19.9 C
Corfu
Πέμπτη, 14 Μαΐου, 2026

«Η Μνήμη είναι η υπηρέτρια» (κι έχει πράγματα να πει)

Η τελευταία παραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κ. για το φετινό καλοκαίρι, Κυριακή, 9 και Δευτέρα, 10 στο Mon Repos, σε ερμηνεία Λίζυς Ξανθοπούλου. Τι λένε Άννυ Νούνεση και Νέστωρ Κοψιδάς.

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

ΚΕΡΚΥΡΑ, πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. 60s. Τα σπίτια. Οι οικογένειες των αστών. Όσα λέγονταν. Εντός. Με την ντοπιολαλιά που λέγονταν. Κι όσα ψιθυρίζονταν. Πάλι εντός. Πάλι έτσι. Πίσω απ’ τους χοντρούς τους τοίχους. Τις πόρτες. Τα δωμάτια. «Νιέντε… ουν νιέντε… πιερ νιέντε…». Να μην τ’ ακούσει το παιδί. Και η υπηρεσία…

«ΜΝΗΜΗ», την έλεγαν. «Η Μνήμη είναι η υπηρέτρια» (by ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κ.)˙ η «αιώνια» υπηρέτρια, της «προαιώνιας» μνήμης. Αυτήν που αποθέωσε ο Ουγκώ («η ευφυΐα είναι η σύζυγος, η φαντασία η ερωμένη και η μνήμη η υπηρέτρια»). Αυτήν που υποδύεται η βραβευμένη, Λίζυ Ξανθοπούλου…

ΑΠΛΩΝΕΙ μπουγάδα, ανακατώνει το τσουκάλι και, όπως σκαλίζει, σκέφτεται. Θυμάται. Φανερώνει. Ζωντανεύει. Μεταλλάσσεται στον κρίκο που συνδέει λησμονημένα πρόσωπα. Και ξεχασμένες ιστορίες. Βγαλμένες απ’ το δέρμα μιας άλλης Κέρκυρας. Παλαιάς. Αλλά αληθινής.

«ΣΤΟΧΟΣ ΜΟΥ», λέει η συγγραφέας, Άννυ Νούνεση, «ήταν να μεταφέρω όσα έζησα έως, τουλάχιστον, το ’69. Στα αστικά σπίτια, τα πολύ “στενά” της Κέρκυρας – πάντα ήταν πολύ κλειστή η κερκυραϊκή κοινωνία. Είναι αληθινά τα κείμενα. Κείμενα ωμά, αυθεντικά, ακριβώς στη γλώσσα που μιλούσαν, τότε, οι δικοί μου. Τίποτα δεν είναι ψέματα…». Παύση μικρή, σχεδόν αδιόρατη: «… και τίποτα δεν είναι αλήθεια…»

CREDITS / Κείμενα: Άννυ Νούνεση • Σκηνοθεσία – ηχοτοπία: Νέστωρ Κοψιδάς • Ερμηνεία: Λίζυ Ξανθοπούλου • Video – εικαστικό περιβάλλον – φωτογραφίες: Παντελής Μάκκας • Επιμέλεια Κίνησης: Μαίρη Ράντου • Βοηθός Σκηνοθέτη: Φανή Παπαθεμιστοκλέους.

Τιμή εισιτηρίου: 10 ευρώ (κανονικό), 6 ευρώ (φοιτητικό).

ΘΕΑΤΡΑΚΙ Mon Repos, Κυριακή, 9 και Δευτέρα, 10 Αυγούστου, ώρα 9.30 μ.μ. Η γραφή της Άννυς συντηρεί στη μνήμη ολοζώντανα κομμάτια της ιστορίας του νησιού. Πλάθει χαρακτήρες, τους κινεί μέσα στην πόλη, τις σφηνώνει στο χρόνο, τους εκτινάσσει στο διαχρονικό.

ΣΠΑΝΙΑ κληρονομιά, η γλώσσα (της). Εκείνη, λέει, η ατόφια, που μιλούσαν «στις παλιές, μαλτέζικες οικογένειες –αλλά και τις εβραϊκές, που επέζησαν από τον Πόλεμο. Με τα επώνυμα τύπου Δελαπαλούδ ή Σεμιτέκολο, που δεν υπάρχουν πια. Και συμπτωματικά, υπήρξαν συγγενείς μου, κυρίως απ’ το σόι της μάνας μου…».

Η ΓΛΩΣΣΑ, εξηγεί, «των αστικών σπιτιών, για να μην καταλαβαίνει η υπηρεσία (κατά 99%, απ’ το χωριό) και τα παιδιά. Εγώ, όμως, ήμουν απ’ τα παιδιά, που είχα το ταλέντο ν’ αποτυπώνω ολόκληρες φράσεις. Τις έπαιρνα, έπειτα, στο δωμάτιό μου, μοναχοπαίδι, τις εξηγούσα και τις μάθαινα. Κι έφθασα σε ηλικία 9 χρονών να ξέρω ιταλικά, χωρίς ποτέ να τα έχω μελετήσει…»

Και ποια, ακριβώς, ήταν αυτή η περιβόητη γλώσσα…

ΙΤΑΛΙΑΝΙΚΑ στοιχεία, βενετσιάνικα, «μετά», προσθέτει, «υπήρξε και η παράδοση των γαλλικών, ενώ και τα εβραϊκά, είχαν μέσα πολύ “ισπανικό” και “ιταλικό”, απ’ την Απουλία. Θυμάμαι τη γιαγιά μου, απ’ την πλευρά της μάνας μου… Είχε κολλητή φίλη την Ειρήνη Δενδρινού, τη λογία – στα πόδια της μεγάλωσα. Και οι οποίες, σας διαβεβαιώ, δεν μιλούσαν ελληνικά! Παρά πουλιέζικα και βενετσάνικα…»

Η ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ γραφή της Νούνεση, ως φορέας του υλικού της ιστορίας / ιστοριών, είναι σαφές πως αποτελεί ένα απ’ τα points της παράστασης. Η φιλοδοξία, ωστόσο, του όλου project ξεφεύγει απ’ την «εμμονή» σ’ αυτήν ως το απόλυτο σπάραγμα. «Η Κέρκυρα», σημειώνει ο σκηνοθέτης, Νέστωρ Κοψιδάς, «αυτοτροφοδοτείται συνεχώς από το παρελθόν της. Σ’ αυτό το πλαίσιο, έχουμε την τάση, όταν ακούμε μια κερκυραϊκή λέξη, να τη βρίσκουμε, ξαφνικά, κάτι το πολύ αστείο – συχνά, να τη ζητάμε κι επί τούτου. Φυσικά και δεν το “φτύνω”. Aλλά πάμε κάπως να το “γειώσουμε”. N’ αρχίσουμε κάποια στιγμή να ξεφεύγουμε απ’ αυτό, το “γραφικό” – που, υπό αυτή τη θεώρηση, όπως και στον Θεοτόκη, δεν με αφορά. Ας το διαχειριστούμε μ’ έναν άλλο τρόπο…»

Συμβαίνει, εν προκειμένω, διττά…

ΚΑΤ’ ΑΡΧΗΝ, με την πρωταγωνιστική ανάδειξη των ίδιων των ιστοριών – ο κομβικός σ’ αυτό ρόλος, πλην σκηνοθεσίας, της ερμηνευτικής ποιότητας της Ξανθοπούλου και την κινησιολογικής λεπτομέρειας της Μαίρης Ράντου. Της ουσίας τους. Των διδαγμάτων τους. Ακόμη και το αμήχανο, ενδεχομένως, σύρσιμο πίσω απ’ την κουρτίνα (ενώπιον, πλέον, του φωτός) των «άβολων» αποκαλύψεων τους.

Η ΝΟΥΝΕΣΗ δεν χαϊδεύει, επ’ αυτού, διπλωματικούς εξωραϊσμούς: «To λέω με απόλυτη γνώση: δεν υπήρχε τίποτε ουσιαστικό σ’ αυτά τα σπίτια. Όλα ήταν ένα “νιέντε”. Έτσι ξυπνάγαμε, έτσι κοιμόμασταν. Κι ενδιάμεσα, καμία πάλη. Υπήρχε στις οικογένειες μια συνωμοσία, να κρύβουμε, να κουκουλώνουμε αυτό που συνέβαινε και το οποίο είχε πάντα σχέση με το μαύρο, τον έρωτα, την ίντριγκα, τι είπε ο ένας, τι είπε ο άλλος. Και πρόοδος; Καμία. Αυτό θέλω να το “πω” στους νέους. “Δείτε το. Δεν σας σερβίρουν την αλήθεια. Σ’ αυτόν τον τόπο είμαστε όλο με τα ψέματα”. Εμένα αυτό με πείραζε από 6 χρονών. Πιστεύω ότι κατάφερα να το περάσω. Xωρίς, νομίζω, υπερβολές…».

ΚΙ ΕΝ ΔΕΥΤΕΡΟΙΣ; Ο τρόπος. Η πλαισίωση του main θεατρικού με μια παράλληλη εικαστική εγκατάσταση. Μια, σε αφαιρετικό πλαίσιο, tech σύζευξη ήχου και εικόνας, με καίριας σημαντικότητας, πλην Κοψιδά (σύνθεση ήχων), το έργο του Παντελή Μάκκα (εικαστικό περιβάλλον). Το bonus info; Η εκεί εμφάνιση (και) της Άννυς Νούνεση. «Σκηνοθετικά», λέει, «ο Νέστορας έδωσε ψυχή σ’ αυτά, ακριβώς, που έζησα». Ήταν και τούτο ένα μέσον…

• Με δηλώσεις από την επίσημη συνέντευξη Τύπου – παρουσίαση θερινών εκδηλώσεων του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κ. (17/7).

© Photo Credits: Γιώργος Τερζής.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ