26.2 C
Corfu
Παρασκευή, 3 Ιουλίου, 2026

Old Christmas / «Το Κοριτσάκι με τα σπίρτα» έχει την κερκυραϊκή του εκδοχή

Η ιστορία του Γιάννη του Καμπούρη ξετρυπώθηκε στην εφημερίδα «Κέρκυρα» του 1936.

Επιμέλεια: Ηλίας Αλεξόπουλος

Απ’ το 1845 που εκδόθηκε πρώτη φορά, με την υπογραφή του H. Chr. Andersen, παγιώθηκε στις συνειδήσεις ως το, πιθανόν, πιο χαρακτηριστικό παγκόσμιο παραμύθι των εορτών. «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα»… Και ήταν, πρώιμα, τέτοια η απήχησή του στο κοινό (ή, έστω, τόσο παγκόσμια κοινή η θεμέλια ιστορία), που εμφανίστηκαν και… διασκευές. Η μία, κερκυραϊκή. Κι εντοπίστηκε σ’ ένα απ’ τα λατρεμένα, του Corfu Stories, σκαλίσματα, σε παλιές, τοπικές εφημερίδες. «Κέρκυρα», φ. 5 Ιανουαρίου 1936. Υπό τον τίτλο «Χριστουγεννιάτικο Διήγημα» και, για υπογραφή, τα αρχικά «Σ.Κ.». Η ιστορία «του Γιάννη του Καμπούρη»…

Ήταν Δεκέμβρης μήνας, παραμονή Χριστουγέννων. Λίγα άστρα φώτιζαν τον ουρανό, μα η χλωμή τους λάμψη χανόταν μπρος στην πλούσια φωτοχυσία της χώρας. Η αγορά πλημμύρισε από κόσμο, το χρήμα έρρεε ποτάμι, και οι πτωχοί πωληταί στις πάγκες τους, σαν ζαλισμένοι από τους τόσους πελάτες, που πρώτη φορά καταδέχονταν τα είδη των.

Τα μαγαζιά γεμάτα, ο κόσμος αγόραζε, τα Χριστούγεννα για όλους ρόδινα φαίνονταν, και η μεγάλη καμπάνα του Αγίου θύμιζε το μεγαλείο της επομένης μέρας. Ένας μονάχα πωλητής, καμμιά δουλειά δεν έκανε και ορθός μπρός στο καλάθι του, κανένα δεν τραβούσε με τες παθητικές του ρεκλάμες για τα είδη του.

Ήταν ο Γιάννης ο Καμπούρης, ένα δύστυχο παιδί, αδικημένο από τη φύση, περιφρονημένο από τον κόσμο, πεντάρφανο και πεινασμένο, που στα δέκα πέντε χρόνια της ζωής του, είχε όλες τις πίκρες της ζωής δοκιμάσει. Μία μάννα είχε, την έχασε κι αυτήν και τώρα μόνος, όπως μπορούσε έκανε για να βγάζη το ψωμί του.

Κακοκαμωμένο, με κυρτούς ώμους, τον είχαν ονομάση τα παιδιά της γειτονιάς του “ο Γιάννης ο Καμπούρης”. Ποτέ όμως δεν θα ζητιάνευε, όσο και να πεινούσε και γι’ αυτό τα Χριστούγεννα είχε φτιάξει μόνος του, με κάτι κομμάτια ξύλο που του ‘χε δώσει ένας μαραγκός, ξύλινα παιγνίδια, χοντροκαμωμένα και άτεχνα, που στα δικά του μάτια φαίνονταν η τελευταία λέξις του νεωτερισμού. Θα τα πουλούσε, κι έτσι, τίμια και δίκαια, θα είχε ψωμί να φάη τα Χριστούγεννα.

Μα, όσο και να φώναζε αυτό το βράδυ, “Πάρτε, πάρτε, φθηνά παιγνίδια!”, καμία ψυχή δεν πλησίασε το δύστυχο μικρό, κανένα δεκάρικο δεν αντάμειψε το παιδί.

Ήταν πια αργά, άδειαζε η αγορά, και ο Γιάννης ο Καμπούρης, σήκωσε το καλάθι του γεμάτο όπως πριν και τράβηξε τον ανήφορο, σε μια απόκεντρη συνοικία της πόλεως. Τα μεγάλα αρχοντόσπιτα ύψωναν στον ουρανό τις μαύρες των σιλουέττες και τα φωτισμένα παράθυρα της γειτονιάς μαρτυρούσαν εορτασμό στων πλούσιων τες οικογένειες.

Μόνος στον έρημο δρόμο, ο Γιάννης περπατούσε λυπημένα, μία μικρή ψυχή, κοντά στ’ άψυχα πελώρια κτήρια. Έφθασε στα σκαλοπάτια μιας εκκλησίας και ξεφορτώνοντας το καλάθι, έπεσε να κοιμηθή εκεί, στα σκαλιά, στο κρύο μάρμαρο. Ύπνος όμως δεν ερχόταν να του κλείση τα μάτια και μόνο δύο μεγάλα δάκρυα, κύλισαν στα λιγνά του μάγουλα.

Μες της νύχτας τη σιγή, άκουσε από μακρυά παιδιάστικες φωνές, που έψελναν τα κάλαντα σε κάποιο αρχοντικό. “Χριστούγεννα! Χριστού χαρά! Χριστός ξαναγεννιέται!” έλεγαν, και για το δύστυχο ορφανό, αυτές οι λέξεις, σούβλισμα έμοιαζαν φρικτό. “Χριστός ξαναγεννιέται” μουρμούρισε, “ξαναγεννιέται… για όλους, αλλά για μένα, όχι”…

Aποκοιμήθηκε… Και βρέθηκε σ’ ένα μεγάλο κήπο, γεμάτο λουλούδια και πεταλούδες. Περπατούσε ατάραχα, στα φυτεμένα μέρη, με το καλάθι του στο χέρι και όποιο λουλούδι του άρεσε, το έκοβε και το έβαζε μέσα μαζί με τα παιγνίδια.

Τέλος, έφθασε σε μία σπηλιά, στην άκρη του κάμπου. Μπήκε μέσα. Ξαπλωμένο σε μια φάτνη, στο κέντρο της σπηλιάς, ήταν ένα μικρό παιδάκι που κοιμόταν ήσυχα και στο πλάι του μια μητέρα σκυμμένη το παράστεκε. Ο Γιάννης προχώρησε και περπατώντας σιγά ως το κοιμώμενον μωρό, γονάτισε στη φάτνη και παίρνοντας το μικρό χεράκι του, το έσφιξε στα χείλη του.

Το μικρό ξύπνησε και μόλις είδε τον Γιάννη, του χαμογέλασε γλυκά και άπλωσε τα δυο του χέρια, λες και κάτι ζητούσε. Σαν να κατάλαβε ο Γιάννης και σηκώνοντας το καλάθι του, του έδωσε ένα από τα πτωχά παιγνίδια, που τόσο ακατάδεκτα τα είχαν περιφρονήσει στην αγορά.

Τα πήρε το παιδί, τα κύτταξε, τους γέλασε και έπειτα, απλώνοντας πάλι τα χέρια, είπε με μια φωνή καλωσύνη γεμάτη. “Έλα σε μένα! Εσένα θέλω, όχι τα παιγνίδια σου. Έλα!” Και εκείνη τη στιγμή από παντού ακούστηκαν μελωδικοί ψαλμοί και χίλιες φωνές τραγουδούσαν μαζί: “Χριστούγεννα! Χριστού χαρά! Χριστός ξαναγεννιέται!”

To άλλο πρωί, βρέθηκε το σώμα του Γιάννη του Καμπούρη άψυχο και παγωμένο στα σκαλοπάτια της εκκλησίας. Ένα χαμόγελο ευτυχίας απόμενε στα μισοανοιγμένα του χείλη. Μαρτυρώντας πως ο Χριστός είχε ξαναγεννηθή, για όλους… Ακόμη και γι’ αυτόν…

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ