16.9 C
Corfu
Τετάρτη, 6 Μαΐου, 2026

Πιζάνειος Εμπρησμός│ «Εκλονίζετο το έδαφος, εσείετο η γη»

Το συγκλονιστικό βράδυ Νοέμβρη του 1718, η, κατά παράδοση, θαυματουργική παρέμβαση του Αγίου και η –άγνωστη, εν πολλοίς- περίπτωση Δε Βιάζη.

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

ΝΥΧΤΑ Νοέμβρη, του μακρινού 1718. Αργά, κοντά μεσάνυχτα – 11 ξημέρωνε, τ’ Αγιουμηνά. Η πόλη κοιμάται. Μα, διόλου αμέριμνη. Ο καιρός έχει χαλάσει, προ πολλού. Κι ολοένα κι ασκημαίνει. Βροχή, πολλή βροχή. Κάθιδροι, ουράνιοι κρουνοί. Κι αέρας, λυσομάνιασμα. Θυελλώδη αστραπόβροντα, ξερνάνε κρότους δυνατούς, μπουμπουνητά και τα ουράνια σκίζονται – κεραυνοί, λάμψεις απόκοσμες και σκιαχτικές˙ «… λαίλαψ ορμητικός διεγείρεται», γράφει ο Χιώτης. «Άπασα η ατμόσφαιρα εζοφώθη και η βροχή ραγδαία κατεπόντιζε την νήσον. Αστραπαί και βρονταί κατετρόμαζον τα πάντα και η φρίκη κατελάμβανε τους εγειρομένους του ύπνου» – κ’ είχαν, π’ ανάθεμα, κι εκείνο το προαίσθημα…

ΛΙΓΑ λεπτά πιο έπειτα. Μια έκρηξη, εξωπραγματική – «ανατινάχτηκε το Φρούριο», ακούγεται. Σχεδόν. Κεραυνός είχε πλήξει τη μεγάλη πυριταποθήκη εντός του Κάστρου, «της Καμπάνας». Κι απ’ εκεί, δεύτερη έκρηξη και τρίτη˙ οι άλλες δυο – κοντά 2.800 βαρέλια με πυρίτιδα, που άναψαν, τινάχτηκαν και σκόρπισαν θανατικό και δήωση.

Η ΠΟΛΗ σείεται, συθέμελη. Φούσκωσε η θάλασσα, θεριό, σπίτια και τείχη δοκιμάζουν αντοχές, τα εντός ή γύρω από το Κάστρο, δεν βαστάνε και σωριάζονται, πύργοι σα χάρτινοι, πετούμενα κομμάτια από πυρακτωμένες πέτρες, εκσφενδονίζονται χιλιόμετρα, στην πόλη, φωτιά και λάβρα και σωροί – σκίζεται κ’ ο βράχος της Ακρόπολης, τα τείχη˙ κι από κάτω, σε τάφρους, χαντάκια ή στη θάλασσα, κορμιά. Και σκόρπια μέλη, πεθαμένων.

«ΑΙ ΒΡΟΝΤΑΙ και ο κρότος της εκρήξεως αντήχουν και ηκούοντο έως εις την απέναντι Ήπειρον», συνεχίζει η αφήγηση του Χιώτη. «Οι πλέοντες έστρεφον πρώραν απομακρυνόμενοι της γης εφ’ ης εφαίνεται ότι εξέρρεε πύρινος ποταμός. Κατεπατάγουν αι βρονταί, εκλονίζετο το έδαφος όλον και εσείετο η γη. Κατέπιπτον οικοδομήματα τα πέριξ της κορυφής της ακροπόλεως. Εκρημνίζοντο και ανεστρέφοντο τα παρά τω κάτω περιβόλω οικήματα. Διερρύγνυντο τα τείχη… Κατεκλονίζοντο και διεσχίζοντο οικίαι υψόροφοι εν τη πόλη και κατέπιπτον. Απετινάσσοντο εις τον αέρα στεγάσματα και δαυλοί και μύδροι φλογεροί αποσχιζόμενοι εκτύπουν, έπληττον και εφόνευον αδιακρίτως τους προστύχοντας…»

ΟΤΑΝ η μπόρα «έκατσε», ξημέρωσε κ’ η μέρα, ο απολογισμός ίδιος βγαλμένος από εφιάλτη. Ως τις 2.000 φθάνουν τα θύματα οι πηγές. «Παντού (σε Φρούριο και πόλη) εβλέποντο άλλων μεν κατεθραυσμένα τα μέλη, άλλων δε κοπανισμέναι αι κεφαλαί, ετέρων φλογισμέναι αι τρίχες, γυμναί αι κόραι, κατεσχισμέναι αι σάρκες, πυρόκαυστοικαι κατάμαυροι αι μορφαί…». Στο Μανδράκι, κάτ’ απ’ εκεί που σήμερα βρίσκεται η εκκλησιά της Παναγιάς, τα κύματα βύθισαν, λέει, «τέσσαρας γαλεώτας και μίαν γαλέαν». Αύτανδρες. Κι εντός Φρουρίου…  – «Θέ μου, βοήθα!»  

ΚΑΤΑΛΥΜΑΤΑ, στρατώνες, σταθμοί, αποθήκες, δημόσιοι και ιδιωτικοί οικίσκοι˙ όλα τους, σωροί ερειπίων. Και μαζί, ο καθολικός καθεδρικός των αποστόλων Πέτρου και Παύλου (παλαιός των Ορθοδόξων, όπου άλλοτε και το σκήνωμα του Αγίου Αρσενίου), η Loggia (λέσχη ευγενών) έξω απ’ το Φρούριο, το παλάτι του Γενικού Προνοητή. Καταπίνοντας μαζί και τον ίδιο τον Προνοητή, τον «πολύ», Ανδρέα Πιζιάνη (βρέθηκε με σφηνωμένο το λαιμό μεταξύ δύο δοκών). Μαζί με τη φαμίλια του, αξιωματούχους και λοιπούς˙ κάπου, λέει, 60 νοματαίοι…

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ του, Φραγγιπάνης (Φραγκιπάνι), ο ιατρός, Βαπτιστής Μάρος (Μάριος Μπατίστα), ο γραμματέας, Ρουίνης (Ρουτζίνι), ο βουλευτής, Βων, ο Φρούραρχος, Ζώρζης (Τζώρτζης), ο Ταγματάρχης, Ισκόβιτς, οι πλοίαρχοι Πέζαρος (Πιζάρο) και Διέδος (Ντιέγκο) – συν «τέσσαροι λόχοι του τάγματος Τριμάλδου, άλλοι επτά λόχοι εκ του τάγματος του Νικολάου Βουρατίχου και τεσσαράκοντα οκτώ κωπηλάται…».

Η ΚΗΔΕΙΑ του Πιζιάνη, αφού η σωρός του ταριχεύτηκε, έγινε λίγες μέρες έπειτα, 28 του μήνα. Και κατόπιν μεταφέρθηκε στη Βενετία κι ετάφη στο ναό του Αγ. Ανδρέα (Lido). Εδώ, θα έμενε, ως σήμερα (Duomo), ανάμνηση, μια επιτύμβια επιγραφή, επί καθολικού προϊσταμένου, Ant. Zacco (μτφρ. ελληνικά): «… ανελήφθη στους ουρανούς μέσα σε στρόφιλο από φλόγες, όπως ο Ηλίας σε ηλικία 57 ετών…».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: απ’ την κηδεία απουσίασε ο ορθόδοξος κλήρος. Τυχαίο; Πάντως, όπως σημειώνει ο Σπ. Γαούτσης, «η περίοδος εκείνη προσφέρει πολλά επεισόδια ανάμεσα στους εκπροσώπους των δύο κλήρων, ορθόδοξου και καθολικού, για θέματα που σχετίζονται με τις κοινές τελετές και τις επεμβάσεις στα εσωτερικά της ανατολικής εκκλησίας…». Με μεγάλη, πρόσφατη αφορμή, τη δρομολόγηση, από πλευράς Πιζιάνη, της ανέγερσης αλταρίου (μαρμάρινο βήμα) εντός του ναού του Αγ. Σπυρίδωνος, προκειμένου να τελείται ευχαριστήρια λατινική λειτουργία για τη διάσωση της πόλης απ’ την τουρκική πολιορκία του 1716˙ δύο χρόνια πριν (επ’ αυτού, εκπροσωπώντας το αρχοντολόι των Ενετών, είχε ήδη αφιερώσει στον Άγιο μεγάλη, ασημένια κανδήλα, που υφίσταται πάντα στο ναό).

Info: Σύμφωνα με τον Αθ. Τσίτσα, εν μέσω των θερμών αντιδράσεων του ορθοδόξου κλήρου –και κατ’ αρχήν του Μ. Πρωτοπαπά, Σπ. Βούλγαρι- ο Άγιος εμφανίστηκε δύο φορές, παραμονές του περιστατικού στον ύπνο του Πιζιάνη, προσπαθώντας να τον αποτρέψει απ’ την ανέγερση του αλταρίου, Μολονότι, ωστόσο, αρχικά φέρεται να ταράζεται, πείθεται να προχωρήσει απ’ τον πνευματικό του, Φραγγιπάνι, κάνοντας λόγο για δεισιδαιμονίες, που προσπαθούσαν να αποτρέψουν «θεάρεστο έργο».

ΜΕΣΑ, λοιπόν, σ’ αυτό το κλίμα, η καταστροφή του παλατιού του και ο θάνατος Πιζιάνη, που εξελήφθη, ένεκα τ’ αλτάρι, ως όργανο της παπικής πολιτικής, δεν αργεί να «μεταφραστεί» απ’ το ορθόδοξο συναίσθημα ως θεία παρέμβαση για «τ’ ασεβή του σχέδια». Κι, ειδικώς, παρέμβαση «τ’ Αγιού. Για τα του οίκου του…». Και το κακό, βαφτίστηκε: «Πιζάνειος εμπρησμός».

ΜΕΣΑ στα αμέσως επόμενα χρόνια, τεκμήρια επιβεβαιώνουν την ανάπτυξη μιας ισχυρής προφορικής παράδοσης. Ογδόντα επτά χρόνια μετά απ’ το κακό, θα αποτυπωνόταν και γραπτά: Αθανασίου Παρίου, «Ουρανού Κρίσης» (πρώτη έκδοση, Λειψία, 1805).

Ο ΠΑΡΙΟΣ, διδάσκαλος του Γένους, βρέθηκε στο νησί το 1760, για ολοκλήρωση των σπουδών του (νωρίτερα, στο πλευρό του Ευγενίου Βουλγάρεως, στο Άγ. Όρος) στο «Κοινό Φροντιστήριο» των Νικηφόρου Θεοτόκη και Ιερεμία Καββαδία. Γνώρισε την ήδη ακμαία παράδοση («έργον εστάθη του ουρανού… θαύμα φρικτόν και εξέσιον του θαυματουργικωτάτου θείου Σπυρίδωνος, δι’ ου τας βουλάς των παρανόμων απίστων εματαίωσε…») και τη μετέφερε στην πλήρη της περιγραφή.

ΣΥΜΦΩΝΑ, λοιπόν, με το τεκμήριο, την ώρα που βροντές και αστραπές ρήμαζαν τα ουράνια, «ο φύλαξ της αυθεντικής Μονετζιόνος (σ.σ. ο φρουρός της πυριταποθήκης), βλέπει ένα μοναχόν, με ένα δαυλόν αναμμένον εις την χώρα πλησιάζοντα εις αυτόν. Ο φύλαξ, κατά την συνήθειαν, τον ερωτά και άπαξ και δις, ποίος είσαι εσύ; και πού υπάγεις; Και επειδή ουδεμίαν απόκρισιν ελάμβανεν, εσήκωσε το πυροβόλον του όπλον, είτε τουφέκι, δια να τον αποκτείνη. Τότε ο μοναχός άμα απεκρίθη. Εδώ είμαι ο Σπυρίδων. Και άμα τούτο ειπών, ήρπασεν αυτόν από την χείρα, και τον απεσφενδόνισεν έξω εις την λεγομένην Σπιανάδα της πόλεως Κερκύρας, πλησίον εις την εκκλησίαν του Εσταυρωμένου (σ.σ. Καποδιστρίoυ, πίσω απ’ το Λιστόν. Δε σώζεται…). Και παρευθύς ύστερα από τούτο, άναψεν η αποθήκη της Μενετζιόνος και η ταύτης έξαψις πάσας ανέτρεψε τας οικοδομάς, όπου ήτον εκεί μέσα εις το Καστέλλι…».

ΚΑΤΑ τον Πάριο, η διατήρηση ζωντανού του φύλακα, ήταν επί σκοπώ: «…δια να τον έχη έπειτα (ο Άγιος) κήρυκα περίτρανον και μεγαλοφωνότατον, ων τε άκουσεν, ως τε είδε και ως αυτός έπαθε». Έτσι, ξημέρωμα πια, ο στρατιώτης εμφανίζεται να παραμένει ακούνητος στο σημείο που ερρίφθη. Απαντώντας στο ερώτημα του κόσμου («ποίος έβαλε το πυρ») με τα λόγια αυτά: «…ο Άγιος με πέταξε χίλια τόσα μέτρα, φροντίζοντας να μείνω όρθιος εδώ, με του ντουφέκι. Αυτός έκανε όλα τούτα τα φοβερά που ζούμε (Il San Spyridion ha fatto questo Teripile Caso)… Ξεφύτρωσε δίπλα κι ένας άλλος βενετσιάνος ευγενής, κάτοικος της χώρας. Άκουγε το στρατιώτη και συμπλήρωνε. Το μεσονύχτι όπου έγινε το κάζο, έτυχε να βρεθώ ψηλά στο δώμα του σπιτιού μου. Ξάφνου βλέπω στο καμπαναριό τ’ Αγιού να βγαίνουνε τρεις φλόγες… Σαν βολίδες έπεσαν απέναντι…»

ΠΛΗΝ ΤΟΥΤΟΥ, του κυρίως γεγονότος, ο Πάριος καταγράφει άλλα δύο περιστατικά άμεσης σημειολογικής σύνδεσης με την θαυματουργή παράδοση του πράγματος. Το πρώτο, πως μέσα στο κακό, έπεσε και συνετρίβη, εντός της εκκλησίας του Αγίου, το καντήλι που είχε αφιερώσει ο Πιζιάνης, για τη διάσωση του ’16 – «και με όλον που εκρέματο από μίαν άλυσιν πολλά δυνατήν» (απ’ αυτήν, μάλιστα, την πτώση, συνεχίζει η παράδοση, είναι τα έως σήμερα ευδιάκριτα σημάδια της κανδήλας, «μαρτυρούσα το συμβάν με αλαλήτους φωνάς»).

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ, πως την ίδια εκείνη ώρα, αστροπελέκι χτυπούσε –και κατέκαιε- την εικόνα του Πιζιάνη στο σπίτι του, στη Βενετία, «χωρίς να πάθη άλλο τι των της οικίας του ουδέν κακόν»…

ΤΟ ΔΙΑ ταύτα; Το αλτάρι δεν φτιάχτηκε ποτέ. Οι εργασίες έπαψαν, η «συναχθείσα ύλη» μαζεύτηκε και γρήγορα, ο ορθόδοξος κλήρος, θέλοντας να αποτρέψει άλλο ανάλογο εγχείρημα στο μέλλον, έσπευσε να εξασφαλίσει την κήρυξη του ναού του Αγίου Σπυρίδωνος σε «Σταυροπήγιον»˙ εξαρτούμενος, δηλαδή, όχι απ’ την τοπική ιεραρχία, αλλά απ’ το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

ΣΥΜΦΩΝΑ με τον Α. Αγιούς, το σχετικό σύμβολο (σταυρός σχηματισθείς δια μικρών λεκανών πιεσμένων στον τοίχο), βρισκόταν στο εξωτερικό μέρος του τοίχου πίσω απ’ το Άγιο Βήμα, τουλάχιστον ως τα τέλη του 19ου αι. Σήμερα, όχι. «Προφανώς κατεστράφη σε κάποια ανακαίνιση…»

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΕ ΒΙΑΖΗ

ΕΤΟΣ 1878. Απ’ τον «Πιζάνειο εμπρησμό» έχουν περάσει πια, 160 χρόνια. Έντυπη προ πολλού, η «Ουρανού Κρίσις» του Παρίου έχει παγιωθεί ως η απόλυτη, ορθόδοξη αλήθεια, η εκτύπωση, ωστόσο, στην Κέρκυρα, ενός ολιγοσέλιδου φυλλαδίου, υπό τον τίτλο «Alcuni documenti intorno l’ accidentale catastrofe, avvenuta nell’ isola di Corfu nell’ anno 1718…», παρά την, εκ πρώτοις, ανύποπτη αφορμή (για το γάμο του Κερκυραίου γυμνασιάρχη, Ανδρέα Κεφαλληνού), γεννάει ταραχή. Το φυλλάδιο, βλέπετε, εργασία του νεαρού λογίου, Σπυρίδωνος Δε Βιάζη (γέννημα Κέρκυρας, 1849, από γονείς δυτικού δόγματος) έθετε σε, τουλάχιστον, αμφισβήτηση τη θαυματουργική διάσταση των γεγονότων του ’18, αποδίδοντας, κατ’ ουσίαν την καταστροφή, στα καιρικά φαινόμενα.

Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ πεποίθηση ταράσσεται. Και με αρχή τη δριμεία απάντηση του Αρχιμανδρίτη, Αρσενίου Πανδή («Επιστολιμαία απάντησις»), ο Δε Βιάζης βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα. Η εξιστόρηση της περίπτωσης, δια χειρός Ντίνου Κονόμου, στον «Ερανιστή» του 1969 (βασιζόμενος σε προγενέστερη, δημοσίευση του Λ.Χ. Ζώη στη «Νέα Εστία» / τ. 5, 1927), γλαφυρή:

«ΣΚΟΠΟΣ του φυλλαδίου ήταν η παρουσίαση των ανέκδοτων εγγράφων της καταστροφής του 1718. Η σιωπή του όμως για την ακράδαντη πεποίθηση των Κερκυραίων έδωσε αφορμή να νομισθή ότι ήθελε ν’ αμφισβητήση έν’ από τα θαύματα του κορυφαίου Αγίου της Ορθοδοξίας. Είναι άγνωστο αν ο Δε Βιάζης παρέλειψε να μνημονεύση επίτηδες το θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνα, ο σεβασμός του όμως στον Πολιούχο της Κέρκυρας, του οποίου έγραψε αργότερα την βιογραφία και τιμούσε τα υπερφυσικά θαύματα σ’  όλη του την ζωήν, μας υποχρεώνει να πιστέψουμε το αντίθετο. Έτσι, όταν είδε το φως η επίθεση του Αρχιμανδρίτη Πανδή, εύλογη και δικαιολογημένη ως ένα σημείο… άναψε αμέσως ο θρησκευτικός φανατισμός. Αποτέλεσμα ήταν έν’ άγριο ξυλοκόπημα το Δε Βιάζη από μια συντροφιά φανατισμένων συμπολιτών του. Βλέποντας λοιπόν ότι διατρέχει σοβαρούς κινδύνους, αποφασίζει και φεύγει μια νύχτα από την πατρίδα του (σ.σ. κατ’ εκδοχήν, μεταμφιεσμένος) αναζητώντας άσυλο στη Ζάκυνθο». Η οποία και τον καλοδέχτηκε. Εφ’ όρου ζωής…

ΛΕΓΕΤΑΙ πως έκτοτε ο Δε Βιάζης δεν επέστρεψε ποτέ στη γενέθλια γη. Τριάντα χρόνια αργότερα, μόνο, σε δημοσίευσή του στο περιοδικό «Νέα Σιών» (1908, τ. Α’, Β’) κι ενθυμούμενος την ιστορία του ’78, θα σημείωνε με πικρία πως «ο Πανδής παρεγνώρισε, δυστυχώς, τον σκοπόν του νεανικού εκείνου έργου, μαθητού του, τον οποίον καλώς εγνώριζεν…»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Παναγιώτη Χιώτη, «Ιστορικά Απομνημονεύματα Επτανήσου», τ. Ι’, Κέρκυρα, 1863.

Αθανασίου Παρίου, «Ουρανού Κρίσις», Κέρκυρα, 1951.

Aθανασίου Χ. Τσίτσα, «Άγιος Σπυρίδων ο θαυματουργός», Κέρκυρα, 1969.

Αντωνίου Αγιούς, «H θεομηνία της 10/21 Νοεμβρίου στην Κέρκυρα», Δελτίο Ιονίου Ακαδημίας (ανάτυπο), τ. Β’, Κέρκυρα, 1986.

Σπύρου Π. Γαούτση,«Οι νεκροί της έκρηξης του 1718 μέσα από τα μητρώα της λατινικής εκκλησίας του παλαιού Φρουρίου της Κέρκυρας», 10ο Πανιώνιο Συνέδριο, Κέρκυρα, 2010 (via academia.edu).

Ντίνου Κονόμου, «Σπυρίδων Δε Βιάζης, Αναγραφή των έργων του», «Ερανιστής», Ζ’ 1969, τ. 40-41.

Γεωργίου Ζούμπου, «Η έκρηξη του 1718 και ο Σπυρίδων Δε Βιάζης», εφ. «Ενημέρωση», φ. 8/11/2009 (via Corfuhistory.eu).

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ