20.9 C
Corfu
Κυριακή, 26 Απριλίου, 2026

Καποδίστριας, 1831 / Οι δύο πίνακες του Παχή και… ο Μουστοξύδης

Ο εμβληματικός, δύο εκδοχών (εντός κι εκτός ναού), πίνακας του Κερκυραίου ζωγράφου, υπήρξε το πρώτο, ίσως, οπτικοποιημένο σχόλιο της σημασίας του γεγονότος, πέραν της απλής του αποτύπωσης.

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

ΟΣΑ δεν έγραψαν οι λέξεις. Αλλά μαρτύρησε ο καμβάς. Τα χάραξε, τα αποτύπωσε και τα παράδωσε στους αιώνες των αιώνων, με χρυσοστόλιστη κορδέλα και σέβας ιερό…

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Παχής (1844 – 1891), μορφή – σημαία της Επτανησιακής Σχολής. Και τούτη, δημιουργία του, η άγια φιλοξενούμενη του Μουσείο Καποδίστρια (δωρέα Κωνσταντίνου κι Ερασμίας Παντελιού, στους οποίους αφίχθη από την οικογένεια Τόμπρου): «Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια». Ελαιογραφία (101,5 x 77εκ.). Πίνακας – σταθμός. Πολυπρόσωπος. Ενυπόγραφος. Του, κατ’ εκτίμηση, 1872.

ΔΕΝ καταγράφεται ως ο πρώτος σχετικής θεματικής. Του Ζακυνθινού, Διονύσιου Τσόκου προηγήθηκε: π. 1850. Είτε μιλάμε για την μεγάλων διαστάσεων εκδοχή του, της Τεργέστης (1,85 x 1,24), είτε τη μικρότερη (0,60 x 0,81), του Μουσείου Μπενάκη – πιθανόν, προμελέτη της πρώτης. Δημιούργησε, ωστόσο, το δικό του, ανεξίτηλο μύθο, για σειρά από λόγους:

• Σε μια σπάνια έμπνευση, το σκηνικό τοποθετείται, όχι εκτός, αλλά εντός του ναού του Αγ. Σπυρίδωνος.

• Πρόκειται για την πρώτη «οπτικοποίηση» όχι απλά του γεγονότος, αλλά της σημασίας του: το αποτρόπαιο της πράξης («η σκοτεινή ατμόσφαιρα», γράφτηκε, «προμηνύει τον ίσκιο του θανάτου»), ο σπαραγμός του λαού (και της Ελλάδας), η (υποτιμητική, στις συνειδήσεις) δειλία των φονιάδων: σε κίνηση φυγής, υπό την απειλητική κίνηση του Φρουρού του Καποδίστρια, Κοζώνη. Extra εργαλείο για όλο αυτό, η στιγμή που επιλέγει να αποτυπώσει ο Παχής: όχι το momentum της δολοφονίας. Αλλά δύο «κλικ» αργότερα (ο Καποδίστριας είναι ήδη χτυπημένος).

• Του πίνακα, ακολούθησε και νέα, μεταγενέστερη εκδοχή – σήμερα, στη Δημοτική Πινακοθήκη (άλλοτε στο Δημαρχείο, 0,67 Χ 0,77). Εκτός, πλέον, του ναού. Με, κατ’ επέκταση, μεγαλύτερη ζωντάνια, αλλά στην ίδια θεμελιώδη, σημειολογική λογική του προγενέστερου πίνακα: η βαριά ατμόσφαιρα (πέρα απ’ τα βλέμματα και την κινησιολογία θυμού και συντριβής / ο Τσόκος επιλέγει μια πιο συγκρατημένη – ρεπορταζιακή εκδοχή, υποδηλώνεται με το συννεφιασμένο ουρανό) και ο απόηχος, το «μετά».

ΕΝ ΠΕΡΙΛΗΨΕΙ: ο Παχής και στις δύο εκδοχές του πίνακα, δεν αρκείται στην «ειδησεογραφική» αποτύπωση του δραματικού γεγονότος. Μας παραδίδει σχόλιο. Εκτενές. Με υπερτονισμένα τα καίρια σημεία του, μέσω της κάποιας υπερβολής (εμφανής στη συναισθηματική αποτύπωση – φόρτιση κινήσεων κι εκφράσεων). Και η οποία, με προφανή πηγή τις μεσο-ιταλικές του καλλιτεχνικές επιδράσεις, δίνει την αίσθηση πως υπερβαίνει τα όρια του ζωγραφικού πίνακα και «μας μεταφέρει νοητά σε μια φανταστική σκηνή θεατρικού έργου», όπου «λόγια και μη στοιχεία συναντώνται στην τέχνη του» (Μελέντη).

ΚΑΙ ΚΑΤΙ επιπλέον για τους περίφημους πίνακες του Παχή…

Και στους δύο, μελετητές υποστήριξαν ότι η μορφή που εμφανίζεται δίπλα στον λαβωμένο Καποδίστρια, θυμίζει έντονα τον στενό του φίλο, ιστοριοδίφη, Ανδρέα Μουστοξύδη. Σε μεγαλύτερη ηλικία απ’ ότι ήταν την εποχή του φονικού, ήδη γνωστή όμως (η ώριμη φυσιογνωμία του Μουστοξύδη) στον Παχή, δεδομένου ότι οι πίνακες δημιουργήθηκαν τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες μετά το συμβάν. Σημείωση: ο Μουστοξύδης είναι θαμμένος δίπλα στον Καποδίστρια, στην Πλατυτέρα.

Σύμφωνα με την Κατερίνα Σπετσιέρη – Βeschi, δεν αποκλείται οι πίνακες (έστω, ο ένας) να δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο των επίσημων εορτασμών «για τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος του Καποδίστρια στὴν πλατεία της Κέρκυρας» (1887). Δεδομένου πως, επ’ αφορμή, έλαβαν χώρα πλήθος δράσεων και καλλιτεχνικών δημιουργιών.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ