23.9 C
Corfu
Σάββατο, 18 Απριλίου, 2026

Ο άγνωστος Σολωμός (1): 95 χρόνια πριν, δια στόματος της γυναίκας τ’ αδελφού του

Η σειρά δημοσιευμάτων του Κ. Καιροφύλα στην επιθεώρηση «Η Κυριακή του Ελευθέρου Βήματος» (1926-’27), βασισμένη στις αναμνήσεις της Ελένης Σολωμού, σύζ. Δημητρίου.

ΑΝΗΜΕΡΑ τ’ Αγιοσπυρίδωνα (12/12), του 1926, τα μανταλάκια των κυριακάτικων, αθηναϊκών εφημερίδων έκαναν, με τρόπο, θέση για ένα νέο σπόρο. Ήταν «Η Κυριακή του Ελευθέρου Βήματος», σε διεύθυνση Κ. Αθάνατου. Εβδομαδιαία, οκτασέλιδη, κόστους 2,5 δρχ., με σύγχρονη αισθητική και λογική, για την οποία προϊδέαζε ιδανικά η under title σύσταση: «Φιλολογική, Καλλιτεχνική και Κοινωνική…».

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ, απούσα. Ομοίως, και η τυπική επικαιρότητα. Διάβαζες, αντίθετα, σειρά ιστορικών και λογοτεχνικών θεμάτων (με έμφαση στα πρόσωπα) κι αφιερωμάτων, κοινωνικά χρονογραφήματα, μυθιστορίες σε συνέχειες (κλασικό credit εποχής), ρομάντσα, ταξιδιωτικά, στήλες για εκδηλώσεις, θέατρο, εικαστικά, άλλες για την κοσμική κίνηση «του άστεως», τη μόδα, τη διακόσμηση, το σπίτι, τη σύγχρονη γυναίκα ή του κόσμου τα περίεργα˙ κι όλα αυτά διανθισμένα με μια εντυπωσιακή, σε όγκο, εικονογράφηση (σκίτσα, κυρίως).

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ; Όχι, δα. Περιοδικό. Ποικίλης ύλης – ή, για την γλώσσα του Μεσοπολέμου, «επιθεώρησις». Σε μια περίοδο, που ναι μεν τα περίπτερα «είνε καταστόλιστα από πλήθος περιοδικά… πολύφυλλα και πολύχρωμα και κατά μυρίους τρόπους δελεαστικά», ωστόσο, έλλειπε «μια πραγματική “Επιθεώρησις” με χαρακτήρα καθαρώς πνευματικόν και αισθητικόν…».

ΞΕΦΥΛΛΙΣΜΑ, σελίδα 2. Κάτω απ’ την κεντρική βινιέτα «Από Κυριακής εις Κυριακήν», ο αναγνώστης διάβαζε ατμοσφαιρικές γραφές για «Το φθινόπωρο της ζωής μας» και «Το αιώνιον Φως». Στιχάκια του Α. Μάμμελη. Το «νεώτατον παρισινόν μυθιστόρημα» του Ανρύ Ντυερνουά, «Ζητώντας τον Έρωτα». Και δεξιά, στο δίστηλο…

«Ο άγνωστος Σολωμός – Η ζωή του εθνικού μας ποιητού.

Μια νέα επιτόπιος έρευνα»

ΥΠΟΓΡΑΦΗ, Κ. Καιροφύλας…

ΗΤΑΝ το α’ μέρος μιας εκτενούς σειράς δημοσιεύσεων, που, αισίως, συνεχίστηκαν έως τις 20 Μαρτίου του ’27. Το πρωτότυπο της ιστορίας; Διττό. Αφ’ ενός, η έμφαση δε διδόταν τόσο στο λογοτεχνικό έργο του μεγάλου Επτανησίου. Όσο στη ζωή του. Την καθημερινότητα, το χαρακτήρα, τις συνήθειες, τις αδυναμίες, τη σχέση με τον αδελφό και τη μητέρα του, πρόσωπα, τοπόσημα και περιστατικά, σκηνές απ’ τη ζωή τ’ ανθρώπου – παρά του ποιητή. Κι αφ’ ετέρου, αν και σημειώνεται η συνδρομή πρωτογενών, αρχειακών πηγών (π.χ. απ’ το αρχειοφυλάκιο Ζακύνθου), βάση της εργασίας Καιροφύλα ήταν μία σπάνια, προφορική μαρτυρία: της Ελένης Σολωμού – Κοκκίδη. Θείας του υπογράφοντος και δεύτερης συζύγου του αδελφού του Διονυσίου. Του Δημήτρη…

ΒΙΩΜΑΤΑ. Και αναμνήσεις. Γεγονός, που καθιστά μεν, εν μέρει ελεγχόμενη την αντικειμενικότητα των κρίσεων, χαρίζει, ωστόσο, απεναντίας, την αμεσότητα της αφήγησης και την «πρόσβαση» σε, άλλως, αιωνίως άγνωστες πτυχές. Δεν είναι υπερβολή ο χαρακτηρισμός: «Ντοκουμέντο». Ενός αιώνα (παρά πέντε χρόνια) πριν…

ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ των σχετικών δημοσιευμάτων (την ύπαρξη των οποίων εν πρώτοις επισήμανε το 2013, η καλή ιστοσελίδα ola-ta-kala.blogspot.gr), εντοπίστηκαν στην ψηφιακή βιβλιοθήκη της Βουλής. Σήμερα (9/2), επ’ αφορμή της επετείου του θανάτου του Διονυσίου Σολωμού, το Corfustories.com καταθέτει την πρεμιέρα τους…

ΜΕΡΟΣ Ι

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ

Την τελευταίαν καλοκαιρινήν μου διαμονήν εις το αγαπημένο μου νησί, αφιέρωσα εις την έρευναν της ζωής του εθνικού ποιητού. Είχα κάποιαν προαίσθησιν ότι εις την Ζάκυνθον θα εύρισκα αρκετά ακόμη δια τον Διονύσιον Σολωμόν. Όταν ήμουν παιδί θυμούμαι ότι ήκουα πολλά πράγματα από τον ιστορικόν Χιώτην και άλλους γέρους που ενθυμούντο τον ποιητήν. Αλλά τώρα πλέον όλαι αυταί αι αναμνήσεις είχαν σχεδόν σβυσθή από τον νου μου, και από τους γέρους αυτούς δεν έμενε πλέον κανένας δια να μου τας ξαναζωντανεύση. Μόνον μία υπήρχεν ακόμη – μία, αλλά πολύτιμη: η γυναίκα του αδελφού του ποιητού, η Ελένη Σολωμού, η οποία εικοσαετίς μόλις, είχε συζευχθή τον υπερεξηκοντούτην Δημήτριον Σολωμόν, και η οποία, παρ’ όλα τα 82 χρόνια της, έχει θαυμάσιον μνημονικόν και ανθηρότητα καταπλήσσασαν. Η κ. Ελένη Σολωμού, συζευχθείσα κατόπιν τον αστρονόμον Δημ. Κακκίδην, είνε στενωτάτη συγγενής μου. Ένα απόγευμα, εις το σπίτι εις το οποίον κατοικεί (σπίτι ιστορικόν διότι εκεί εγεννήθη ο ποιητής) και όπου προ εξήντα ετών εμπήκε νύφη με τον Σολωμόν, ξαπλωμένη εις μίαν πολυθρόναν, έπειτα από παρακλήσεις μου, εδέχθη να ψάξη μέσα στας αναμνήσεις της δια να ξεθάψη ό,τι της είχε ειπή ο σύζυγός της Δημήτρης –όπως τον αποκαλεί και όπως τον απεκάλει και ο ποιητής- σχετικώς με τον ψάλτην του Εθνικού Ύμνου μας.

Σ’ αυτό εδώ το δωμάτιο, μικρούλα εγώ, σεβαστός εκείνος, αυστηρός, με πατρικό σχεδόν ύφος, το βράδυ, σιμά στο τζάκι, μου αφηγείτο ανέκδοτα και γεγονότα οικογενειακά του, μου είπεν η θεία μου, κ. Σολωμού – Κοκκίδου.

Ταυτοχρόνως είχα την τύχην, βοηθηθείς από τον ιστοριοδίφην και διευθυντήν του αρχειοφυλακείου Ζακύνθου, κ. Λεων. Ζώην, να εύρω πλείστα έγγραφα περί Σολωμού, τα οποία, προστιθέμενα εις ογκώδη φάκελον, εγγράφων και δοκουμέντων σχετικών, τα οποία κατείχεν η κ. Ελένη Σολωμού – Κοκκίδου, απεκάλυπτον και εξήντλουν δύο ζητήματα του βίου του ποιητού, μεγίστου ενδιαφέροντος και τελείως ανεξερεύνητα μέχτι τούδε: την δίκην του Ροβέρτου Σολωμού κατά του ποιητού και του αδελφού του Δημητρίου, κατηγορουμένων ως νόθων τέκνων, και την δίκην την οποίαν ο ποιητής μαζί με τον αδελφόν του ήγειρον κατά της μητέρας των, ως τεκνοποιησάσης νόθον τέκνον, μετά τον θάνατόν του συζύγου της.

Ίσως ευρεθούν μερικοί, οι οποίοι θα ξενισθούν, διότι αποκαλύπτω μίαν οδυναράν σελίδα του βίου του ποιητού. Εις αυτούς παρατηρώ ότι ο ιδιωτικός βίος ενός ποιητού ουδέν το κοινόν έχει με τον βίον ενός αγίου, και ότι από ένα ποιητήν εκείνο το οποίον απαιτούμεν είνε τέλειοι στίχοι και μεγαλόπνοοι ιδέαι. Και αυτός ακόμη ο ήλιος έχει κηλίδες. Μετά πάροδον ενός αιώνος περίπου, ότε τα πρόσωπα του δράματος απέθανον προ πολλού, δίκαιον είνε να έλθη εις φως και η λυπηρά αύτη ιστορία. Πόσα, ήκιστα τιμητικά, δεν εγράφησαν εσχάτως δια τον ιδιωτικόν βίον του Βίκτωρος Ουγκώ, του Λαμαρτίνου και άλλων; Ο ψάλτης των “Ελευθέρων Πολιορκημένων” και της “Φαρμακωμένης” δεν θα κινηθή διόλου από τον στηλοβάτην της αθανασίας του, με την αφήγησιν της θλιβεράς όσο και αληθούς αυτής περιπετείας του βίου του.

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΤΟΥ ΗΛΙΚΙΑ

Από μικρός ο ποιητής ήτο ατίθασος, παράξενος, ανυπόφορος, μη ακούων κανένα και θέλων να επιβάλλη τη θέλησή του στους άλλους. Ιδίως είχε πείσμα. Δεν του άλλαζες γνώμην με κανένα τρόπο. Ο αδελφός του Δημήτρης μου διηγείτο, ότι κατά την εκλογήν επισκόπου Ζακύνθου, η οποία έγινε με μεγάλο πείσμα, ο ποιητής ήτο ενάντιος εις τον υποψήφιο Δενάζην, τον οποίο υποστήριζε ο αδελφός του Δημήτρης. Μετά την επιτυχία του Δενάζη, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, έγινε μεγαλοπρεπής διαδήλωσις στους δρόμους της Ζακύνθου. Οι φίλοι του Δενάζη έρριχναν από τα παράθυρα, ενώ περνούσε η διαδήλωσις, άνθη, κουφέτα, περιστέρια και κολονάτα. Ο ποιητής, για να κάμη πείσμα στον αδελφό του, ενώ επλησίαζε η διαδήλωση να περάση από το σπίτι του (διότι κατοικούσε χωριστά από τον αδελφό του) διάταξε τους υπηρέτας του κ’ έκλεισαν θορυβωδώς και επιδεικτικά όλα τα παράθυρα του σπιτιού του.

ΤΟ ΠΕΙΣΜΑ

Το πείσμα του όμως αυτό δεν ήταν από κακία, απεναντίας όλη η ζωή του ήτο γεμάτη από επεισόδια καλωσύνης, αλτρουϊσμού και φιλανθρωπίας. Συνεκινείτο με το παραμικρότερο πράγμα. Γι’ αυτό, από μικρόν η μητέρα του, όταν ήθελε να τον δαμάση, τον έπιανε με το καλό. Και αυτό ήταν το καλύτερο μέσο για να τον κάμη ό,τι ήθελε. Πολλές φορές τα έβαζε με τον αδελφό του, αλλ’ ο Δημήτρης, όπως μου διηγείτο αργότερα, δεν του έδινε απάντηση, τον άφηνε να ξεθυμάνη, γιατί ήξερε ότι γρήγορα θα ξαναγύριζε για να του ζητήσει συγγνώμη, να ξαναφιλιωθούν. Μια καρδιά αιώνια παιδική… Γκρινιάρης. Αφού έφθανε να θυμώνει και να παραπονήται, διότι ο Δημήτρης δεν του έστειλε εγκαίρως τα σπιτικά παξιμάδια, τα οποία του άρεσαν φοβερά και τα οποία είχε αναλάβη να του στέλλη τακτικά από την Ζάκυνθο όλο το διάστημα που έζησε στην Κέρκυρα. Αλλοίμονο αν αργούσε να του στείλη το βαρέλι με την Βερντέα, το εκλεκτό ζακυθινό κρασί. Τον έπιανε απελπισία και θυμός.

ΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΤΟΥ

Εγράφη πολλές φορές, ότι έφυγε από την Ζάκυνθον, γιατί εμάλωσε με τον αδελφό του. Η αφορμή δεν ήταν αυτή. Η αλήθεια είναι, όπως μου διηγήθηκε πολλές φορές ο Δημήτρης, ότι ο ποιητής δεν “σύγκανε” με την πρώτη γυναίκα του Δημήτρη. Θυμούμαι μάλιστα ότι ένα βράδυ ο Δημήτρης μου είπε εμπιστευτικώς:

– Η πρώτη μου γυναίκα είχε επιτακτικό χαρακτήρα και εξ αιτίας της δεν έμεινε εδώ ο αδελφός μου. Είμαι βέβαιος ότι αν είχα τότε εσέ, θα κατώρθωνες με τους τρόπους σου να κατακτήσεις τον παράξενον αυτόν αγριάνθρωπον, τόσο ώστε χωρίς άλλο θ’ άφηνε εσέ κληρονόμο του.

Μερικοί είπαν ότι ο ποιητής έφυγε από την Ζάκυνθο, διότι εντρέπετο να μείνη έπειτα από τη δίκην εναντίον της μητέρας του. Αυτό δεν είνε αλήθεια. Διότι έφυγε το 1828 για την Κέρκυρα, ενώ η δίκη άρχισε το 1833 και τελείωσε το 1838 (1).

Κατά βάθος ποτέ δεν έπαψε ν’ αγαπάει τον αδελφό του ο ποιητής. Από τότε που πήγε στην Κέρκυρα έως την ημέρα του θανάτου του, δεν έπαψε να γράφη στο Δημήτρη τα γλυκότερα και ευγενικώτερα γράμματα. Αυτό δείχνει ότι κατά βάθος ο ποιητής ήταν ένας γκρινιάρης, ο οποίος με παραμικράς αφορμάς εμάλωνε όταν ήταν σιμά, αλλ’ από μακρυά έμενε πάντα ο καλόκαρδος και ευγενικός άρχοντας που πράγματι ήταν.

Στον αδελφό του μάλιστα είχε και κάποιο αίσθημα σεβασμού και φανερής εκτιμήσεως. Γι’ αυτό πάντα του έγραφε με τον τίτλο του, όταν ο Δημήτρης έγινε πρίγκιψ πρόεδρος της Ιονίου γερουσίας. Τον ετιτλοφορούσε πάντοτε “Υψηλότατε”, τόσο στα γράμματά του όσο και μπροστά σ’ άλλους.

Ήτο, όπως είπα, υπερβολικά νευρικός. Γι’ αυτό, όταν ήταν πανηγύρια, τόσο όταν έμενε στην Ζάκυνθο, όσο όταν έζη στην Κέρκυρα, όσες φορές ήταν ή πανηγύρια ή διαδηλώσεις, έφευγε από την πόλι κ’ επήγαινε στην εξοχή για ν’ αποφύγη την ενόχλησι. Το Μεγάλο Σάββατο και το Πάσχα, που συνήθιζαν στην Ζάκυνθο και στην Κέρκυρα να ρίχνουν πυροβολισμούς, για κανένα λόγο δεν έμενε στην πόλι.

(1) Ο Πολυλάς εξηγεί την αναχώρησίν του από την Ζάκυνθον με την ανάγκην “που αισθάνετο να αφιερωθή όλος εις την μελέτη της Τέχνης και επειδή έβλεπεν ότι εις την πατρίδα του, ανάμεσα σε πολλές σχέσεις, και συγγενικές και φιλικές, ήταν δύσκολο γι’ αυτόν να απομονωθή”. Μπορεί κανείς να παρατηρήση εις την τελευταίαν φράσιν του Πολυλά, ότι ο ποιητής έζη χωριστά, μόνος, εις το δικό του σπίτι εις Ζάκυνθον, και αν ήθελε θα μπορούσε να απομονωθή. Απεναντίας όμως, όχι μόνον δεν επεζήτει την μόνωσιν, αλλ’ επεδίωκε τας συναναστροφάς και είχε δημιουργήση ένα κύκλον ευχάριστον φίλων, όπως περιγράφει γραφικώτατα εις την περίφημον σάτυράν του δια τον Ροϊδην. Πάντως φυσικώτερον είνε να παραδεχθώμεν, ότι ο ποιητής εψυχράνθη με τον Δημήτρην, εξ αιτίας της πρώτης γυναικός του. Όπως θα ίδωμεν εις άλλο κεφάλαιον, η ψυχρότης των δύο αδελφών έφθασε μέχρι του δικαστηρίου και μέχρι διανομής της κοινής αυτών περιουσίας. Υπό τοιαύτας συνθήκας, μη ομιλών πλέον με τον αδελφόν του, εσκέφθη εις στιγμήν πείσματος να φύγη δια Κέρκυραν. Όσον αφορά εκείνους που υποστηρίζουν, ότι επήγεν εις την Κέρκυραν διότι εκεί θα εύρισκεν ευρύτερον και καλύτερον κύκλον ανθρώπων των γραμμάτων, που θα τον καταλάμβανον, πρέπει να παρατηρήσω ότι κατά την εποχήν εκείνην η Ζάκυνθος ήτο εκλεκτόν διανοητικόν κέντρον και ότι ο ποιητής είχεν εκεί φίλους σοφούς και μορφωμένους. Όσον δε αφορά την γνώμην του Ψυχάρη, ότι (δυσδιάκριτο) “μη δυνάμενος να ζήση εις τόπον όπου η Φαρμακωμένη δεν έζη (δυσδιάκριτο), ουδέ καν συζήτησις αξίζει (δυσδιάκριτο).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ