22.9 C
Corfu
Σάββατο, 18 Απριλίου, 2026

Ο κουρέας…

Από τη συλλογή «Όλα, κύριε Νίκο, είναι εδώ». Εικόνες, παραστάσεις, περιγραφές από τα μάτια ενός παιδιού, που ήθελε να ρουφήξει αυτή τη μοναδική περίοδο της ζωής.

Γράφει ο Θεόκλητος Θύμης

• Θυμάμαι που συνόδευα μικρός τον πατέρα μου στο κουρείο του, κ. Αρταβάνη. Το κατάστημά του ευρίσκετο στην πλατεία Μητροπόλεως – ένα ισόγειο, περίπου πενήντα τετραγωνικών.

• Η καμπύλη, ξύλινη πόρτα, με τις μεγάλες τζαμαρίες, βαμμένη με άσπρη λαδομπογιά. Το ίδιο άσπρο χρώμα επικρατούσε και εσωτερικά. Απέναντι ακριβώς από την είσοδο, ένας καθρέπτης κάλυπτε σχεδόν την επιφάνεια όλου του τοίχου. Μπροστά του, υπήρχε ένας μεταλλικός μπάγκος που τον διέκοπταν δύο μικρές βιτρίνες.

• Στον πάγκο τοποθετημένα κάθε είδους μεταλλικά ή ξύλινα αντικείμενα, όπως ψαλίδια, κτένες, ξυραφάκια, πινέλα, δοχεία πρόσμιξης της σαπουνάδας.

• Σε περίοπτη θέση, ένα ακριβό σύνολο με γυαλιστερή μεταλλική επιφάνεια από το φουζέρ, το ειδικό πινέλο, το δοχείο του αφρού και το πινέλο με την ακριβή τρίχα, κατάστιχτο από ταλκ, για τον καθαρισμό του αυχένος. Στις δύο βιτρίνες υπήρχαν «δίκην αλχημιστού», ψαλίδια ειδικών κατηγοριών, αρώματα, ταλκ και αρωματικοί σάπωνες, χρωματιστά κουτάκια με ξυραφάκια και χάρτινες θήκες με πλαστικές χτένες.

• Σημαντικές εξοπλιστικές μονάδες αποτελούσαν οι δύο μεταλλικές πολυθρόνες, ενδεδυμένες με μαύρο δέρμα και ειδικό ανακουφιστικό μαξιλαράκι, καλυμμένο με γυαλιστερό λευκό χαρτί, για την ανάπαυση του αυχένος. Το ίδιο μαξιλαράκι, τετράγωνο, χρησίμευε να μαζεύει του ξυραφιού την τροφή –σαπουνάδες και τρίχες.

• Άλλα έπιπλα ήταν δύο άσπρες, ξύλινες καρέκλες και ένα τραπεζάκι, γεμάτο εφημερίδες και τεύχη του περιοδικού «Ρομάντσο» για τους αναμένοντες πελάτες.

• Ένα μεταλλικό κομοδίνο –απομεινάρι παλιού νοσοκομείου-, τροχήλατο, βρισκόταν παρά πόδα του κουρέα, για τα σύνεργα της στιγμής. Ο ίδιος, ισχνός, μελαμψός, μετρίου αναστήματος, μ’ ένα ισπανικού τύπου μουστάκι, φορούσε λευκή ποδιά, με τις λαβίδες των ψαλιδιών να εξέχουν από την αριστερή, μικρή τσέπη του στήθους, στις δε φαρδιές πλαϊνές, υπήρχαν καθαρά μαντήλια ή χιλιοδιπλωμένες λευκές κόλλες χαρτιού.

• Το υπόλοιπο της ενδυμασίας του, ένα ριγέ, μαύρο παντελόνι, ιδιαιτέρως περιποιημένο στην τσάκιση, έτσι που κατέληγε υπερήφανα ατσαλάκωτο σ’ ένα ζευγάρι ακτινοβόλα μαύρα παπούτσια.

• Επειδή οι επισκέψεις μας, κατά γενική προτίμηση, ήταν πρωϊνές, έντονα θυμάμαι το απαύγασμα του ήλιου και τη διάθλαση του φωτός απ’ τον καθρέπτη, έτσι που πολλαπλασιαζόταν ο χώρος και εξαϋλώνονταν οι παρουσίες.

• Σημαντική λεπτομέρεια, τα δέκα ξύλινα κλουβιά με ωδικά πτηνά – καναρίνια και λίγα γαρδέλια. Με ταχύτατες κινήσεις ο κουρέας άρχιζε να ανοιγοκλείνει τα ψαλίδια και ο μεταλλικός ήχος έδινε το έναυσμα να ξεκινήσουν το τραγούδι τους. Mαέστρος μια μελωδικής ορχήστρας, έχοντας για μπαγκέτα, πότε κάποιο θορυβώδες ψαλίδι, πότε ένα βουβό κτένι, έτσι που τα πτηνά να συντονίζονται από τις σχεδόν αέρινες κινήσεις αυτού του βιρτουόζου.

• Ακόμα ακούω τον πατέρα μου να μονολογεί: «Γεια σου, ρε Αρταβάνη, με τη συμφωνική σου…»

• Πριν φύγουμε, μας συνόδευε η ευωδία του σάπωνος Μασσαλίας ή της κολόνιας «Pino Silvestre Vidal» και το ταλκ που είχε εισχωρήσει στους αυχένες μας.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ