16.9 C
Corfu
Τετάρτη, 6 Μαΐου, 2026

Καποδίστριας, 1831 / Βήμα προς βήμα η μοιραία μέρα…

Το C.S.com επιχειρεί να «αναπαραστήσει» μέσα από 12 «εικόνες» το χρονικό της σαν σήμερα (27/9) ημέρας που σημάδεψε με αίμα τις τύχες της Ελλάδας.

Επιμέλεια: Ηλίας Αλεξόπουλος

Η μέρα που σημάδεψε με αίμα την ιστορία (και τις τύχες) της σύγχρονης Ελλάδας. Μια μέρα σαν κι αυτή, μια Κυριακή πρωί, στο Ναύπλιο. Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Το CorfuStories.com, μέσα απ’ τις πηγές, επιχειρεί την αναλυτική «αναπαράσταση» της τραγωδίας. Βήμα προ βήμα. Από την αξημέρωτη έξοδο απ’ το Κυβερνείο, με προορισμό τον Άγ. Σπυρίδωνα. Μέχρι τα πρώτα μεθεόρτια του κακού. Τις πρώτες ώρες. Δώδεκα «εικόνες», δώδεκα αποτυπώματα στο χώμα απ’ τ’ Ανάπλι. Και μιας Ελλάδας, που «εάν δεν…» θα ήταν, πιθανότατα, αλλιώς…

Η ΑΦΕΤΗΡΙΑ

Το Κυβερνείο

Ξημερώματα Κυριακής, ώρα π. 05.30. Το πρώτο βήμα προς το μοιραίο. Αφετηρία, η κύρια ανατολική, καμαρωτή πύλη του Κυβερνείου˙ από εκεί βγήκε ο Καποδίστριας. Είχε χτιστεί (τριώροφο νεοκλασικό) το 1929, σε οικόπεδο αγοράς Πανούτσου Νοταρά και σχέδια του Ναπολιτάνου αρχιτέκτονα, Pascal Ippoliti, προς στέγαστη της νεοσύστατης ελληνικής κυβέρνησης / κυβερνητική οικία. Αργότερα, διέμεινε εκεί ο Όθωνας («Βασιλικόν Παλάτιον»). Και πιο μετά, στεγάστηκε η Νομαρχία. Κατεστρέφη από πυρκαγιά το 1929. Και δεν ανοικοδομήθηκε ποτέ. Σώζεται πώρινος ορθογώνιος λίθος με το έτος κατασκευής του…

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Πρώτα βήματα, στην πλατεία Συντριβανίου / A. Marc, 1833 …

Κατά τον Χρ. Πιτερό, ο Κυβερνήτης φορούσε βαθυγάλαζη ρεντικότα, άσπρο παντελόνι και βαθυγάλαζο καπέλο. Προορισμός, ο Ι.Ν. Αγ. Σπυρίδωνος, για τον κυριακάτικο εκκλησιασμό. Η διαδρομή, βήμα προς βήμα, ως εξής: απ’ την πλατεία Συντριβανίου / νυν Τριών Ναυάρχων (το Κυβερνείο βρισκόταν στο δυτικό «φτερό» της), στροφή δεξιά, στο Μεγάλο Δρόμο (νυν Βασ. Κωνσταντίνου). Συνέχεια δυτικά, στη (νυν) οδό Άγγελου Τερζάκη (πρ. Αμαλίας κι Ε. Σωφρόνη), στροφή αριστερά, αρχές της οδού Σταϊκοπούλου, και στο πρώτο ανηφορικό στενό, δεξιά κι ευθεία προς την πλατεία Αγ. Σπυρίδωνος.

Ο ΟΙΩΝΟΣ

Το άγαλμα Καποδίστρια στο Ναύπλιο

Κατά τον Ιταλό γιατρό, φιλέλληλα και φίλο του Καποδίστρια, Περιβιάνο Τζεκίνι, βγαίνοντας, στην εξώπορτα του Κυβερνείου, ο Κυβερνήτης είδε το αγαπημένο του σκυλί να τριγυρίζει ανήσυχο γύρω από τα πόδια του. «Γάβγιζε, δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει», σημειώνει ο Σαρρής. Ο δε Μακρής μιλάει για «τον “Ποσειδώνα”, το πιστό σκυλάκι του μπάρμπα-Γιάννη», που «έσκουζε αλλότα». Στο project «Του Αναπλιού τ’ Αγάλματα…», η Α. Κυριάκου βάζει το άγαλμα του Κυβερνήτει να διηγείται: «Φεύγοντας, το αγαπηµένο µου σκυλί είχε ανησυχία. Δεν ήθελε να φύγω… Το έσπρωξα γρήγορα, να ξεφύγω».

ΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ

Δ. Τσόκου: Ο Γεώργιος Κοζώνης. Μουσείο Μπενάκη.

Τον Καποδίστρια, σ’ όλη τη διαδρομή, συνόδευαν οι δύο φρουροί του: ο 31ετής Κρητικός μονόχειρας και μονόφθαλμος, βετεράνος της Επανάστασης, Γ. Κοζώνης ή Κοκκώνης (αργότερα, απ’ τους μάρτυρες κατηγορίας των δολοφόνων) κι ένας 40ετής στρατιώτης, επ’ ονόματι Λεών, Λεωνίδης ή (Α.) Λεωνίδας. Αμφότεροι, βάδιζαν λίγα βήματα πίσω του, ενώ, κατά τον Κοζώνη, «προπορευόταν ο γέρο – Γούτος (σ.σ. ντελάλης – εκκλησάρης), ο οποίος θα ειδοποιούσε για την άφιξη του κυβερνήτη» (κατ’ άλλη εκδοχή, τους συνάντησε λίγο κάτω απ’ το ναό): «Προσοχή! Παραμερίστε! Έρχεται ο Κυβερνήτης της Ελλάδος…»

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Οδός Τερζάκη… Σήμερα…

Κάπου 150 μ. απ’ τον Αγ. Σπυρίδωνα, σε ερημικό σημείο (διασταύρωση Α. Τερζάκη – Δ. Πλαπούτα, πλ. Αναβρυτηρίου) και στο, ακόμη, μισοσκόταδο, ο Καποδίστριας βλέπει τους Μαυρομιχαλαίους, Γεώργιο και Κωνσταντίνο (γιος – αδελφός του Γενάρχη, Πετρόμπεη). Με τις καλές τους φουστανέλες και τις καλές «μπιστόλες» τους, μαζί με τους φρουρούς – επιτηρητές τους, Ι. Καραγιάννη και Α. Γεωργίου. Πιθανόν, ερχόμενοι απ’ το σπίτι τους (έμεναν κοντά, σε πάροδο της Πλαπούτα). Κατά τον Κοζώνη, ο Κυβερνήτης τους χαιρέτισε. Δείχνοντας ατάραχος. Ανταπέδωσαν (ή τούμπαλιν) – κι έκοψαν δρόμο για την εκκλησία…

Η ΑΦΙΞΗ

O Άγ. Σπυρίδων Ναυπλίου

Η ανθρωπο-γεωγραφία κατά την άφιξη (βάσει καταθέσεων): ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης στεκόταν εκτός ναού, δεξιά. Ο Γεώργιος, εσωτερικά της εισόδου, επί της αψιδωτής στοάς. Οι Φρουροί τους, στον περίβολο. Παρών, ακόμη, ο λοχαγός Κουτσιαφόπουλος, δυο ξένοι περιηγητές, ένας φουστελανοφόρος, ένας ζητιάνος. Στο παραθύρι της, έναντι του Ναού, ήταν μια γυναίκα, η Παρασκευούλα και στο δικό του, ο υπουργός Εσωτερικών, Ρόδιος. Κι εντός, με κάποια θέα προς την είσοδο, οι επίτροποι, Μητρόπουλος – Νικολάου, ο στρατηγός Βαλτινός, οι Σαράντου, Σκούρας, ο υπαξιωματικός, Βούλγαρης και 5-6 ακόμη.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΚΕΨΗ

Eις μνήμην… Στον τόπο του κακού…

Βλέποντας τους Μαυρομιχαλαίους, ο Καποδίστριας καταλαβαίνει. Κατ’ εκτίμηση, δε, ορισμένων, τότε θυμήθηκε την προειδοποίηση του Πάνου Ράγκου, κοινού του φίλου με τον Γιώργη Μαυρομιχάλη, πως θα τον σκότωνε, για την προσβολή που είχε κάνει στον πατέρα του. Τότε, ο Καποδίστριας (φέρεται να) είπε: «Αυτά είναι κουβέντες. Πες του ότι αν με σκοτώσουν, θα σκοτώσουν μαζί και την πατρίδα!» Κάποιοι περιγράφουν πως, για μια στιγμή, δίστασε να προχωρήσει προς την εκκλησία και αυτόπτεις τον είδαν να στρέφει τα μάτια του προς την κοντινή οικία του υπουργού Στρατιωτικών, Ροδίου. Αλλά δε δείλιασε…

ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ

Η σφαίρα… Πάντα σφηνωμένη…

Ο Καποδίστριας βγάζει το καπέλο (ασκεπής είσοδος στο ναό εν είδη σεβασμού) κι ετοιμάζεται να εισέλθει στο ναό. Ώρα π. 06.00. Ώρα Μηδέν. Κατά τον Φίνλεϊ, ο Κωνσταντίνος τον αρπάζει απ’ το ώμο και τον πυροβολεί με πιστόλα στη βάση του κρανίου, πίσω απ’ τ’ αφτί, λέγοντάς του: «Και γω κακά χερόβολα και συ κακά δεμάτια». Παράλληλα, ο Γεώργιος τον μαχαιρώνει με αμφίστομο μαχαίρι στη δεξιά βουβωνική χώρα και ο Καραγιάννης (υποτίθεται, είχε ταχθεί να προσέχει τους Μαυρομιχαλαίους) πυροβολεί κι αυτός, μα, αστοχεί (η σφαίρα βρίσκεται ως σήμερα σφηνωμένη στον παραστάτη της πόρτας).

Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Μ.

Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης

Ο Καποδίστριας σωριάζεται στο χέρι του Κοζώνη, που τον αφήνει ήρεμα στο έδαφος και καταδιώκει τους φονιάδες. Πυροβολεί τον Κωνσταντίνο. Τον πετυχαίνει στην πλάτη, ξώφαλτσα. Παράλληλα, δεκάδες λαού τους καταδιώκουν. Ο στρατηγός Φωτομάρας, ακούει. Βγαίνει στο παράθυρο. Σημαδεύει τον Κωνσταντίνο. Κάτω. Κόσμος και στρατιώτες πέφτουν πάνω του. Λιντσάρισμα. Παρακαλά να τον σκοτώσουν. Τον σέρνουν έως την πλατεία του Πλατάνου (Συντάγματος). Κι αφού ξεψύχησε, μπροστά απ’ τον Στρατώνα (Αρχαιολογικό Μουσείο) τον πετούν στη θάλασσα, απ’ τα τείχη του φρουρίου. 

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Ο Γεώργιος, μέσω της νυν Καποδιστρίου, διαφεύγει στη γαλλική πρεσβεία (Σταϊκοπούλου), σκαρφαλώνει το τοιχάκι: «“Eσκοτώσαμεν τον τύραννον”… Ο Ρουάν (πρεσβευτής) υπεσχέθη προστασίαν» (Κασομούλης). Το πλήθος πολιορκεί. Εν μέσω ζυμώσεων (σύσταση επιτροπής / Αυγουστίνος, Κολοκοτρώνης, Κωλέττης, απειλή διακοπής διπλωματικών σχέσεων απ’ τον Άγγλο πρεσβευτή, Ντώκινς, αν δε ληφθούν μέτρα κατά των εξεγερμένων), ο Γεώργος παραδίδεται. Υπό την εγγύηση του Πορτογάλου φρούραρχου, Αλμέιντα πως θα δικαστεί δικαίως. Δικάστηκε. Άμεσα: θάνατος δια τυφεκισμού. Στο Ιτς Καλέ (10/10).

Η ΝΕΚΡΟΨΙΑ

Η σορός του Καποδίστρια μεταφέρθηκε «εις το ανάκτορο αυτού (Κυβερνείο), συνοδευόμενος υπό πλήθους ολοφυρομένου». Η νεκροψία πραγματοποιήθηκε από επιτροπή ιατρών (Σ. Καρβελάς, Α. Παπαδόπουλος – Βρετός, Ν. Μαράτος, Δ.Τράϊμπερ), «την 7 ώρα και τρία τέταρτα προ μεσημβρίας», παρόντος, πλην άλλων, του προέδρου της Γερουσίας, Κ.Δ. Τσαμαδού και του Γερουσιαστή, Α. Μεταξά. Το πόρισμα, κατά την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μιλά για: «Πληγήν σφαιροειδή εις το όπισθεν μέρος της κεφαλής, από πυροβόλον όπλον» και «εις τον δεξιόν βουβώνα πληγήν από όπλον κοφτερόν…»

Η ΤΑΡΙΧΕΥΣΗ

H Boναφίν… Και η επιγραφή…

Ταριχεύτηκε την επομένη (28/9). Στο Κυβερνείο. Παρουσία ιατρών (+ Μαλδίνης, Ζεγκίνης, Θεοφιλάς), «υπό του φαρμακοποιού Β(ονιφάτιου) Βοναφίν». Εσφαλμένα εθεωρείτο επί μακρόν πως η ταρίχευση έγινε στο Φαρμακείο «Ο Σωτήρ» του Βοναφίν («το πρώτον της Ελλάδος, 1828 – 1872»), στο Μεγάλο Δρόμο. Προϊόν, το σφάλμα, επιγραφής που τοποθετήθηκε (δεκ. ’80), στην πρόσοψή του: «Εδώ εταριχεύθη…» Τα σπλάχνα του, σε πολυτελή θήκη, ετάφησαν στο Άγιο Βήμα της Αγ. Σπυρίδωνος. Η δε σορός, σε γυάλινο φέρετρο, εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα, στην είσοδο του Κυβερνείου. Έως την κηδεία (18/10).

Μάρτιο του 1832, η σορός του Καποδίστρια μεταφέρθηκε με ρωσικό πλοίο, απ’ τον αδελφό του, Αυγουστίνο, στην Κέρκυρα. Κι αναπαύθηκε στην Ι.Μ. Πλατυτέρας.

Στη βασική φωτό: Διονυσίου Τσόκου (1805-1862), «Η δολοφονία του Καποδίστρια», Μουσείο Μπενάκη. 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ