22.9 C
Corfu
Σάββατο, 18 Απριλίου, 2026

Ντοκουμέντο: Διασκεδάζοντας, καλοκαίρι, στην Κέρκυρα του ’35

Ένα καταπληκτικό κείμενο του «Κερκυραϊκού Βήματος» για τη «νυχτερινή, εύθυμη ζωή» των παλαιών Κερκυραίων. Κάποιο καλοκαίρι, 85 χρόνια πριν…΄

Επιμέλεια: Ηλίας Αλεξόπουλος

Βασική φωτό: «Η Κέρκυρα τη νύχτα (Λιστόν)», πίνακας του Γεωργίου Σαμαρτζή.

ΚΕΡΚΥΡΑ, καλοκαίρι του ’35. Και η εφημερίδα «Κερκυραϊκό Βήμα» ανέθετε στη συνεργατικό πενάκι του «Γ.», έτσι υπέγραφε, μια… ιδιαίτερη αποστολή: να κυκλοφορήσει αποβραδίς Σαββάτου, καταγράφοντας εικόνες, πρόσωπα και περιστατικά, απ’ το «έτσι διασκεδάζω» του τότε Κερκυραίου.

ΤΟ ΕΠΡΑΞΕ. Γεννώντας ένα εκτενές, ανάλαφρο άρθρο, υπό τον γενικό τίτλο  «Η νυχτερινή εύθυμη Κέρκυρα» και… επεξηγηματικό υπότιτλο «Από την πλατείαν εις την Προκυμαίαν (σ.σ. παλαιό Λιμάνι) και τ’ ανάπαλιν • Οι συνοικιακές ταβέρνες • Οι διάφοροι τύποι των πλανωδίων πωλητών • Τα νυχτερινά κέντρα • Ο Φοίνικας».

ΗΤΑΝ, ακριβώς, 85 χρόνια πριν. Το σήμερα, γνωστό. Το τότε; Πώς, άραγε, περνούσαν τα καλοκαιρινά τους βράδια οι Κερκυραίοι της εποχής; Πού πήγαιναν; Τι άκουγαν; Πώς συμπεριφέρονταν; Έμεινε, μήπως, κάποιο… χούι αναλλοίωτο μέσα στις περπατησιές των δεκαετιών;

ΣΠΑΖΟΝΤΑΣ το πρωτότυπο κείμενο σε δύο μέρη, λόγω όγκου, το Corfu Stories παρουσιάζει. Ένα μοναδικό ντοκουμέντο εποχής, στη γλώσσα της εποχής…

Ανέλαβα να σας παρουσιάσω, αγαπητοί αναγνώσται, ή μάλλον να ξεσκεπάσω τις πτυχές της επαρχιακής ζωής μας. Μην φοβηθήτε όμως. Δεν πρόκειται να γίνη καμιά απολύτως νύξις για την ιδιαίτερη ζωή, αν και ουδέν το κενόν υπό τον λίαν περιωρισμένον ήλιον της πόλεώς μας.

Απλώς μόνον θα δούμε την Κέρκυρα του βραδυού, τη ζωή δηλαδή εκείνη που με την ευθυμίαν της πρέπει να εξουδετερώνη την καθημερινήν βιοπάλην.

Μου φαίνεται βέβαια αρκετά κουραστική η αγγαρεία αυτή, όχι γιατί πρόκειται να διανύσω μεγάλες αποστάσεις χωρίς αυτοκίνητο ή τραμ, αλλά γιατί θα ξεφύγω απ’ την αγαπημένη νωθρότητα του καφφενείου της πλατείας, εις την οποίαν όλοι μας έχουμε καταδικαστή τις βραδινές ώρες και απ’ όπου πίνοντες το καφέ μας, διαβάζοντας την εφημερίδα μας και έχοντας από μίαν καρέκλαν ως αναπαυτικόν στήριγμα κάθε κινητού μέλους του σώματός μας, κουτσομπολεύουμε τους πάντας και τον εαυτόν μας, κοροϊδεύουμε εκείνους που σαν οδοστρωτήρες ισοπεδώνουν από μια κεκτημένη συνήθεια, με το συνεχές άνω – κάτω, το περίφημο… λιστόν, συζητάμε και σχολιάζουμε την κάθε πολιτική και ατομική κακομοιριά μας και τέλος… φλερτάρουμε με την κάθε μια χάριν ποικιλίας για να τρώμε εννοείται τις περισσότερες φορές… τις απαραίτητες χιλόπιτες.

Παραδέχεσθε όθεν και σεις πως κάθε τι που παρεμβάλεται στις αυτόματες αυτές κινήσεις μας και το νωθρό μας βήμα, προκαλεί μίαν εξέγερσιν εκ μέρους των αποχαυνωμένων συναισθημάτων μας. Και κάτι ακριβώς παρόμοιο συμβαίνει τώρα και με μένα.

Τι να γίνει, όμως… Ας χάσω για λίγο εγώ τις συνήθειές μου για να μπορέσετε τουλάχιστον σεις να βρήτε μια μικρήν απασχόλησι όταν αύριο πρωϊ –ημέραν αναπαύσεως- θα καταλήξετε στο συνηθισμένο σας μέρος για να ξεκουραστήτε από τα βραδυνά σας γλέντια της εβδομάδος που πέρασε.

Συλλογή Stefan Unkelbach (f/b).

Κατεβαίνουμε λοιπόν σιγά – σιγά προς ανακάλυψιν ξενύχτηδων και άγραν της νυχτερινής ευθυμίας, όταν περνώντας από κάποιο στενοσόκακο της Μητροπόλεως, ακούμε ένα μπαριτονάλε “απάνου του, Ζαχαρία” να μας κόβη –κατά την κοινήν έκφρασιν- το αίμα και να μας προτρέπη ν’ αλλάξουμε κατεύθυνσιν αν δεν θέλουμε να υποστούμε τις συνέπειες μιας ρωμέϊκης συμπλοκής.

Και θα το στρίβαμε αλά… ελληνικά, αν όλο με μιας μια καλικέλαλος βραχνή φωνή μαζί με ένα ακοπανιαμέντο ξεκούρδιστης κιθάρας δεν μας υπενθύμιζε το καθήκον μας.

Προχωρούμε και αντικρύζουμε το πρώτο νυχτερινό θέαμα που μας προκάλεσε προς στιγμήν πόση ανησυχίαν. Έναν από τους περιφημοτέρους τύπους που ανέδειξε ποτέ η ταβέρνα –τον κοινώς λεγόμενον Ζαχαρίαν- ο οποίος συνοδεία μιας ξεκούρδιστης κιθάρας και μιας φάλτσας καλικελάδου φωνής ενός άλλου θύτου του Βάκχου, κατέβαζε αδιάκοπα τις μισές για να σπάση γλέντι, προς μεγίστην απελπισίαν του κάπελλα, υποχρεωμένου να πληρώση αυτός εις το τέλος τα σπασμένα.

Λίγο παρακάτω, στο τελευταίο πάτωμα ενός πανύψηλου απηρχαιωμένου… μεγάρου, κάποιο ξεκούρδιστο γραμμόφωνο συμπληρώνει με τον κλαψιάρικο αμανέ του, την πρώτην αυτήν εικόνα της ευθυμίας, όμοιαν με τόσες άλλες που βρίσκονται διεσπαρμέναι στα διάφορα άλλα συνοικιακά ταβερνεία.

Ένα κύμα λιγότερο ζεστού αγέρα μας υποδεικνύει ότι εφθάσαμε στην Προκυμαία. Μια κοντινή ηχώ τζαζ, μεταβάλλει την πρώτην εντύπωσιν και εντός ολίγου ατενίζουμε τα ηλεκτρικά λαμπιόνια να φωτίζουν μια ακαθορίστου συνθέσεως ατμόσφαιρα.

Είναι το πρώτον νυχτερινόν κέντρον που συναντάμε και που βρίσκεται δίπλα εις το υπό αιώνιαν κατασκευήν καταδικασθέν μέγαρον των Τ.Τ.Τ. Το Καφέ-Ομόνοια.

Η ορχήστρα του κ. Παπίγη προσπαθεί να μεταδώση στους ορθούς ακροατάς της την ευθυμία, για να τους αναγκάση έτσι να καθήσουν και να μεταδώσουν κι’ αυτοί με τη σειρά τους εις το ταμείον της επιχειρήσεως μέρος του ανυπάρκτου περιεχομένου της τσέπης των, πράγμα όμως που δεν κατορθώνει παρά τας συχνάς και παρατεταμένας επικλήσεις του τζαζμπαντίστα και προς μεγάλην χαράν των καρεκλών που μπορούν έτσι και αισθάνονται τον καθαρόν αέρα και δεν στενάζουν κάτου από την πνηγηρόν ατμόσφαιραν των… καθημένων.

Συλλογή Θεόδωρου Μεταλληνού (f/b)

Σε μιαν άκρη καθισμένος ένας γέρο-σάτυρος μπανίζει τις ξέσκεπες γάμπες μιας στρουμπουλής μικρούλας κι’ ενώ τα χείλη του τρεμουλιάζουν, τις οίδε χάριν ποίας φανταστικής απολαυστικής εικόνας, ο ντιζέρ της ορχήστρας συμπληρώνει:

… Γαμπίτσα, γαμπίτσα, αφράτη και ροζέ…

Προχωρούμε ή μάλλο σέρνουμε τα βήματά μας προ μίαν άλλην στρίγγλικην επίκλησιν ενός σαξωφόν.

Είναι το δεύτερο νυχτερινό μας κέντρον. Το Καφέ – Γυαλί… Η Ορχήστρα του Κώστα Μπογδάνου (ας με συγχωρέση ο αγαπητός φίλος που μετέφρασα το όνομά του στην Ελληνική) χαρίζει στην πολυπληθή του πελατεία –τη περσότερη εννοείται κι’ εδώ ορθή- το υποτιθέμενον κέφι, τη συμπράξει του αιωνίου ντιζέρ και του συνηθισμένου μεταδοτικού της φωνής, όπερ και νεωτέραν εφεύρεσιν προς αποφυγήν της μεταδόσεως των φάλτσων, μετεβλήθη εις δίχωνον.

Ο πασατεμπάς, ο φυστικάς, ο καπνοπώλης, ο νερουλάς, ο παγωτοπώλης, ακομπανιάρουν σε ποικιλία τενόρου φωνής, διαλαλώντας το εμπόρευμά τους.

-Πασατέμπος της ώρας.

-Φυστίκια ζεστάααα… αρμυρά…

-Τσιγά… τσιγά… τσιγάρα… τσιγά… τσιγάρα…

-Εδώ το κρύο νερό της Παληόπολις.

-Πάρτε παγωτό με σεξ-απήλ.

Μια οχλοβοή, ένα συνεχές μουρμουρητό, απλώνεται τριγύρω μαζί μ’ όλη τη σκόνη του δρόμου που έχει να ποτιστή από τον καιρό που έβρεχε, ενώ το σαξωφόν εις μάτην προσπαθή να επιβληθή στριγγλίζοντας και ο ντιζέρ –μόλις ακουόμενος- να κεντήση την ευαισθησία της καρδιάς των ερωτευμένων με το:

… Γιατί να ξεχάσης τα τόσα μας χάδια… αχ! πες μου, γιατί; γιατί;

Ένας μπέμπης (σημειώσατε παρακαλώ πως είναι ενδεκάτη νυχτερινή) υπενθυμίζει με ένα ουάαα εις τον ντιζέρ της ορχήστρας το λα-μινόρε και το οποίον φαίνεται πως κατά λάθος θα παρέμεινεν εντός της φωνητικής του αποθήκης.

Κάποιος νεαρός εις διεφθαρμένην απομίμησιν, υποτονθυρίζει το τραγουδάκι της ορχήστρας, μία δεσποινίς δίπλα αριθμούσα –αν την ρωτήσετε- περί τους… είκοσι Ιουνίους, διαμαρτύρεται εις παραπαίουσαν καθαρεύουσαν διότι δεν δύναται να… απολαύση ησύχως την θεσπέσιαν μουσικήν (και να θυμηθεί έτσι τις προϊστορικές της ανύπαρκτες κατακτήσεις), ενώ ταυτοχρόνως τα κάγκελα ασφυκτικώς γεμάτα μας παρουσιάζουν τους Κερκυραίους που –σαν αναπόσπαστο συμπλήρωμα των αιωνίων Ρωμηών- απολαμβάνουν αφ’ υψηλού το περίεργο αυτό συνονθύλευμα τελείως τζάμπα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ