16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Κέρκυρα, 1923 / «Κου-κου-ρίκου!»

Σκάρτο μήνα μετά την κατάληψη του νησιού, οι Ιταλοί αποχωρούν. Και οι Κερκυραίοι τους… κουνούν μαντήλι με τρόπο ευφυώς σαρκαστικό. Συνέβη, όμως, το ’23; Ή μήπως το ’18; Και τελικά, ποιο / τι είναι το περιβόητο εκείνο «κοκορέλι»;

Επιμέλεια: Ηλίας Αλεξόπουλος

Ήταν αλλιώτικο εκείνο το ξημέρωμα της 28ης Σεπτεμβρίου για την ψυχή των Κερκυραίων. Με ήλιο περισσότερο. Αέρα καθαρό. Και μπλε ουρανό. Χωρίς τον ήχο από την μπότα. Λέφτερο ξημέρωμα. Με (πάλι) μουσικές απ’ τα παράθυρα. Με (πάλι) θέα «τη σημαία μας» στα Φρούρια. Με (πάλι) διάθεση καλή. Γιορτής. Πανηγυρτζίδικη. «Γιόρταζαν οι Κερκυραίοι με πολυήμερες τελετές, δοξολογίες, παρελάσεις», γράφει ο Σπ. Κατσαρός… Αύγουστος, 31, βομβαρδισμός – κατάληψη της Κέρκυρας από τους Ιταλούς του Μουσολίνι. Σεπτέμβρης, 27, η αποχώρηση. Όχι ανώδυνα. Πήρε βαριά λαβωματιά το εθνικό μας γόητρο, για ν’ αποσπάσει το «me ne sto andando» των «Φρατέλων»*. Αλλά αυτό, τα σχόλια, οι κρίσεις, ο απολογισμός, ήταν για μια επόμενη στιγμή. Τούτη τη μέρα, μια κουβέντα άκουγες σ’ όλες τις στράτες των Κορφών. Μία και μόνη: «Κου-κου-ρίκου!» Μ’ ετούτο, λέει, ξεπροβόδιζαν οι Κερκυραίοι τσου Ιταλούς. Μ’ ένα πειραχτικό, σαρκαστικό, φορτσάτο «Κου-κου-ρίκου!»

Απότοκο της ιστορίας και η περιβόητη κορφιάτικη…  απορία: «Λαλεί το κοκορέλι σου;» Έστω, με την… παιχνιδιάρικη (sic) απόχρωση π’ απέκτησε στο πέρασμα των χρόνων!

ΕΙΝΑΙ ό,τι ακριβώς (μας) διέσωσε η παράδοση. Συνέβη, όμως, πράγματι; Ή, πιο σωστά, συνέβη πράγματι το ’23; Ή μήπως πριν, στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου;

ΤΗΝ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ανέδειξε προ τριετίας (23/9/2017), σε εργασία του, ο άλλοτε Δήμαρχος Κερκυραίων, Γιάννης Κούρκουλος. Το σενάριο του ’23, το αποδίδει ευθέως στον αείμνηστο, Γεράσιμο Χυτήρη. Γραφή του, λέει, στις αλησμόνητες «Σημειώσεις ενός Κερκυραίου», στα «Κερκυραϊκά Νέα» (1980) – κι αργότερα, 2010, στην ομότιτλη έκδοση του Γαβριηλίδη. Ο ίδιος, στα χαλάσματα του Α’ Παγκοσμίου, βρήκε απλά την αφορμή. Εν περιλήψει…

Ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ περνά βέρες με την «Αντάντ» και, ως απόρροια, γαλλικά στρατεύματα πιάνουν πόστο στο νησί. Την ίδια περίοδο η μετεωρολογική υπηρεσία είχε στήσει στις επάλξεις του νέου Φρουρίου έναν ξύλινο, μεγάλο πετεινό, χρωματισμένο. Πιθανόν, σε ρόλο ανεμοδείκτη. Ο οποίος και παρέμεινε κι αφού έσωσε ο Πόλεμος – κι έφυγαν οι Γάλλοι.

ΤΟ ’23 ο πετεινός μαρτυρείται πάντα εκεί. Καμαρωτός. Εκεί τον βρήκε και η ιταλική κατάληψη. «Οι Ιταλοί», γράφει ο Χυτήρης, «πίστευαν ακράδαντα πως με την κατοχή της Κέρκυρας άρχιζαν να πραγματοποιούν τα επεκτατικά τους όνειρα, του “μάρε νόστρουμ”». Και ρίχνοντας νερό στο μύλο της (ιστορικά καταγεγραμμένης) υποψίας πως η κατοχή του νησιού δεν είχε (αρχικά, τουλάχιστον) χαρακτήρα πρόσκαιρο (όπως αποδείχτηκε), μα, μόνιμο, κάθε που τους ρώταγαν οι ντόπιοι «πότε θα φύγετε;», ετούτοι επιστράτευαν όλη την παροιμιώδη, ιταλική νιοραντσαρία τους κι απαντούσαν: «(Ότ)αν λαλήσει ο ξύλινος πετεινός, τότε θα φύγουμε κι εμείς».

ΤΕΛΗ Σεπτέμβρη του ’23, οι Ιταλοί, τελικά, αποχωρούν. Οι Κορφιάτες δε λησμόνησαν: «Την ώρα (λοιπόν) που επιβιβάζονταν οι Ιταλοί στις βάρκες για τα πολεμικά τους, στο λιμάνι της Σπηλιάς, από το ύψος του Νέου Φρουρίου, ακούστηκε ένα παρατεταμένο “κουκουρίκου”, που συνεχιζόταν επίμονα. Ένας Κερκυραίος, λαϊκός τύπος, έβγαζε το άχτι του. Ο ξύλινος πετεινός είχε λαλήσει…»

Η ιταλική απόβαση του 1923

ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ με την εκδοχή Χυτήρη, ο Κούρκουλος σημειώνει τέσσερις πηγές που επιβεβαιώνουν μεν το γεγονός, αλλά τέσσερα με πέντε χρόνια πριν.

ΠΡΩΤΗ, η αναφορά του Ευστάθιου Αγάθου («Οι Ιταλοί εν Κερκύρα», εκδ. Σ.Α. Μεταλληνός, χ.χ.). Ο συγγραφέας σημειώνει την ισχυρή ιταλική, στρατιωτική παρουσία στην Κέρκυρα μετά το ’17. Τον εκτενή προπαγανδιστικό αγώνα τους και την άρνηση της κερκυραϊκής κοινωνίας ν’ αποδεχτεί «τη διάβρωση της εθνικής συνειδήσεών των».

Σ’ ΕΝΑ τέτοιο, λοιπόν, περιβάλλον, αναφέρει πως «οι Ιταλοί δεν απαγοητεύθησαν… Κατά το 1918, ότε σημαντικώς είχαν ενισχύσει τα εν Κερκύρα στρατεύματά των, είχαν διανείμει εις έκαστον οπλίτοην ανά έν ερυθρόν μανδήλιον, εω η ήτο εζωγραφισμένη και η Κέρκυρα… ως μέλλουσα να αποτελέσει μέρος της νέας Ιταλίας. Κατά την αυτήν εποχήν είχαν κατασκευάσει ξύλινον αλέκτορα, τον οποίον είχον τοποθετήσει εις το Νέον Φρούριον, ένθα εστρατωνίζοντο και υποδεικνύοντες τούτον εις τους κατοίκους έλεγον: “όταν θα φωνήσει αυτός ο πετεινός, τότε θα φύγωμεν από την Κέρκυρα”. Προς μεγάλη των όμως λύπην, ο αλέκτωρ εφώνησε…». Κοινώς, επήγαν στο καλό…

▪ ΤΗΝ ΕΚΔΟΧΗ του Αγάθου ενστερνίζεται, ως προς το χρόνο της, και ο Κωνσταντίνος Ζαβιτσιάνος («Αι αναμνήσεις του επί της Ιστορικής Διαφωνίας Βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου, όπως την έζησε», 1946). Αλλά με διαφορετική προσέγγιση ως προς την… ταυτότητα του πετεινού.

ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ, ο βενιζελικός βουλευτής, αφού σημειώνει επίσης την μακρά προπαγανδιστική προσπάθεια των ιταλικών δυνάμεων (όχι, γράφει, εμπειροπόλεμα στρατεύματα, αλλά «ευπρεπείς κύριοι, παιδιά καλών οικογενειων») υπέρ της «νέας Ιταλίας», στην οποία έβλεπαν την Κέρκυρα, αλλά και την «παθητική –πλην ηχηρή- αντίδραση» των Κερκυραίων, λέει: «Εσημειώθη όμως και μια σκηνή, που (η αντίδραση) είχε μορφήν ενεργητικήν… Ο αρχηγός των εν Κερκύρα ιταλικών στρατευμάτων, Στρατηγός Μάρρο, είχε τοποθετήσει επάνω στο γραφείο του για στόλισμα ένα ξύλινο πετεινό. Εις ερώτησιν επισκέπτου, ο Μάρρο απήντησες ότι τον πετεινόν αυτόν χρειάζεται, διότι πρέπει να λαλήσει πρώτα αυτός για να φύγουν έπειτα οι Ιταλοί από την Κέρκυραν».

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ διεδόθη γρήγορα στο νησί. Και όταν, παραμονή της αποχώρησης των Ιταλών, «απεφασίσθη όπως, δια μια στρατιωτικής παρελάσεως, χαιρετισθή η νήσος… ολόκληροι δεκάδες χιλιάδων πολιτών… ερχόμενη η σειρά των Ιταλών με επικεφαλής τον Μάρρο, αντί των ζητωκραυγών και των χειροκροτημάτων, μια λέξις κατ’ επανάληψιν εξέρχεται μόνη της και αυθόρμητα απ’ όλα τα κερκυραϊκά στόματα. Η λήξις “κοκορίκο”. Ο κόκορας δηλαδή ελάλησε…»

Kέρκυρα, 1919

▪ Η ΤΡΙΤΗ, περί Α’ Π.Π., μαρτυρία που παραδίδει ο Κούρκουλος, προέρχεται απ’ την ευρέως γνωστή «Ιστορία της Νήσου Κερκύρας» του Σπύρου Κατσαρού. Με τον συγγραφέα να επιχειρεί, από εκεί και πέρα, έναν συγκερασμό των μαρτυριών Ζαβιτσιάνου και Αγάθου, σημειώνοντας πως, μετά τον πετεινό στο γραφείο του Μάρρο, «ο γυιός του, αξιωματικός κι αυτός της Ιταλικής φρουράς, έφτιαξε μαζί με άλλους αξιωματικούς, ένα μεγάλο ομοίωμα και τόστισε στο νέο φρούριο, πάνω από το σημερινό ναυτικό σταθμό. Οι Κερκυραίοι πληροφορήθηκαν το σκοπό για τον οποίο στήθηκε ο πετεινός. Φύλαξαν την προσβολή μέσα τους. Κι όταν, τον επόμενο χρόνο, το 1919, κάτω από την πίεση των Άγγλων και των Γάλλων, τα Ιταλικά στρατεύματα εγκαταλείψανε την Κέρκυρα, ένα πλήθος Κερκυραίοι, ανεβασμένοι στις επάλξεις του νέου φρουρίου, στη θέση που ο γυιός του Μάρρο είχε στήσει τον ξύλινο πετεινό, χαιρετήσανε τους Ιταλούς φωνάζοντας με όλη τους τη δύναμη: Κου-κου-ρού-κου!»

ΚΑΙ Η τέταρτη πηγή; Η «Ιστορία Νήσου Κέρκυρας», του Οδυσσέα – Καρόλου Κλήμη (2002). Δίχως, όμως, να παραθέτει κάποιο στοιχείο επιπλέον, σε σχέση με τις προηγούμενες αναφορές.

Το συμπέρασμα… Είναι προφανές πως μολονότι, κατά την πρόσφατη παράδοση, η ιστορία «του κόκκορα» έχει συνδεθεί με την ιταλική κατάληψη του ’23, η χωροχρονική της τοποθέτηση πρέπει να μεταφερθεί στην Κέρκυρα το 1918-’19. Πείθει, τόσο η σαφής πλειοψηφίας των πηγών, όσο, όπως σημειώνει ο Κούρκουλος, και το γεγονός πως ο Αγάθος ειδικά, «έχει προσωπική αντίληψη των γεγονότων εκείνης της εποχής, αφού ως Αξιωματικός υπηρετούσε στο 10ο Πεζικό Σύνταγμα και ζούσε εδώ στην Κέρκυρα, ενώ ο Χυτήρης ήταν (το ’18) μόλις 5 ετών…»

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ, αυτό, ως προς τα… πρωτογενή «πνευματικά δικαιώματα» του γεγονότος. Γιατί, ουδόλως μπορεί ν’ αποκλειστεί και το μικτό σενάριο: το ’23, δηλαδή, οι μνήμες και η… καζούρα του ’18-’19 να επανήλθαν. Και το «Κου-κου-ρίκου» να επέστρεψε. Εξαιρετικά, άλλωστε, νωπό κι αδιαμφισβήτητα δημοφιλές, για να μη βρει θέση στο… sequel: ιταλικό «αντίο» τότε, ιταλικό «αντίο» τώρα. Πώς το λένε οι σοφοί; Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τα ανεκδοτολογικά σπαράγματα της, δεν γράφτηκε ποτέ και πουθενά πως συνιστούν εξαίρεση…  

O Γιάννης Κούρκουλος

κυβέρνηση Γονατά – Πλαστήρα αναγκάστηκε να καταβάλει αποζημίωση 50 εκατ. ιταλικών λιρών στον Μουσολίνι για τα γεγονότα της Κακαβιάς και τη δολοφονία Tellini (συν την τέλεση μνημοσύνου για τους φονευθέντες και την υποχρέωση να βρει τους δράστες υπό διεθνή επίβλεψη), προκειμένου να εξασφαλίσει την ιταλική υποχώρηση απ’ το νησί. Απόρροια (και) της διπλωματικής αδυναμίας της να θέσει το θέμα στην Κοινωνία των Εθνών. Αντ’ αυτού, οδηγήθηκε στην Πρεσβευτική Διάσκεψη, που διέκειτο φιλικά προς Ιταλούς και Γάλλους (υποστήριξαν τον Μουσολίνι, λόγω εκκρεμοτήτων στο Ρουρ). Ενόσω η Αγγλία, αν και καταδίκασε την κατοχή της Κέρκυρας, μετρίασε τη στάση της, αναγνωρίζοντας στην Ελλάδα ευθύνη επειδή το επεισόδιο είχε γίνει επί ελληνικού εδάφους. Καιροσκοπισμός, ελληνικές αδυναμίες και το προαιώνια κοστοβόρο (αν είσαι ο «μικρός») δίπτυχο Ισχυροί vs Ανίσχυρος, στην πλήρη του αποθέωση. Δυστυχώς, δεν υπήρξε η μοναδική καταγραφή στο ελληνικό history book

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ