εκείνο και βρήκε ένα μεγάλο σωρό από… κάρβουνα. Με αυτόν τον τρόπο πλήρωσε την ομιλητικότητά της»

Ο Μώρος στα «Τρία Φλωρία» του Πολυλά

«… Και με τούτο επροχώρησε σιγαλά προς το φως και εγνώρισε τους παλιόπυργους του Ζυγονού. Εσώζετο εκεί ένας πυλώνας, που τον είχε παρατηρήσει πολλές φορές, γιατί ήταν ο μεγαλύτερος μέσα εις εκείνα τα γκρεμισμένα κτίρια, κι εκρατούσαν ακόμη ολόρθοι και στέρεοι οι μαρμαρένιοι παραστάτες και το τοξωτό ανώφλι. Η αυλή μέσα εφωτίζετο, αλλά καπνός τίποτε, και δεν ακούετο άχνα.
-Θα κοιμάται, και φέγγουν τ’ αθράκια ακόμα εις κάποιαν άκρην.
Από την μεγάλην ησυχίαν εθάρρεψε και διασκέλισε με το δεξιό του πόδι το κατώφλι. Καθώς έβαλεν εμπρός την κεφαλήν, είδε τρεις μεγάλους σωρούς όλο χρυσό φλωρί, όπου εφεγγοβολούσαν, και επάνω εις τον μεσινόν αναδεύετο σιγά σιγά αεροκάμωτη μορφή ωσάν ανθρώπου. Άπιαστα του προσώπου τα πιθέματα, και οπίσω της, ωσάν οπίσω από αγανό μαγνάδι, εξεχωρίζονταν οι μαυροαραχνιασμένοι τοίχοι, και μόνον τα πόδια της μορφής ασπροκιτρίνιζαν από την αναλαμπήν που έβγανε το χρυσάφι. Ο άνθρωπος έχασε τα ήπατα κι έμεινε αυτού με τα πόδια ασάλευτα επάνω εις το κατώφλι και μόλις εδυνήθη να κινήσει μηχανικώς το χέρι, να κάμει το σημείον του σταυρού.
-Σέβομαι και εγώ εκείνο το σημείον, του είπε το φάντασμα, αλλά εσύ τι γυρεύεις εδώ; Ο θησαυρός όπου βλέπεις είναι φυλαμένος δι΄ έναν άνθρωπο πέρα εις την μεγάλην πολιτείαν και εγώ είμαι διορισμένος να παραστέκομαι νύκτα μέρα εις αυτά τα φλωριά, ώσπου να έλθει εκείνος να του τα παραδώσω.
Η φωνή και το ήθος του φαντάσματος μέσα εις την σοβαρότητα είχαν τόσην γλυκάδα, ώστε ο άνθρωπος έχασε τον φόβο. Εκοντοστάθηκε, κι έπειτα είπε του φαντάσματος:
-Είσαι ο Μώρος. Είσαι πνεύμα αγαθό και γνωρίζω, πως όταν δύνασαι βιοτίζεις τον άνθρωπον. Μου είπες ότι αυτά τα φλωριά είναι ξένα, αλλά μη με αφήσεις να φύγω περίλυπος. Μίαν μόνον χάριν σου ζητώ. Δώσε μου την άδεια να πάρω ένα φλωρί από κάθε σωρόν.
Το φάντασμα εχασκογέλασε, που αχολόγησε όλο εκείνο το ερμόσπιτο….».

Στο πέρασμα των χρόνων, τα «μουριόνια» απέκτησαν και χρήση… αρχιτεκτονικής πρακτικής. Έτσι (σαν σε συνέχεια της βενετσιάνικης συνήθειας, όπου τέτοιες πέτρινες κεφαλές χρησίμευαν και ως μέσο αποστράγγισης του βρόχινου νερού), υπό τον όρο απαντάται ο πρόβολος (φορούσι), πακτωμένος στη λιθοδομή, για τη στήριξη εξώστη. Και, ειδικά στην ύπαιθρο, πέτρινα στηρίγματα κάτω από παράθυρα, με μια τρύπα στη μέση. Από εκεί οι νοικοκυράδες περνούσαν ένα ξύλο στρογγυλό. Και, μας λέει η Νινέτα Λάσκαρι, «το πρωί πριν φύγουν για γκιορνάδα (μεροδούλι), αν δεν έβρεχε, απλώνανε τη “στρωμνή”, όλα δηλαδή τα ρούχα του κρεβατιού για να πάρουν αέρα και να τα κάψει ο ήλιος –ο φόβος για το χτικιό ήταν μεγάλος- γιατί μέσα στα σπίτια  υγρασία περίσσευε τον χειμώνα». Άλλοτε δε, πάνω στα δυο στηρίγματα, άπλωναν μια τάβλα κι έβαζαν φρούτα, συκομαϊδες και καρπούς, να ξεραθούν στον ήλιο.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ