16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Ο Ακάκιος ήταν… Κερκυραίος!

Με αφορμή την Ημέρα Ζυμαρικών (25/10), η περίπτωση του «δικού μας» Ηλία Κουμετάκη και η πολυκύμαντη ιστορία της διαχρονικότερης διαφήμισης της ελληνικής αγοράς (Μίσκο).

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

Σπάνια περίπτωση ρεκλάμας γνώρισε τέτοια διαχρονική αποδοχή. Έγινε σλόγκαν. Λογότυπο. «Γεγονός» στα εμβόλιμα των κινηματογραφικών αιθουσών, ανάμεσα στα «Προσεχώς» και τα «Επίκαιρα». Κέρδισε την –άνιση, συνήθως- μάχη με το χρόνο. Εισχώρησε σε μια γνωστική γωνιά ακόμη και γενιών μεταγενέστερων, που μολονότι έμαθαν να συνδιαλέγονται με όρους σύγχρονους, ψηφιακούς, αναγνώριζαν πάντα τη συνέχεια, όταν κάποια αόρατη φωνή άρχιζε τη φράση μ’ εκείνο το ανεπανάληπτο «Ακάκιε, τα μακαρόνια να είναι…» Ο καλόγερος Ακάκιος. Ο γαϊδαράκος του. Mε το σαμάρι και την καλαθούνα για τα ψώνια. Και, στο δρόμο για την αγορά, η φωνή – παραγγελιά του γέροντα. Αυτό ήταν το concept. Σύντομο. Λιτό. Μα, μ’ έναν περίεργο τρόπο, απείρως εμπνευσμένο. Κι, αν δεν το γνωρίζετε, ρίζας κερκυραϊκής. Ηλίας Κουμετάκης…

ΠΑΤΕΡΑΣ, Κρητικός – το προδίδει και το επώνυμο. Μητέρα, Κερκυραία. Η Τζούλια Αυγούστη. Ο Ηλίας γεννήθηκε (1889) στο Αργοστόλι, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του (αξιωματικός της Χωροφυλακής). Δεν τον γνώρισε (πέθανε πριν από τη γέννα), στα επτά του χάνει και τη μάνα του και την ανατροφή του αναλαμβάνει μια θεία του στην Κέρκυρα.

ΟΙ ΑΠΩΛΕΙΕΣ που γνώρισε παιδί, «βγήκαν» κατά τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Κλειστός, μοναχικός, γεμάτος φοβίες (ειδικά για τις αρρώστιες), μανιακός με την καθαριότητα. Αλλά και δημιουργικός. «Το ταλέντο του στο σκίτσο», γράφτηκε, «αναδείχτηκε απ’ τα μαθητικά του χρόνια, όταν στο σχολείο σκίτσαρε τους καθηγητές του». Ενώ απ’ το 1909 αρχίζει να στέλνει τα πρώτα του σκίτσα στην Αθήνα – τον «Χρόνο» του Κωστή Χατζόπουλου και την «Αθήναι» του Γεωργίου Πωπ. Δίχως μισθό. Όπως θα τόνισε, άλλωστε, αργότερα ο Οδυσσέας Δημητρακόπουλος, στη συλλεκτική έκδοση ΑΓΡΑ / Ε.Λ.Ι.Α. «Ο σκιτσογράφος Ηλίας Κουμετάκης», «όπως και να το κάνουμε, η Κέρκυρα, κι ας την “έλεγε πρωτεύουσα της Ελλάδας”, ήταν μακριά από την Αθήνα κι από τις όποιες ευκαιρίες της…»

ΜΕΤΑ τους Βαλκανικούς, επιστρέφει (απ’ το Μέτωπο) στο νησί. Πιάνει, για βιοπορισμό, δουλειά στην Εθνική Τράπεζα, συνεχίζει να στέλνει γελοιογραφίες στις εφημερίδες της πρωτεύουσας και σκιτσάρει για την «Κερκυραϊκή Ανθολογία» της περίφημης «Συντροφιάς των Εννιά». Και παράλληλα…

ΣΧΕΔΙΟ διαφήμισης των τσιγάρων Γιαννουκάκη. Σώζεται, με χειρόγραφη υπογραφή του (δημιουργού) Ηλία Κουμετάκη, εν έτει 1915. Ακόμη, ζούσε Κερκύρα (στην Αθήνα εγκαταστάθηκε μόνο το 1926, λόγω μετάθεσης στην Τράπεζα). «Όπως φαίνεται», γράφει η «Εποχή» (φ. 25/12/1998), «κατόπιν παραγγελίας του καπνοβιομηχάνου Μιχάλη Γιαννουκάκη (και μέσω του συγγενή του, χαράκτη, Δημήτρη Γιαννουκάκη)… Του Γιαννουκάκη του άρεσαν πολύ οι συνθέσεις και οι λεζάντες, σύμφωνα με μαρτυρία του Κουμετάκη, που περιγράφει τον βιομήχανο ως “άνθρωπο μορφωμένο και φιλότεχνο, ο οποίος έδωσε την πρώτη ώθηση στην Ελλάδα για την καλαίσθητη εμφάνιση των σιγαρέτων και την καλλιτεχνική διαφήμισή τους…»

ΤΟ ΣΚΙΤΣΟ, λοιπόν, απεικόνιζε έναν μοναχό, καβάλα στον γαϊδαράκο του. Και τρεις καλόγερους να του μηνύουν: «Και μη ξεχάσεις, Ονούφριε, τα σιγάρα να είναι Γιαννουκάκη!» (βλ. «Ιστορία του Ελληνικού Τσιγάρου», ΕΛΙΑ, 1998). Σας θυμίζει, μήπως, κάτι; Ακριβώς. Η θρυλική ρεκλάμα της πειραιώτικης εταιρείας ζυμαρικών «Μίσκο», των Μιχαηλίδη – Κωνσταντίνη (πρόσφυγες από τη Σμύρνη), που πρωτοκυκλοφόρησε τη δεκαετία του ’30 και μεγάλωσε γενιές και γενιές Ελλήνων, δεν ήταν παρά η «κερκυραϊκή» ρεκλάμα του Κουμετάκη, με δύο «ειδικές» προσαρμογές: ο μοναχός Ονούφριος είχε γίνει μοναχός Ακάκιος και τα τσιγάρα, μακαρόνια! Όχι δίχως «ίντριγκα»…

ΟΠΩΣ αναφέρουν οι πηγές, η «τράμπα» δεν έγινε εν γνώσει του δημιουργού! Μόνο αργότερα, λέγεται, υπήρξε κάποια επικοινωνία της εταιρείας με τον σκιτσογράφο – πατέρα του διαχρονικού της «σήματος», ίσως και κάποιας μορφής αποζημίωση. Συν, αρχές της δεκαετίας του ’70, μια επίσκεψη του (τότε) ιδιοκτήτη της επιχείρησης, με δώρο ένα… κιβώτιο μακαρόνια! «Δεν έγινε τυχαία», δήλωνε τον Αύγουστο του 2008 στη «Γαλέρα» (τ. 35) η κόρη του Κουμετάκη, η Αγγελική. «Τον είχε καλέσει ένας φίλος του μπαμπά, δικηγόρος, λέγοντάς του, “ξέρετε, η διαφήμισή σας ήταν έργο του Κουμετάκη”. Τότε αυτός, πήγε στο σπίτι του στη Φερών με ένα κιβώτιο μακαρόνια, τον φίλησε και τον κάλεσε σε μία κρουαζιέρα». Ο φόβος των δικαιωμάτων…

ΛΙΓΟ πριν, τέλη των 60s, στο προηγούμενο σπίτι του, στην Καλλιθέα, ο Κουμετάκης, είχε λάβει ένα δελτάριο απ’ τη «Mίσκο», με την ήδη εμβληματική διαφήμιση του… Ακάκιου. Την πήρε, την κοίταξε, κάτι μονολόγησε κι έπιασε την πένα. Το σχόλιο – ντοκουμέντο σώθηκε: «Κακότεχνη αντιγραφή του σκίτσου μου για τα σιγαρέτα Γιαννουκάκη…». Και το ‘παψε εκεί: «Ο πατέρας μου αποδέχτηκε σιωπηρά την χρησιμοποίησή της σε δεύτερη φάση από τη “Μίσκο”, που δεν τον ρώτησε γι’ αυτό. Μπορεί σήμερα ν’ ακούγεται περίεργο, αλλά ξέρετε, ο Κουμετάκης ήταν ένας πολύ αξιοπρεπής άνθρωπος. Τα πρώτα χρόνια, να σκεφθείτε, στο “Hμερολόγιο του Σκώκου”, δεν είχε πάρει ποτέ χρήματα. Ήταν άλλης κατηγορίας άνθρωπος, πολύ ρομαντικός, των βιβλίων. Δεν θα κυνηγούσε τη δεκάρα τότε. Ούτε και την φήμη του αργότερα…» Τον «κυνήγησε» αυτή. Και δεν το «ξέχασε» ποτέ. Ούτε καν μετά το θάνατό του (1979)…

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ