12.9 C
Corfu
Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου, 2022

Οι πολίτες της Κέρκυρας αγκαλιάζουν την ανακύκλωση

Με ξεχωριστή επιτυχία ολοκληρώθηκαν οι δράσεις ενημέρωσης κι ευαισθητοποίησης των δημοτών σχετικά με την ορθή διαχείριση των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών τους αποβλήτων, από το...

Ο Ps Mavro γράφει για το Σπύρο Αλαμάνο

Γράφει ο Ps Mavro/Stavriotis Το όνομα «Σπύρος Αλαμάνος» το είχα ακούσει στην (πάλαι πότε;) άριστη "Καλλιτεχνική Σχολή Δοξιάδη" όπου φοιτούσα. Αν και σε πολύ παλαιότερη...

Το Ιόνιο Ωδείο συγχαίρει τους Ι. Καρανικόλα και Δ. Αργυρό

Το Ιόνιο Ωδείο συγχαίρει τους καθηγητές του, Ιωάννη Καρανικόλα (πιάνο) και Δημήτριο Αργυρό (κλαρινέτο) για την εξαιρετική Συναυλία Μουσικής Δωματίου που πραγματοποίησαν την Κυριακή...

Συναυλία της Χορωδίας του Πολιτιστικού Συλλόγου Κανονίου

Η Χορωδία του Πολιτιστικού Συλλόγου Κανονίου θα πραγματοποιήσει την ετήσια συναυλία της με τίτλο "Μουσική και Τραγούδια που όλοι αγαπήσαμε", την Κυριακή 4 Δεκεμβρίου...

Μαρία Πετρίτση: προδημοσίευση από το νέο της βιβλίο «Συγνώμι που πέθανα εδό»

Σε λίγες μέρες θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Bibliothèque το νέο βιβλίο της Μαρίας Πετρίτση με τίτλο «Συγνώμι που πέθανα εδό». Πρόκειται για το 10ο βιβλίο της συγγραφέως, με αναφορά- και σε αυτό- της Κέρκυρας. Της δικής της Κέρκυρας, όπου πάντα (θα) επιστρέφει!

Η Μαρία Πετρίτση είναι από το Λουτράκι. Σπούδασε Μετάφραση στην Κέρκυρα και στο Βέλγιο, όπου ζει κι εργάζεται ως υπάλληλος της ΕΕ. Το 2004 ίδρυσε την γκαλερί τέχνης Theorema στις Βρυξέλλες. Ήταν ραδιοφωνική παραγωγός στο Κόκκινο 102,8. Δίδαξε δημιουργική γραφή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο (ΤΞΓΜΔ) και στο Εναλλακτικό Πολιτιστικό Εργαστήρι Κέρκυρας. Αρθρογράφησε σε εφημερίδες (ΑΥΓΗ, δρόμος της Αριστεράς, κ.λπ.). Κείμενά της δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες.

Αυτό είναι το δέκατο βιβλίο της. Της ίδιας: Λέμον (Εμπειρία Εκδοτική, 2010), Όλα λάθος (Κέδρος, 2012), Μιράντα (Κέδρος, 2013), Ο βασιλιάς του τρακ (Κέδρος, 2014), Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει Ευγένιος στη θέση του Αρανίτση (bibliothèque, 2015), Μαγείρεψα, και άλλα ποιήματα (bibliothèque, 2015), Αγάπη μου, θέλω να γίνω ψάρι (bibliothèque 2017), 80 νύχτες αιώρησης (bibliothèque 2018), Η γυναίκα που έτρωγε τις αμαρτίες των άλλων (bibliothèque 2020).

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το νέο της βιβλίο:

Μου τυχαίνει καμιά φορά. Σπανίως, αλλά μου τυχαίνει. Εκεί που περιμένω στην πιάτσα με τα ταξί, να εμφανίζεται πελάτης που έχω ξαναπάρει κούρσα.

Τους αναγνωρίζω αμέσως, φυσικά. Είμαι φυσιογνωμιστής, όπως λένε. Ονόματα δεν συγκρατώ, πρόσωπα όμως δεν ξεχνάω.

Συνήθως είναι πελάτες που παίρνω από τα ΚΤΕΛ ή την πλατεία Καραϊσκάκη και κάνουν σταθερά την ίδια διαδρομή. Αυτές είναι οι καλύτερες πιάτσες του κέντρου.

Αράζω εκεί με τους άλλους και λέμε καμιά κουβέντα μέχρι να αδειάσουν τα λεωφορεία στο σταθμό και να αρχίσει το μεροκάματο ή το νυχτοκάματο, αναλόγως.

Την είδα που βγήκε απ’ το μετρό. Παρόλο που κόντευε να βραδιάσει φόρεσε το μαύρο γυαλί και σήκωσε το χέρι. Ήμουν πρώτος στη σειρά. Κύλησα δυο τρία μέτρα στο ρελαντί, κατέβηκα και της άνοιξα την πόρτα. Συνήθως δεν το κάνω αυτό, όμως εκείνη ήταν άλλο. Μπήκε χωρίς να με χαιρετήσει. Σκέφτηκα πως μπορεί και να μην με αναγνώρισε. Έβαλα μπρος και την κοίταξα μέσα από το καθρεφτάκι. Περίμενα. Θυμόμουν πως την έλεγαν Λαοκρατία. Παράξενο όνομα, το είχα συγκρατήσει από την άλλη φορά.

«Πάλι εσείς», πέταξε ανέκφραστα. «Ε λοιπόν, από την πρώτη κιόλας στιγμή που σας είδα, τότε, τον Σεπτέμβριο, σκέφτηκα πως έχετε όψη μεταπράτη».

Με θυμόταν. Τότε βεβαιώθηκα πως θυμόταν και όλα όσα είχαν συμβεί.

«Τι εννοείτε; Κάνω το μεσάζοντα σε καμιά βρωμοδουλειά και δεν το κατάλαβα;», νευρίασα και άναψα τσιγάρο. Δεν ήξερα αν έπρεπε να προσβληθώ αμέσως ή να περιμένω να μου εξηγήσει τι εννοούσε.

«Κυψέλη», είπε τελικά.

Έβγαλα φλας και βγήκα στο δρόμο. Η κίνηση είχε κόψει κάπως, αλλά η βροχή δεν βοηθούσε και πολύ. Πηγαίναμε σαν τις κότες. Οδηγούσα χαλαρά, τσεκάροντας δεξιά κι αριστερά τους περαστικούς στα πεζοδρόμια. Ξαφνικά φρέναρα μπροστά σε μια πιτσιρίκα, φοιτήτρια έδειχνε, που μου τέντωσε το χέρι.

«Θα προτιμούσα όχι», με πρόλαβε.

Δεν ήθελε διπλή κούρσα.

«Καλώς», συμμορφώθηκα.

«Πάμε δεξιά στην Πατησίων», μουρμούρισε λίγο πριν βγάλω φλας αριστερά προς Αλεξάνδρας.

Πάλι ξεφεύγαμε από το δρομολόγιο. Όπως και την προηγούμενη φορά, που ήθελε να πάει στην Σπετσών μέσω Δροσοπούλου. Έκανα έναν ελιγμό αυτοκτονίας και έστριψα δεξιά. Ένας γιωταχής μου κόρναρε και με μούντζωσε. Είχε κάθε δίκιο.

«Έχετε καλά αντανακλαστικά», είπε. «Τα Χριστούγεννα όμως με αρρωσταίνουν. Η Αθήνα απόψε μου φαίνεται θλιβερή. Φώτα και ψεύτικα αστέρια στα καλώδια της ΔΕΗ, βιτρίνες, σακούλες στα χέρια των ανθρώπων. Ευχαρίστως θα την άδειαζα μονομιάς».

«Την πόλη;», ρώτησα.

«Μάλιστα. Την πόλη. Και τώρα θα ήθελα να με πάτε να δω τη θάλασσα, αν δεν σας πειράζει», είπε.

Σκέφτηκα πως έπρεπε να ήταν εντελώς τρελή και πως αυτό που λέμε γνώμη στην περίπτωσή της ήταν κάτι που άλλαζε υπερβολικά συχνά.

Είπα να πάω προς Πειραιά. Η κίνηση μπούκωνε τους δρόμους, η Αθήνα πάθαινε νευρικό κλονισμό. Θυμήθηκα την κηδεία του εγγονού της. Εκεί που είχε πει ότι πήγαινε την προηγούμενη φορά, πριν καταλήξουμε σε κείνο το ξενοδοχείο. Δεν αναφέρθηκα στο συμβάν. Στο ράδιο έπαιζε κάτι ροκιές από τα νιάτα μου. Έξω έβρεχε πολύ και είχε σκοτεινιάσει τελείως. Τα μαγαζιά έκλειναν και ο κόσμος αραίωνε. Δυνάμωσα το καλοριφέρ. Ήταν ωραία.

«Τα Χριστούγεννα η Κέρκυρα μοιάζει με φωτισμένο καράβι. Τα απογεύματα φυσάει ο Σιρόκος και μυρίζει ο τόπος αγιοσύνη και θαλπωρή. Ο Άγιος στολισμένος και λαμπρός. Ένας είναι ο Άγιος, κι αυτό το ξέρουν ούλοι. Οι κυράδες μαγειρεύουν από νωρίς μυρμηγκάτο, κουκουγέρους και μελομακάρουνα και ανήμερα ψήνουν γαλοπούλες και αρνί με δάφνες και σταφίδα. Την παραμονή τα παιδιά ξεχύνονται στα καντούνια μαζί με τσι μπάντες τσι Φιλαρμονικής και λένε τα κάλαντα. Απογειώνεται η πλατεία από τσι φωνές, τα χάλκινα και τσι τρομπέτες. Οι νοικοκυρές φιλεύουν τον κόσμο κουμκουάτ στο χαρτί, αμύγδαλα και κουραμπιέδες. Έχουν δικά τους κάλαντα εκεί στα χωριά, δεν τα ξέρετε εσείς εδώ στο Νότο».

Προσπαθούσα να μην έχω κερκυραϊκή προφορά. Πάντα αυτό προσπαθώ από τότε που έφυγα απ’ το νησί. Να μιλάω σαν Αθηναίος. Δεν ξέρω όμως τι με είχε πιάσει ξαφνικά και θυμήθηκα την Κέρκυρα. Και μου ξέφευγε λίγο η γλώσσα μου, έχανα τον αυτοέλεγχό μου. Μονολογούσα λες και δεν ήταν άλλος στο ταξί. Αυτή σιωπούσε. Δεν ήξερα αν με άκουγε ή αν αδιαφορούσε για το παραλήρημά μου.

Λίγο πριν το λιμάνι, στα είκοσι μέτρα μπροστά από το ταξί, είδα ένα σκυλί που κούτσαινε στο δρόμο. Κατέβασα ταχύτητα και το προσπέρασα σιγανά. Δεν ήθελα να το τρομάξω. Ένιωθα να με μπουκώνει ξαφνικά μια παράξενη λύπη. Στη θάλασσα αχνοφαίνονταν τα φώτα από τα αραγμένα καράβια. Πεζός κανείς. Πάχνη. Το Ιόνιο πέλαγος ήταν πολύ μακριά από μένα.

«Σπύρος λοιπόν», μάντεψε χωρίς να με ρωτήσει το όνομά μου. Τελικά με είχε ακούσει.

«Πάμε στην Κέρκυρα; Μπορείτε τώρα, Σπύρο;».

Κάγχασα. Σκέφτηκα πως φυσικά μου έκανε πλάκα.

«Ναι, βάζω πέμπτη και σε κάνα δίωρο θα είμαστε εκεί. Κρατηθείτε!», αστειεύτηκα επειδή μου φάνηκε πως αυτό ήταν ό, τι πιο ασφαλές μπορούσα να κάνω.

«Πάμε στο αεροδρόμιο. Θα πάρουμε την πρώτη πτήση που θα βρούμε, κάποια πρέπει να υπάρχει, απόψε ή νωρίς το πρωί. Δεν με πειράζει να περιμένω. Θα πάμε στο νησί, θα πιούμε ένα κρασί σε μια ταβέρνα που θυμάστε από παλιά και μετά επιστρέφουμε», συνέχισε. «Δεν μπορεί, θα έχετε κι εσείς τις προσωπικές σας αναμνήσεις από την πατρίδα σας».

Γύρισα και την κοίταξα. Νύχτα.

Έβγαλα φλας και σταμάτησα στην άκρη του δρόμου. Φύσαγε πολύ. Η βροχή έσκαγε πάνω στα τζάμια. Σκέφτηκα πως μπορεί να ήταν σταγόνες από τη θάλασσα, καθαρή αλμύρα. Μετά είδα την εικόνα ενός διάφανου αχινού που τον παίρνει ο αέρας και προσγειώνεται στο παρμπρίζ, με τα αγκάθια να διαπερνούν το τζάμι και να χώνονται μέσα. Με πιάνει πότε πότε κάτι αλλόκοτο, και φαντάζομαι παράξενες εικόνες.

Χωρίς να ρωτήσω τίποτα έβαλα πρώτη και ξεκινήσαμε. Αν ήταν εκείνη μία φορά τρελή εγώ μπορούσα να γίνω δέκα. Στο κάτω κάτω εγώ ήμουν ο Κερκυραίος, όχι αυτή. Σε μια ώρα ήμασταν στο αεροδρόμιο, με τα εισιτήρια της τελευταίας πτήσης στο χέρι. Είχα χρόνια να πάω στο νησί. Όλα μου φαίνονταν απίστευτα. Λες και δεν τα ζούσα.

Μπήκαμε στο αεροπλάνο και καθίσαμε στις θέσεις μας. Δίπλα δίπλα. «Όταν ήμουν μικρός, στον Άη Μαθιά, βγαίναμε το πρωί για τα κάλαντα και με τα φραγκοδίφραγκα αγοράζαμε το μεσημέρι ζαχαρωμένα κουμ κουάτ στο χαρτί και τζαλέτια, κάτι χοντρές καλαμποκένιες κρέπες, σαν τηγανόψωμα, με σταφίδα και πορτοκάλι, που η νοστιμιά τους δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο. Η μάνα μου μας φόραγε τα καλά μας, για να μην εκτεθεί στη γειτονιά, και τρέχαμε με τον αδελφό μου από το χάραμα ως τη νύχτα. Μόλις γυρίζαμε, ανάβαμε το τζάκι και ψήναμε κάστανα και κουκουνάρια. Ο πατέρας μου έβαζε πατάτες και πορτοκαλόφλουδες στη θράκα και η μάνα σέρβιρε το αρνί με τις πατάτες και τη σούπα δίπλα στη φωτιά. Οι παππούδες μας έπιναν κρασί κι έλεγαν ιστορίες για τους Ιταλούς και τους Γερμανούς που βομβάρδισαν την πόλη το ’43. Το γκρέμισε πριν χρόνια ο αδερφός μου το σπίτι. Παράνομα, μέσα σε μια νύχτα. Μετά έχτισε διώροφο και το έβαψε ροζ. Τίποτα από τα παλιά δεν έμεινε εκεί πάνω. Τον πόνεσα τον τόπο μου, τόσα χρόνια έχω να πατήσω…».

«Είστε λοιπόν από ένα χωριό που το λένε Άγιο Ματθαίο», σχολίασε η ονειροπαρμένη.

«Πριν γίνει μαθητής του Ιησού, ο Ματθαίος ήταν τελώνης στη Γαλιλαία, άνθρωπος αμαρτωλός, το ξέρατε;».

Ξερόβηξα και σήκωσα τους ώμους. Δεν ήξερα κι ούτε με ένοιαζε να μάθω. Για μένα το χωριό μου ήταν απλώς το χωριό μου και μου ήταν αρκετό. Αυτή συνέχισε να χαζεύει το σκοτάδι σα να μην υπήρχα δίπλα της. Έμοιαζε να μη νοιάζεται για τίποτα. Εντελώς μόνη. Κοίταξα τα μαύρα ρούχα της και το χέρι όπου την προηγούμενη φορά είχε το διαμαντένιο δαχτυλίδι. Είδα πως έλειπε από το δάχτυλό της. Τα χέρια της ήταν γυμνά. Μου άρεσαν έτσι όπως τα είχε ακουμπήσει στα γόνατά της με τις παλάμες προς τον ουρανό. Αναρωτήθηκα αν της άρεσε να προσεύχεται ή αν η κίνηση ήταν τυχαία.

Η πτήση κράτησε ελάχιστα ή έτσι μου φάνηκε. Με το που φτάσαμε στο Ιωάννης Καποδίστριας πήραμε ταξί και κατεβήκαμε στην πόλη. Τα ταξί στην Κέρκυρα είναι μπλε. Το είχα ξεχάσει. Μαυρίλα παντού έξω, εκτός από τα στολίδια του Δήμου στα δέντρα και στις κολώνες. Ο Ανεμόμυλος σκοτεινός. Στον κόλπο της Γαρίτσας ερημιά. Κάνα δυο πλεούμενα μπροστά στην κολώνα του Ντούγκλα αχνοφαίνονταν σαν καντηλάκια μέσα από την ομίχλη. Κατευθυνθήκαμε προς το Λιστόν όπου και μας άφησε το ταξί. Η πλατεία άδεια και φωτισμένη. Στο δρόμο ψυχή. Το ιόνιο νησί στα καλύτερά του.

Είχε βρέξει και όλα ήταν μουσκεμένα και καθαρά. Έλαμπαν τα πλακόστρωτα της πλατείας. Το Πεντοφάναρο και η Κοφινέττα ήσυχα. Ένιωθα μια ζεστή ταραχή στα σπλάχνα μου, ένα λίγωμα αφόρητα ωραίο. Τα γόνατά μου τρέκλιζαν. Αν δεν την ντρεπόμουν θα άρχιζα να κλαίω. Με τον τόπο αυτό υπήρξα ανέκαθεν βαριά ερωτευμένος και τον αποχωρισμό μας δεν τον χώνεψα ποτέ.

Ανηφορίσαμε ως τα παλιά ανάκτορα και μετά κατηφορίσαμε προς τα Μουράγια. Της έδειξα το σπίτι του Καποδίστρια και το Φαληράκι όπου κολυμπούσα κι έπιανα αχινούς όταν ερχόμουν στην πόλη, μικρός, μα με τόσο σκοτάδι δεν κατάφερε να δει και πολλά. Απέναντί μας ο Βίδος διακρινόταν μόλις και μετά βίας. Ένα γέρικο φέρυ μπωτ έφευγε για Ηγουμενίτσα. Σκέφτηκα πως μπορεί να ήταν η Πλατυτέρα ή η Αγία Θεοδώρα. Αυτά θυμόμουν. Σταθήκαμε αμίλητοι και το κοιτάζαμε να απομακρύνεται και να χάνεται στη νύχτα.

Στα σκαλιά της Μητρόπολης στρίψαμε αριστερά και μπήκαμε στο Καμπιέλο. Περιπλανηθήκαμε κάμποση ώρα στα καντούνια, που τα θυμόμουν λες και ήμουν την προηγούμενη μέρα εκεί. Κάναμε κύκλο και κατεβήκαμε πάλι προς τα κάτω, στη Νικηφόρου Θεοτόκη. Στην εβραϊκή γειτονιά της έδειξα τον παλιό σταθμό των ΚΤΕΛ όπου έπαιρνα το αστικό λεωφορείο για το χωριό μου, κι έπειτα ανεβήκαμε τα σκαλιά της Τενέδου προς το νέο φρούριο. Το διασχίσαμε και στρίψαμε αριστερά. Καταλήξαμε στο Σαρόκο, όπου κάνα δυο σουβλατζίδικα με ελάχιστους πελάτες κρατούσαν τη νύχτα ζωντανή. Της πρότεινα να κατηφορίσουμε ξανά προς τη θάλασσα, απ’ όπου είχαμε περάσει με το ταξί, μα προτίμησε να συνεχίσουμε τον περίπατο στην πόλη. Πήραμε τσιγάρα από το περίπτερο στην Αλεξάνδρας και συνεχίσαμε.

Κατά τα μεσάνυχτα, και αφού της είχα δείξει το δημοτικό θέατρο, το σινεμά Ορφέας και τα χαλάσματα του θερινού Φοίνικα όπου μικρός έβλεπα κωμωδίες και καουμπόικα τα καλοκαίρια, περάσαμε την Πόρτα Ρεμούνδα, προχωρήσαμε μέσα ως το πλατύ καντούνι, περάσαμε από την Ιόνιο Βουλή και κατεβήκαμε μετά στην πλατεία Δημαρχείου κάνοντας ζιγκ ζαγκ στα στενά.

Καταλήξαμε μπροστά στην πλακάδα τ΄ Αγιού. Σταθήκαμε κάτω από το άγαλμα του Θεοτόκη και καπνίσαμε σιωπηλοί. Λίγο πιο πάνω, στα δεξιά, διακρίναμε τη βιτρίνα του Χρυσουμάρλη. Είχε φως. Μπήκαμε και πιάσαμε τραπέζι δίπλα στο παράθυρο, κάτω από τα παλιά βαρέλια. Χάρηκα που το ταβερνείο ήταν ακόμα εκεί. Φάγαμε μπουρδέτο με πιλάφι, ψωμί λαδορίγανη και σαλάτα λάχανο. Ήπιαμε κρασί από το βαρέλι με το καπνισμένο ξύλο, το καλό. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από τότε που ζούσα ακόμα εκεί.

Σιγά σιγά ξαναθυμόμουν τις μυρωδιές και τις γεύσεις του τόπου μου και μέσα μου ξέσπαγε θρήνος. Όχι από δυστυχία, απλώς για τα άδικα χρόνια που είχα περάσει μακριά από το νησί που τώρα ξαναθυμόμουν γιατί το αγαπούσα τόσο. Ο ταβερνιάρης καθόταν αμίλητος στη γωνιά και έπινε χωρίς να ασχολείται. Μου φάνηκε γερασμένος αλλά ήσυχος. Αυτή δεν μίλαγε πολύ. Πού και πού άφηνε το πιρούνι της και τσιμπολογούσε λίγο ψωμί. Όταν το έκανε αυτό μου θύμιζε εκείνο το χτυπημένο σκυλί στο δρόμο, στην Αθήνα. Όμως αυτό δεν της το είπα. Δεν ήθελα να πω τίποτα.

Αφού φάγαμε και ήπιαμε σκέφτηκα πως κάπου έπρεπε να βγάλουμε τη νύχτα μας. Με τα λεφτά που είχε επιμείνει να μου ξεχρεώσει τη χαμένη μου βάρδια μπορούσα να την πάω στο Καβαλιέρι, στο Μπέλα Βενέτσια ή στη Λοκαντιέρα. Αυτή όμως δεν τα ήθελε τα κυριλέ ξενοδοχεία, δεν της άρεσαν τα πολυτελή «δωμάτια-μπουτίκ». Έτσι είπε.

«Αν θέλετε πάμε πίσω στο λιμάνι να περιμένουμε να δούμε το χάραμα και μετά να πάρουμε ένα ταξί για το αεροδρόμιο», πρότεινε. Πάντα πληθυντικός.

«Το φαγητό ήταν πολύ καλό, και το κρασί διαμάντι. Μπορεί να συνεχιστεί το ίδιο υπέροχα αυτή η βραδιά με μια ακόμα βόλτα στην πόλη».

«Πάμε καλύτερα να ξεκουραστούμε λίγες ώρες πριν φύγουμε», την παρότρυνα.

Με είδε που ήμουν κατάκοπος και στο τέλος δέχτηκε, υπό τον όρο να βρίσκαμε ένα φτηνό ξενοδοχείο κάπου δίπλα. Επιστρέψαμε στο παλιό λιμάνι όπου διαπιστώσαμε πως, παρότι χειμώνας, κάνα δυο ήταν ανοιχτά. Έβρεχε πλέον για τα καλά, εκείνη όμως δεν έδειχνε να ενοχλείται. Διάλεξε ένα παρακμιακό ερείπιο που πριν τριάντα χρόνια γνώριζε δόξες και τιμές, τώρα πια όμως φαινόταν τελειωμένο. Περνούσαμε απέξω και μόλις το είδε έδειξε με το δάχτυλο «εκεί». Απόρησα που δεν το είχαν σφραγίσει οι αρχές πριν αρχίσουν να πέφτουν τα μπαλκόνια σε κεφάλια. Στην είσοδο κρεμόταν μια μισοσβησμένη ταμπέλα με το όνομα. «Istanbul Grand Hotel».

«Εάλω η Πόλις», σκέφτηκα, κατάπια όπως όπως τη σκέψη μου, ξέροντας πως κάθε κουβέντα μου στα αυτιά της θα είχε διπλή σημασία, γι’ αυτό ήταν καλύτερα να την κρατάω για τον εαυτό μου. Μπήκαμε μούσκεμα από τη βροχή και πήραμε ένα κλειδί από τον ρεσεψιονίστ που καθόταν στον ξύλινο πάγκο. Ήταν ένας υπέργηρος λακωνικός Κερκυραίος ντυμένος σαν Εγγλέζος ευγενής του περασμένου αιώνα. Είχε γαλάζια μάτια και φορούσε ένα αστείο ξανθό περουκίνι. Δίπλα του μια γυναίκα με κάτασπρα σγουρά μαλλιά, σαν μάγισσα από κακό παραμύθι, έπλεκε σκυφτή με το βελονάκι της μια ροζ παιδική κουβέρτα. Η σκηνή μου φάνηκε εφιαλτική και πέρα από κάθε πραγματικότητα. Αν την έβλεπε ο Ευγένιος Αρανίτσης ή ο Σπύρος Αλαμάνος, θα μεγαλουργούσαν.

Μετά τα διαδικαστικά με τις ταυτότητες και τα λοιπά ο ρεσεψιονίστ μας καληνύχτισε και ξανάπιασε την εφημερίδα του. Η γριά συνέχισε να πλέκει. Πηγαί νοντας προς τις σκάλες γύρισα και την κοίταξα. «Μη σκιάζεσαι, η νόννα είναι τυφλή», μου φώναξε ο Κερκυραίος και συνέχισε αυτό που έκανε.

Ανεβήκαμε με τα σκαλιά. Το κεφάλι μου βούιζε. Κομματάκια σκέψεων περνούσαν από το μυαλό μου σαν αστραπιαίες σκηνές από ταινία εποχής. Μια νύχτα σαν αυτή, με καταιγίδα και βοριάδες στο νησί, μετά από αιώνες ξενιτιάς στην Αθήνα, βρισκόμουν με μια άγνωστη γυναίκα στο πιο τιποτένιο και αξιοθαύμαστο ξενοδοχείο της πόλης, να συναντώ μισότρελους Κερκυραίους και να έχω μεθύσει από το καπνιστό κρασί του ταβερνιάρη φίλου του πατέρα μου, που δεν με είχε καν αναγνωρίσει. Όλα έμοιαζαν παρανοϊκά.

Αν ξυπνούσα το επόμενο πρωί και καταλάβαινα πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχε συμβεί, θα είχα δει τουλάχιστον το καλύτερο όνειρο της ζωής μου.

Παραδόξως στο δωμάτιο έκανε ζέστη. Μια σόμπα έκαιγε πετρέλαιο και μύριζε βαριά. Το περιβάλλον θύμιζε σοσιαλιστικό ρεαλισμό, είχε κάτι το αγέρωχα υπερήφανο και συνάμα εντελώς νοσηρό. Ξέφτια στα κουφώματα, λερή μοκέτα, στενό καμπινεδάκι με μπιντέ από κείνους τους αρχαίους, τους μπρούτζινους, και στη γωνιά μια ξύλινη ντουλάπα ίδια με κείνη την προικώα της γιαγιάς μου, στο χωριό, που όταν της έτριζαν τα πορτόφυλλα ξυπνούσαν και πεθαμένο.

Από τα παράθυρα έμπαινε ο θόρυβος της προκυμαίας όπου λυσσομανούσαν τώρα οι άνεμοι και τα κύματα. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και τα αραγμένα κερκυραϊκά καράβια στο βάθος ήταν φωτισμένα και θαμπά. Στο Βίδο, απέναντι, το ίδιο πηχτό σκοτάδι.

Ξάπλωσα κοντά της και άπλωσα το χέρι έτσι όπως κάνουμε όταν γνωριζόμαστε καλά με κάποιον και μπορούμε να τον καλέσουμε δίπλα μας όταν τον έχουμε ανάγκη. Δεν τραβήχτηκε. Κούρνιασε στην αγκαλιά μου σαν παιδί. Τα μαλλιά της μύριζαν καπνό και χειμώνα. Η ανάσα της κρασί και παλιό τρόμο.

«Ησύχασε, εδώ είμαστε ασφαλείς», της μίλησα για πρώτη φορά στον ενικό και γύρισα προς τη μεριά της. Την αγκάλιασα πιο σφιχτά και άρχισα να την φιλάω. Με αγκάλιασε κι εκείνη. Έγλειψα τα χείλη της απαλά, με τον τρόπο που γλείφει όμορφα η γάτα το γατάκι. Ήταν ζεστή και φιλόξενη. Με συγκινούσε. Θυμήθηκα πως την προηγούμενη φορά είχε κλάψει πάνω στον έρωτα και φοβήθηκα μη γίνει κάτι και μου ξανασπάσει. Ήξερα πως ήταν ραγισμένη. Κι αν δεν το ήξερα, το μάντευα. Φαινόταν. Ήταν μια γυναίκα γεμάτη σκοτάδια, σαν εκείνα τα καράβια στο λιμάνι, που για μια στιγμή τα φαντάστηκα – ποιος ξέρει γιατί – γεμάτα κουρασμένους λαθρεπιβάτες.

Δεν συνέβη τίποτα απ’ όσα φοβόμουν. Σμίξαμε αμίλητοι, με κάτι που έμοιαζε με αληθινή αγάπη, ακόμα και ανάμεσα σε δύο αγνώστους. Αυτή τη φορά δεν έκλαψε, ούτε σηκώθηκε να φύγει στη μέση. Ήταν πιο ήρεμη και πιο απλή, με έκανε να νιώθω πως με χρειαζόταν. Αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως μετά, κουρνιασμένη στην αγκαλιά μου.

Το πρωί ανεβήκαμε για καφέ στο Μικρό καφέ και μετά γυρίσαμε ξανά στο λιμάνι. Αυτό ήθελε. Ο ουρανός ήταν γεμάτος γκριζόμαυρα σύννεφα. Πάνω από τα κεφάλια μας έκρωζαν γλάροι. Κοίταζα το νέο φρούριο πάνω στο λόφο του και δεν έλεγα να το χορτάσω. Και το πλακόστρωτο, τις μικρές λακκούβες με τα απόνερα της νύχτας, τα παρτέρια με τα γυμνά δέντρα, τα ανταριασμένα νερά του λιμανιού, τα πεσμένα κερκυραϊκά φύλλα που ήθελα να τα μαζέψω και ν΄αρχίσω να φιλάω τις φλέβες τους μία μία.

«Ο Τσε αγαπούσε πολύ τον Αρανίτση», μου είπε ξαφνικά και η φωνή της έμοιαζε να ακούγεται μέσα από χωνί. «Όπως κι εγώ. Έχω όλα τα βιβλία του, νέα και παλιά. Δεινοπάθησα μέχρι να τα βρω, αλλά τα βρήκα. Το ξέρατε πως είναι Κερκυραίος; Ευγένιος και αυτός, όπως ο εγγονός μου…».

«Από ποιητές δεν ξέρω και πολλά, ο Αρανίτσης όμως είναι πιο γνωστός στον τόπο του κι από τις πέτρες», της είπα και απόρησα που ένιωθα τόσο τρυφερά για κείνη.

«Αυτό που ξέρω επίσης είναι πως όταν βραδιάζει τον Αύγουστο πάνω από την Κέρκυρα τα σύννεφα στάζουν αίμα και μυρίζουν θυμίαμα, και πως κάποτε στα μέρη αυτά ζωγράφιζε αγγέλους με κόκκινα φτερά ο Τσαρούχης. Αυτός είναι επίσης πολύ γνωστός, τον ξέρουν και οι πέτρες κι ας μην είναι συντοπίτης μας, κι ας μην τον αγαπάμε όπως τον Αρανίτση».

Ήξερα πως η τελευταία φράση μου ήταν περιττή και κάπως ανόητη, την είχα όμως ήδη ξεστομίσει. Δεν απάντησε. Ήθελα να την πάρω αγκαλιά, ή έστω να αγγίξω το χέρι της, μα δεν τόλμησα να πλησιάσω. Θυμήθηκα τα λόγια της. Κατάλαβα γιατί με έλεγε μεταπράτη. Όποτε συναντιόμασταν ήταν σα να ήμουν ο καιροσκόπος διαμεσολαβητής για κάτι που έμοιαζε με ύπουλη, προσωρινή ανακωχή ανάμεσα στην πραγματική ζωή και στον βαθύτερο εαυτό της.

Περπατήσαμε ως την άκρη του μόλου μπροστά από τα ουζερί, το κλειστό Ποσειδώνιο και το Γυαλί, εκεί που άραζαν παλιά τα γέρικα φέρι μπωτ που δεν μετρούσαν πια ταξίδια. Στάθηκε σύρριζα στο κράσπεδο και τότε φοβήθηκα μη δώσει μια και πέσει. Έβγαλε τότε από την τσέπη της ένα κομμάτι από το χθεσινοβραδινό ψωμί κι άρχισε να το τρίβει στους γλάρους. Άπλωνε τα χέρια της και έριχνε τα ψίχουλα στον ουρανό. Τα πουλιά μαζεύτηκαν γύρω μας σα μέλισσες και έτρωγαν αυτό που τους πετούσε. Αυτή φαινόταν επιτέλους να ηρεμεί. Αν της άλλαζα όνομα εκείνη τη στιγμή θα την βάφτιζα Γαλήνη. Και θα ήταν ένα περιστέρι που εξόκειλε στο κατώφλι του σπιτιού μου, όπως τότε που ήμουν παιδί κι όλο έμπαιναν πουλιά από την ανοιχτή πόρτα του πατρικού μου. Ή ένα από κείνα τα γέρικα φέρι μπωτ, που δεν μετράνε πια ταξίδια, στο παλιό λιμάνι της Κέρκυρας.

«Ας είναι τα νησιά σου ελαφριά, Ιόνιο πέλαγος», απήγγειλε τότε ένα στίχο του αγαπημένου της Κερκυραίου ποιητή και προχώρησε.

Εγώ έμεινα στο πεζούλι μόνος μου, να την κοιτάζω να ξεμακραίνει και να μη μπορώ πια να υπολογίσω τον καιρό. Να μη μπορώ καν να μετρήσω ούτε τα δέκα μου δάχτυλα, που άξαφνα μου φάνηκαν να μυρμηγκιάζουν από κάτι που έμοιαζε με δίψα ξαφνική και μια παράξενη, ξενόφερτη ανάγκη. Φύγαμε για την Αθήνα λίγο μετά.

Έκτοτε δεν την ξαναείδα, παραμένω όμως ακόμα βαθιά ερωτευμένος μαζί της.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Οι πολίτες της Κέρκυρας αγκαλιάζουν την ανακύκλωση

Με ξεχωριστή επιτυχία ολοκληρώθηκαν οι δράσεις ενημέρωσης κι ευαισθητοποίησης των δημοτών σχετικά με την ορθή διαχείριση των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών τους αποβλήτων, από το...

Ο Ps Mavro γράφει για το Σπύρο Αλαμάνο

Γράφει ο Ps Mavro/Stavriotis Το όνομα «Σπύρος Αλαμάνος» το είχα ακούσει στην (πάλαι πότε;) άριστη "Καλλιτεχνική Σχολή Δοξιάδη" όπου φοιτούσα. Αν και σε πολύ παλαιότερη...

Το Ιόνιο Ωδείο συγχαίρει τους Ι. Καρανικόλα και Δ. Αργυρό

Το Ιόνιο Ωδείο συγχαίρει τους καθηγητές του, Ιωάννη Καρανικόλα (πιάνο) και Δημήτριο Αργυρό (κλαρινέτο) για την εξαιρετική Συναυλία Μουσικής Δωματίου που πραγματοποίησαν την Κυριακή...

Συναυλία της Χορωδίας του Πολιτιστικού Συλλόγου Κανονίου

Η Χορωδία του Πολιτιστικού Συλλόγου Κανονίου θα πραγματοποιήσει την ετήσια συναυλία της με τίτλο "Μουσική και Τραγούδια που όλοι αγαπήσαμε", την Κυριακή 4 Δεκεμβρίου...

Εγκαινιάστηκε το 4ο Γενικό Λύκειο Κέρκυρας από την Υπουργό Παιδείας

Πραγματοποιήθηκαν την Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022 τα εγκαίνια του 4ου Γενικού Λυκείου Κέρκυρας από τη Δήμαρχο Κεντρικής Κέρκυρας και Διαποντίων Νήσων με την παρουσία...