16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Εκεί, στο Σπίτι «στους Γιατρώνες»…

Η συγκλονιστική ιστορία των Bandiera (με την -τέτοιες μέρες- δραματική αυλαία του 1844) και το… στοιχειωμένο σπίτι «στον Φέλεκκα».

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

Στη βασική φωτό, το Σπίτι των Γιατρών το 1977 (photo credits: Γ. Ζούμπος / εφημ. «Ενημέρωση»)

ΣΑΝ να φίλησαν τ’ αερικό του Φάουστ… Δικός τους «δαίμονας», το «il Risorgimento». Η εθνική αποκατάσταση. Τίμημα, η ίδια η ζωή τους. «Ας δούμε την Ιταλία ενωμένη κι ας πεθάνουμε». Πέθαναν. Πριν να τη δουν. Μα, πέθαναν γι’ αυτό. Κι έτσι, όταν τους έσπρωχναν δεμένους προς το υγρό, χειμαρρώδες κοιμητήριο του Rovito, πιότερο από φόβο, ένιωθαν καλά. Σχεδόν χαρούμενοι. Ψελλίζοντας μια άρια, αντί για μοιρολόι: «Chi per Patria muor, vissuto é assai» (όποιος για την πατρίδα πεθαίνει, έζησε αρκετά)…

ΑΥΤΗ είναι η ιστορία των Bandiera. Τ’ Attilio και του Emilio. Αν βρεθείς, αποβραδίς, προς Κορακιάνα, στο παρακλάδι ασφάλτου προς «τ’ Αγύρου», κατά το «Σπίτι των Γιατρών», ίσως λέν’, μέσ’ στα θροϊσματα και τη βραχνή κραυγή της κουκουβάγιας, ν’ ακούσεις το τραγούδι τους…

ΙΤΑΛΙΚΗ χερσόνησος, αρχές 19ου αι. Σκόρπια κρατίδια, δημοκρατίες και δουκάτα. Κατακερματισμός σε πόλεις – κράτη. Τα περισσότερα, υπό ξένη σημαία. Προς βορρά, αυστριακή (βλ. Λομβαρδία, Βενετία). Η έννοια της «ενιαίας, ομοσπονδιακής Ιταλίας», εξαντλείται στα όρια της ιδέας.

ΩΣΠΟΥ η ιδέα έγινε όραμα. Και τ’ όραμα, αγώνας. Με μεσόδιαβη έμπνευση τον ελληνικό (και τις επαναστάσεις της Ιβηρικής), σχηματοποιημένο, δομικό πρότυπο το βασίλειο Piemonte – Σικελίας (το μοναδικό υπό Ιταλό μονάρχη) και μικρο-ώθηση το «εις σάρκαν μίαν» του δουκάτου της Μassa – Carrara μ’ αυτό της Modena – Reggio (1829), τις δεκαετίες ’20 και ειδικά ’30 η προϋπάρχουσα κινηματική δραστηριότητα του καρμποναρισμού, ανθίζει. Μιλούν ευθέως, δυνατά για «νέα πατρίδα… ιταλική…». Ταράζουν την καθεστηκυία γαλήνη. Ενοχλούν. Και ενοχλούνται (διώξεις)…

Σ’ ΕΝΑ τέτοιο περιβάλλον, πολλοί αναγκάζονται στη λύση της αυτο-εξορίας. Γι’ ασφάλεια. Δράση εκ του μακρόθεν. Κύριος προορισμός, τ’ (αγγλοκρατούμενα) Επτάνησα. Κυριότερος, η Κέρκυρα. Μια εξήγηση; Η Ιόνιος Ακαδημία και η ευρύτερη πνευματική – ιδεολογική κίνηση του τόπου. Συνθήκη θελκτική, τουλάχιστον για όσους (και δεν ήταν λίγοι) εκ των «επαναστατών», φέραν’ τον τρίβωνα της επιστήμης.

ΜΕΤΑΞΥ αυτών και δύο γιατροί. Ο Atanasio Basetti απ’ την Parma και ο Tito Savelli απ’ τη Modena. Διωκόμενοι απ’ τους Αυστριακούς, άλλοτε εξόριστοι σε Τοσκάνη, Γαλλία, Κορσική. Το 1836 κόπιασαν. Μέσω Ζακύνθου και Κεφαλονιάς. Ήρθαν σ’ επαφή με άλλους δημοκρατικούς εξόριστους (με πρώτο τον Severiano Foggazi, ηττημένο του ’31 / βλ. παρακάτω, μετέπειτα συγγραφέα, εκδότη και πρωτοστάτη της συνέχειας και αλληλοβοήθειας των καρμπονάρων στο νησί) κι εγκαταστάθηκαν στον «Φέλλεκα». Σ’ ένα σπίτι δυο ορόφων που, λέγεται, έφτιαξαν μονάχοι, με τα χέρια τα δικά τους και τη βοήθεια εξόριστων μαστόρων απ’ την «patria». Όταν το ‘σωσαν, του έδωσαν κι όνομα. Ελληνικό: «Εξορία» – τι άλλο; Esilio

Αttilio & Emilio (από Risorgimento Museum, Βενετία)

ΟΙ ΝΤΟΠΙΟΙ το ‘λεγαν αλλιώς: «το Σπίτι των Γιατρών(ε)». Τότε, κοντά σε ένα χάνι και το παλιό –ρημάδι αργότερα από βαριά πλημμύρα- τοξωτό γιοφύρι από μαρμαρόπετρα: «το Γιοφύρι των Γιατρών(ε)».

BASETTI και Savetti έγιναν γρήγορα αγαπητοί στην τοπική κοινότητα. Εξασκώντας «την ιδιαιτέραν αυτών επιστήμην μετά μεγίστης αφιλοκερδίας και προθυμίας, σεβόμενοι υπό πάντων». Τυχαίο; Για χρόνια, πάντως, το «Μπαζέτης» μαρτυρείται δημοφιλές παρατσούκλι στο χωριό (οι παλαιοί Κορακιανίτες θυμούνται ακόμη τη γριά «Φώτω του Μπαζέτη», της οποίας, έλεγαν, ο πάππος «είχε τότες πολλά τα πάρε δώσε με τους δυο ντοτόρους»).

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, οι ιδέες τους γοήτευσαν και αρκετούς Κερκυραίους. Επιφανείς, αστούς. Όπως ο δικηγόρος, Πέτρος Κουαρτάνος (που, αργότερα, επί τούτου, λογοδότησε στην Ιονική Κυβέρνηση), ακόμη και ο Διονύσιος Σολωμός, που αναφέρεται ότι συνέδραμε και οικονομικά.

ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΑ, το «Σπίτι» εξελίχθηκε άμεσα σε καίριο κέντρο συναντήσεων και ζυμώσεων των εγχώριων Ιταλών προσφύγων. Αλλά και μύησης στη μυστική, πατριωτική οργάνωση – σκέπη τους: τη «Giovane Italia» (Νεαρή Ιταλία). Σπορά του ‘28 υπό τον Giuseppe Mazzini, η κύρια οργάνωση για κάπου 20 χρόνια, στην ευρύτερη περιοχή της Καλαβρίας, απάγκιο έπειτα πολλών εξ όσων επιβίωσαν απ’ την αιματηρή καταστολή της ιστορικής εξέγερσης των Καρμπονάρων (1831) σε μπόλικες πόλεις της παπικής επικράτειας. Εδώ συντονιστής; Ο Fogazzi…

ΚΕΡΚΥΡΑ, αρχές του ‘44. H άφιξη των αδελφών Bandiera. Ο Attilio, στα 37 (γεν. 1810). Ο Emilio, στα 24 (1819). Τέκνα κόρης κερκυραϊκής καταγωγής κι Ενετού βαρόνου, αριστοκράτη, ναυάρχου του αυστριακού Ναυτικού (Francesco Bandiera). Σπουδαστές, άλλοτε, και οι ίδιοι στη Ναυτική Ακαδημία της Βενετίας, με υπηρεσία στο Αυστριακό Ναυτικό. Αλλά…

ΑΠ’ ΤΑ τέλη της δεκαετίας του ’30, η νέα Ιταλία τους γνέθει προσκλητήριο. Ιδρύουν (1840) τη μυστική οργάνωση «Esperia». Προσελκύουν στρατιωτικούς, αστούς, λοιπούς. Και το ’43, καλοκαίρι, «τρέχουν» σχέδιο κατάληψης της αυστριακής ναυαρχίδας Μεσογείου.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ, όμως, προδίδεται. Και η φυγή, μονόδρομος. Ο ένας πάει Σύρο. Ο άλλος στην Τεργέστη. Κι από εκεί, αντάμωμα. Στην Κέρκυρα. Σ’ ένα δωμάτιο κάπου στην Porta Raimonda…

ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ, κύλισαν μοιραία. Παρά τις εκκλήσεις της Κερκυραίας μητρός για επιστροφή. Οι Bandiera ήρθαν σε επαφή με τους υπόλοιπους. Το «Σπίτι των Γιατρών», γίνεται και δικό τους σπίτι. Κι οργανώνουν μυστική μετάβαση ομάδας 19 ατόμων στην Καλαβρία, για να ξεσηκώσουν τους ντόπιους κόντρα στους Βουρβώνους. Μεταξύ τους και κάποιος Pietro Boccheciampe. Κορσικανός˙ κρατήστε τ’ όνομα…

ΑΡΧΕΣ Ιουνίου του ’44, το σχέδιο είναι έτοιμο. Λείπει μόνο η επιλογή του (ασφαλούς) σημείου αναχώρησης. Ψάχνουν βόρεια, Σιδάρι. Περουλάδες. Αλλού. Καταλήγουν στο Κανόνι. Βράδυ 12 Ιουνίου, Βandiera (+ οι υπόλοιποι) επιβιβάζονται, κρυφά, 19 σύντροφοι, στο καϊκι «Αγ. Σπυρίδων» του (ήδη μυημένου στην «Giovane Italia») Mario Caputi. Κι αργά, στις 16, μετά από τέσσερα μερόνυχτα με την αρμύρα και τους γλάρους, φθάνουν στο ξέφωτο του ποταμού Νeto (Καλαβρία).

ΑΠΟΒΙΒΑΖΟΝΤΑΙ, περπατούν 50 μίλια ως την Cosenza (San Giovani in Fiore), μιλούν στους χωρικούς, αυτοί αδιαφορούν, τσακώνονται, δυο σκοτώνονται και οι υπόλοιποι συλλαμβάνονται απ’ την αστυνομία, φυλακίζονται και παραπέμπονται στρατοδικείο.

ΠΩΣ βρέθηκε εκεί η αστυνομία; Όπως εξηγεί ο Ζούμπος, σε γράμμα που έστειλε ένας εκ των συλληφθέντων, ο Nardi, στην Κέρκυρα, στον ιατρό, Savelli (δημοσιεύτηκε στους «Times» του Λονδίνου το ’45, 22/1), αποκάλυπτε πως «στη σύλληψη και καταδίκη τους αποφασιστικό ρόλο έπαιξε ο Boccheciampe. Ο οποίος εξαφανίστηκε μετά την αποβίβαση και ξαναεμφανίστηκε μόνο στο στρατοδικείο». Αργότερα δε, «όταν προσπάθησε να γυρίσει στην Κέρκυρα, του απαγορεύτηκε να αποβιβαστεί για το φόβο ταραχών…»

ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΕΙΟ ήταν, βεβαίως, τυπικό: Attilio Bandiera, Emilio Bandiera κι άλλοι επτά, εις θάνατον (και οι υπόλοιποι, ισόβια).

ΑΥΓΗ της 25ης Ιουλίου, μια μέρα σαν και ψες, η πορεία τους ως το βάθος του χειμάρρου του Rovito, θα γραφόταν με τραγούδι. Τρεις τελευταίες λέξεις – και μετά, τη σιωπή του αθανάτου: «Viva l’ Italia… Viv… Ιta…».

ΑΡΓΟΤΕΡΑ, δύο απ’ τους (αρχικά) ισοβίτες, οι Tomaso Mazzoli και Carlo Osmani, επέστρεψαν στην Κέρκυρα. Η «Giovane Italia», αν και αρχικά δεν υιοθέτησε την επιχείρηση του ’44 (ο Fogazzi δεδομένα πάλεψε να τ’ αποτρέψει ως πρόχειρη και αυτοκτονική ματαιοπονία), έκοψε μετάλλια προς τιμήν του γεγονότος, σκαλίζοντας στο μέταλλο τη φράση «Liberta, Uguaglianza, Umanita, Indipendenza. Ora e sempe» (Eλευθερία, Ισότης, Ανθρωπότης, Ανεξαρτησία. Τώρα και πάντα). Και τα ‘στειλε, εις μνήμην, στους «Γιατρούς».

ΣΤΟ, δε, σπίτι των «Γιατρώνων» (καταπώς το υιοθέτησε, στους χρόνους, η κερκυραϊκή ντοπιολαλιά), διατηρητέο απ’ το ’75 με τη βούλα, οι ίδιες λέξεις γράφτηκαν, μπογιά, στην οροφή του ισογείου. Και πάνω απ’ το πρωτόθυρο, ταινία από χαλκό, σιμά σε μια επιγραφή – αναφορά στη θυσία των Bandiera.

ΔΕ ΣΩΖΕΤΑΙ. Σ’ αντίθεση με τ’ όραμα, που έμεινε ακμαίο: το 1861 το ηνωμένο βασίλειο της Ιταλίας, ήταν πλέον γεγονός. Και κάποιος φώναξε: «Viva l’ Italia…»

Σ’ ΑΥΤΗ τη «νέα Ιταλία» και στα κοινοβουλευτικά της έδρανα, χρόνια μετά, οι πηγές θ’ ανέφεραν κι αυτόν: «Βουλευτής Atanasio Basetti» (πριν «φύγει», στο Palanzano, πλήρης ημερών / 1888). Και ο Savelli; Ο έτερος γιατρός;

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ τύχη δεν έγινε ποτέ γνωστή. Στην Κορακιάνα, πάντως, και τα πέριξ, κυκλοφόρησαν πρώιμα δυο φήμες. Η πρώτη έλεγε πως έφυγε, Ravenna, κι εκεί, σε μια καλύβα μέσ’ τα έλη, τον βρήκαν και τον δολοφόνησαν. Η άλλη, πως τον βρήκαν κρεμασμένο, αυτοκτονία, μαζί μ’ έναν ακόμη σύντροφο, «απ’ την κόρδα τση οροφής», στο «Σπίτι των Γιατρών». Κι έκτοτε, προσθέτανε -σε μία εποχή, εξάλλου, που δεισιδαιμονίες και πνεύματα έστηναν εύκολα χορούς στις εύπλαστες κοσμοθεωρίες- το Σπίτι «εστοιχειώθηκε».

ΚΑΠΟΙΟΙ ‘μολογούσαν πως, σαν το πλησίαζαν το βράδυ, άκουγαν να σέρνονται αλυσίδες. Ουρλιαχτά. Ήχους του απόκοσμου. Άλλοι, πως έβλεπαν σκιές. Κεριά να τρεμοπαίζουν. Το βέβαιο; Οι επιτήδειοι, αν δεν το «γέννησαν» οι ίδιοι, δεν τ’ άφησαν ανεκμετάλλευτο. Και για χρόνια, λέει, συμμορίες περίμεναν τις νύχτες τους χωριάτες που περνούσαν το γιοφύρι με τα κάρα, για να πουλήσουν τα προϊόντα τους στην πόλη. Ντύνονταν μ’ άσπρα σεντόνια και σέρνοντας αλυσίδες, τους έτρεπαν σε… έντρομη φυγή, αφήνοντας «ιμπάντο» φορτωμένα ζώα και τα κάρα. Τα λάφυρα των λησταράδων…

ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Α. Χ. Τσίτσας, «Το μοιραίο εγχείρημα των αδελφών Bandiera, 150 χρόνια αργότερα», Δημ. Ε.Κ.Σ., 1995.

H. Hearder, «Italy in the Age of the Risorgimento», εκδ. Routledge, Λονδίνο, 1983.

Γ. Ζούμπος, «Το “σπίτι των Γιατρών” και οι αδελφοί Bandiera», εφημ. «Ενημέρωση», 15/8/2009.

Ν. Κουρκουμέλη, «Οι πρόσφυγες στην Κέρκυρα Ιταλοί λόγιοι και το μουσικό θέατρο των Επτανησίων», corfu-museum.gr, χ.χ.

Αγνώστου, «Οι αδελφοί Bandiera», korakiana.gr, χ.χ.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ