33.9 C
Corfu
Τετάρτη, 19 Ιουνίου, 2024

Τα βιβλία που θα μας κρατήσουν συντροφιά αυτό το Φθινόπωρο

Καθώς μπαίνουμε στο τελευταίο τρίμηνο της εκδοτικής χρονιάς, θα θέλαμε να σας παρουσιάσουμε τους τίτλους που ευελπιστούμε να σας κρατήσουν συντροφιά, να σας εμπνεύσουν και να σας συναρπάσουν το προσεχές διάστημα.

Περισσότεροι από 100 νέοι τίτλοι ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας, αστυνομικής λογοτεχνίας, ιστορίας και φιλοσοφίας, graphic novels, καθώς και νέες σκληρόδετες εκδόσεις των έργων του Ν. Καζαντζάκη αλλά και πολλά βιβλία για τους μικρούς μας φίλους έρχονται να ζεστάνουν τις μέρες και τις νύχτες μας και να μας ταξιδέψουν.

Παρακάτω θα βρείτε κάποιες από τις προτάσεις μας για το προσεχές διάστημα.

Μαρινέλλα – Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια

«Θα έπρεπε να γράψετε ένα βιβλίο για τη μαμά». Κουβέντα από την Τζωρτίνα στα γενέθλια της Μαρινέλλας, πριν από χρόνια.
Το άκουσα, το ξέχασα. Δεν το πήρα αψήφιστα, αλλά ήξερα πως είμαι ακατάλληλος για βιογράφος, εξαιτίας του ύφους που γράφω. Καλώς ή κακώς.
Από αλλού ξεκινώ και αλλού βρίσκομαι, παρεμβαίνει το θυμικό μου, νευριάζω με τους ήρωές μου, κάνω αυτά που κάνω, ώστε να μη συμπεριλαμβάνομαι στους τρέχοντες κολοσσούς της λογοτεχνίας.
Δεν παραληρώ για τα αποδεκτά «πολιτικώς ορθά» και de facto απυρόβλητα μείζονα θέματα.
Με τέτοιον χαρακτήρα πώς να αναλάβω μια Μαρινέλλα, με την οποία ναι μεν μας συνδέουν μερικές ενδιαφέρουσες δεκαετίες, αλλά δεν θα μου προέκυπταν φωτοστέφανα και θαυμαστικές κορόνες για τον μελωδικό κόσμο της νύχτας.
«Ξέρετε, εγώ…». Έφερνα αντιρρήσεις, ξέροντας τον χαρακτήρα μου. Η άλλη πλευρά επέμενε: «Κάνετε λάθος…». «Μα είμαι ολόκληρος ένα κινούμενο λάθος», απαντούσα. Τελικά, ο βιογράφος «εάλω»…
«Εσύ με ξέρεις» ― η Μαρινέλλα.
«Εγώ σ’ αγαπώ, αλλά φοβάμαι ότι εσύ δεν με ξέρεις», απαντούσα.
Τσούλησε ένα διάστημα με «σε ξέρω», «δεν με ξέρεις», ώσπου να το πάρουμε απόφαση και να ξεκινήσουν τα μεσημεριανά συμπόσια εις μνήμην του Πλάτωνα και άλλων συγγενών ανάλογων συμποσιακών εμπειριών.
Έτσι προχωρήσαμε, φωτίζοντας με μεσημβρινό φως νύχτες ή και μέρες μιας ζωής από χώμα, φωνή, έρωτα, μόχθο και πολλή αγάπη. Κι έγινε ένα βιβλίο που, χωρίς να είναι a priori βιογραφία, άρχισε να μοιάζει με μυθιστόρημα δικό μου.
Γ. Ξ.

Η λέσχη του κακού

Αύγουστος 1939

Η κοσμική Αθήνα έχει μετατραπεί σε κέντρο διεθνούς κατασκοπείας ενώ οι πολεμικές ιαχές της ναζιστικής Γερμανίας αντηχούν σε όλη την Ευρώπη.
Χάρη σε ένα τυχαίο γεγονός, ο νεαρός αξιωματικός της Αστυνομίας Νίκος Αγραφιώτης αναλαμβάνει την πρώτη του αποστολή. Να εξιχνιάσει τη στυγερή δολοφονία ενός πρωταθλητή πυγμαχίας.

Ο Αγραφιώτης θα μπλέξει με τη σκοτεινή πλευρά της πόλης και θα περιηγηθεί στα μεγάλα σαλόνια προκειμένου να εξιχνιάσει το έγκλημα, αλλά θα διαπιστώσει ότι ο κύκλος του αίματος μόλις έχει ξεκινήσει.
Στην έρευνά του σε κακόφημα στέκια και πολυτελείς επαύλεις θα συναντήσει τζογαδόρους, μυστηριώδεις γυναίκες, πράκτορες και ανθρώπους του χρήματος σε μια Ελλάδα που ψάχνει κατεύθυνση μπροστά στη φωτιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μαζί με μία ντίβα της τζαζ θα προσπαθήσει να ανακαλύψει την αλήθεια και θα έρθει αντιμέτωπος με το τέρας που γιγαντώνεται στα σωθικά της ανθρωπότητας.

Η πρώτη αποστολή του Νίκου Αγραφιώτη.

Σκιές του Νότου

Η ιστορία του Νότου είναι μια επιμελώς χαλκευμένη αλήθεια.
Το καλοκαίρι του 1987 είναι η καρδιά μιας ακόμα χρονιάς αμπαλαρισμένης με την ψευδαίσθηση μιας παντοδυναμίας συγκροτημένης από καλοστημένα ψέματα και απτούς, καθημερινούς μύθους.
Πομπές εφήβων οδεύουν προς ένα ηδονικό, τεχνικολόρ μέλλον, με τα κοπάδια των ορμών τους να κατασπαράζουν τις νύχτες τους.
Ήρωες της διπλανής πόρτας αναζητούν τις ονειρώξεις τους σε ηλεκτρικά τοπία.

Ένας κύκλος αίματος ξεκινάει όταν ο Γιώτης, ο ιδιοκτήτης του Νότου, ενός παραλιακού μπαρ μιας επαρχιακής πόλης, αποφασίζει να βοηθήσει μια δημοσιογράφο της Μεσογείου, τη Μαρλίνα, να εξιχνιάσει το παράξενο ατύχημα ενός νεαρού.
Μπάτσοι και βαποράκια, ντίβες και χαρτοπαίκτες, ευσυνείδητοι δολοφόνοι και αθώοι περαστικοί παρασύρονται σε μια ιλιγγιώδη πορεία προς το κενό, για να ανακαλύψουν ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα, εκτός από το να σώσουν τους εαυτούς τους.

«Στην άκρη του μπαρ καθόταν ο Μάρλεϊ. Ερχόταν κάθε βράδυ για να ακούσει τα ίδια τραγούδια, σιγοπίνοντας ένα Southern Comfort.
Όταν έμπαινε το I shot the sheriff ή το Knockin’ on Heaven’s, κουνούσε τους ώμους αργά στον ίδιο, απαράλλαχτο ρυθμό που έπαιζε στο κεφάλι του χρόνια τώρα.
Αυτός και δυο τρεις ακόμα ήταν σαν να προϋπήρχαν σε αυτές ακριβώς τις θέσεις, να κάθονταν στο κοσμικό πουθενά, σε μια αστρική λεωφόρο περιμένοντας να χτιστεί το μπαρ γύρω τους.
Ο Γιώτης πίστευε ότι αυτοί οι τύποι ήταν η κόλλα που κρατούσε κολλημένο το σύμπαν.
Αν σταματούσε να κουνάει τους ώμους ο Μάρλεϊ, η Γη θα έχανε τον ρυθμό της, το μπητάκι της, την αιώνιά της γκρούβα. Θα ξεκουρδιζόταν και σιγά σιγά θα σταματούσε.
Κανείς δεν θα γουστάριζε πια, τα δέντρα θα μαραίνονταν, τα ποτάμια θα στέρευαν και οι σαύρες θα σταματούσαν να πηδιούνται.
Γιατί, κύριοι, χωρίς την γκρούβα είμαστε χαμένοι, σκέφτηκε ο Γιώτης και ήπιε άλλη μια τζούρα».

Για περισσότερες προτάσεις βιβλίων, πατήστε ΕΔΩ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ