26.2 C
Corfu
Παρασκευή, 3 Ιουλίου, 2026

Το… έτσουζαν οι αρχαίοι Κερκυραίοι (τα τρία τεκμήρια)!

Με αφορμή την (Κυριακή, 8/11) Ευρωπαϊκή Ημέρα Οινοτουρισμού, μια αναδρομή στην… από αρχαιοτάτων σχέση Κέρκυρας και οίνου.

Επιμέλεια: Ηλίας Αλεξόπουλος

Ο Ιωσήφ Παρτς, στη θρυλική γεωγραφική μονογραφία του («Η Νήσος Κέρκυρα», 1892) δεν έχει αμφιβολίες: «Η αρχαία Κέρκυρα ην βεβαίως οινοφόρος χώρα πρώτης τάξεως. Άμπελοι, κλήματα και θύρσοι, εικόνες του Βάκχου και του Σειληνού, στάμνοι και κύλικες εν ανεξαντλήτως ποικίλη διατάξει, πληρούσι τας εικόνας των Κερκυραϊκών νομισμάτων». Προσθέτοντας κι αυτό: «Ο την Κέρκυραν επισκεπτόμενος εκπλήσσεται βλέπων επί πόσον επελάθοντο οι κάτοικοι του αρχαίου γνωμικού “Βacchus amat colles”» (ο Βάκχος / Διόνυσος φιλεί τους λόφους)…

Η ΣΥΝΘΗΚΗ ακμής διατηρήθηκε για αιώνες. Έτσι, κατά την παράδοση του νησιού στους Ενετούς (1386), το κρασί, μας λέει ο Μουστοξύδης (Delle Cose), θεωρούμενο πάντα το σπουδαιότερο προϊόν του τόπου, έτυχε (οι αμπελώνες, για την ακρίβεια) ειδικής αναφοράς στην υπογραφείσα συμφωνία παράδοσης, καθώς η φορολογία του οίνου υπολογιζόταν «ως σπουδαιοτάτη πρόσοδος της κυβερνήσεως».

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ακόμη και μετά την, απ’ τον 15ο – 16ο αι., σταδιακή ακμή της ελαιοκαλλιέργειας. Κρίνοντας, τόσο απ’ τις αφηγήσεις των περιηγητών, όσο κι απ’ την «περιγραφή των Κορφών καμωμένη το 1630» του Στ. Μαστρακά, όπου υπογραμμίζεται ρητά ως «ακόμη μεγαλύτερη» η παραγωγή «κρασιού τέλειας ποιότητας».

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ θα άρχιζε να διαφοροποιείται απ’ τον 19ο αι. Η καταστροφή σοδιών από τον περονόσπορο, η, αντ’ αυτών, στροφή στη λιανολιά, η οικονομική ύφεση και η έλλειψη «χεριών» που έφεραν οι πόλεμοι, αργότερα τα «εύκολα λεφτά» του τουρισμού ή η οικοπεδοποίηση καλλιεργήσιμων, ως πρότινος, εκτάσεων με την άνοδο της αξίας της γης… Η ιστορία, ωστόσο, δεν αλλάζει: τα… έτσουζαν από αρχαιοτάτων στο νησί. Και η αρχαιοελληνική γραμματεία δεν στερείται αποδείξεων…

Οι Κήποι του Αλκινόου (υδατογραφία του H.W. Williams)

# Εν αρχή, ο Όμηρος (Οδύσσεια, ραψ. η). Στον κήπο του ο Αλκίνοος, περιγράφεται πως είχε «αμπέλι πολύκαρπο, φυτεμένο». Με ειδικό χώρο προς πάτημα των σταφυλιών («κι άλλα σταφύλια που τρυγούν κι άλλα πατούν ξωπίσω»). Φθάνοντας ο Οδυσσέας στο παλάτι, ο μαχητής Εχένηος καλεί τους κράχτες να κεράσουνε «κρασί, να στάξουμε στον βροντορίχτη Δία». Ο Αλκίνοος τ’ αποδέχεται [«Ποντόνοε (σ.σ. οινοχόος), κέρνα μας κρασί και μοίρασέ το σ’ όλους»] και, περιγράφει ο ραψωδός για την υποδοχή του ξένου, «έσταξαν και ήπιανε κρασί όσο ήθελε η καρδιά τους». Την επομένη, στους αγώνες προς τιμήν του, «ποτήρι του ‘φεραν κρασί, να πίνει όταν θελήσει». Και προτού αναχωρήσει (ραψ. ν), ο Αλκίνοος (περιγράφει τον οίνο που φύλαε στους κρατήρες «φλογάτο και αρχοντικό») καλεί πάλι τον Ποντόνοο να μοιράσει «κρασί μελόγλυκο (σ.σ. μαύρο και γλυκό) απ’ το κροντήρι σε όλους», σπονδή στους θεούς και ξεπροβόδισμα στον ξένο. «Πετάχτη κι ο Οδυσσέας κι έβαλε κούπα διπλογούβωτη στο χέρι της Αρήτης… “Μόνο χαρές να σε ‘βρουν, ρήγισσα…”» Φορτώνοντας, τέλος, «κόκκινο κρασί» στο πλοίο του γυρισμού.

# Απ’ τον μύθο, στην ιστορία… Ξενοφώντος, «Ελληνικά» (6.2.6). Χρονικό στίγμα, το 373 π.Χ. Απ’ το 376 οι Αθηναίοι έχουν ενώσει, σε μια, υπό την αιγίδα τους, Ομοσπονδία, όλες τις ναυτικές ελληνικές δυνάμεις (με πρώτη την Κέρκυρα). «Η στάση αυτή της Κέρκυρας, που έδειχνε πάντα προθυμία να ενισχύσει κάθε αθηναϊκό κίνημα», λέει ο Μάρμορας, «ερέθισε τους Σπαρτιάτες. Ξεκίνησε (λοιπόν) ο Μνάσιππος, με 60 πλοία και 1.500 στρατιώτες, κατέλαβε όλη την ύπαιθρο, λεηλάτησε χωράφια και χωριά….» Κάπου εδώ μπαίνει η λεπτομέρεια του Ξενοφώντος. Περιγράφοντας, εντός των λεηλατηθέντων περιοχών της υπαίθρου, εκτάσεις «πεφυτεμένης γης ωραιότατα καλλιεργημένης», καθώς και «μεγαλόπρεπες επαύλεις με οινώνες (αποθήκες κρασιού)», χτισμένες στ’ αγροκτήματα. Οι Σπαρτιάτες στρατιώτες, ασφαλώς, δεν παρέλειψαν να απολαύσουν το κρασί τους. Και εντυπωσιάστηκαν, σε σημείο που, «ως ελέχθη», σχολιάζει ο Ι. Παρτς, «“εις τούτο τρυφής ελθείν (σ.σ. τόσο κακόμαθαν), ώστ’ ουκ εθέλειν πίνειν ειμή ανθοσμίας είη” [σ.σ. δε δέχονταν να πίνουν άλλο πέρα από (το) αρωματικό κρασί (των Κερκυραίων)]…»

# Το έργο χρονολογείται κατά τη μετα-ελληνιστική εποχή, με την Κέρκυρα πια υπό ρωμαϊκή κυριαρχία. «Δειπνοσοφιστές», ο 15τομος κόπος του Αθήναιου από τη Ναυκρατίδα (π. 170-230 μ.Χ.), ένας, γράφτηκε, «πανδέκτης εγκυκλοπαίδειας», σε μορφή διαλόγων μεταξύ θαμώνων συμποσίου στο σπίτι του λόγιου και χορηγού, Λαρένσιου. Κυρίαρχα θέματα, η πολυτέλεια, η μουσική, η σεξουαλική ηθική, τα κουτσομπολιά, η φιλολογία… Και, εκτενώς, το φαγητό (γαστρονομία). Εξ ου και ο χαρακτηρισμός που του αποδόθηκε ως «εγχειρίδιο γαστρονομίας» (το παλαιότερο γνωστό βιβλίο με υποδείξεις για την παρασκευή φαγητών και τα υλικά δειπνολογίας και συμποσίων). Τα «περί οίνου» βρήκαν, ασφαλώς, τη θέση τους. Διαφόρων περιοχών. Σ’ αυτό το πλαίσιο, σε απόσπασμα, διαβάζουμε: «… της Κερκύρας το κρασί είναι καλό όταν παλιώσει…». Τι προκύπτει, σε σύγκριση με τα υπόλοιπα κρασιά που αναφέρει; Το θεωρούσε μέσης ποιότητας. Ούτε δηλαδή, σαν το κρασί Λαμψάκου και Κορίνθου, που το χαρακτήριζε «κακό», ούτε σαν της Λέσβου, που «με κανένα δεν συγκρίνεται» ή το Ναξιώτικο: «… είναι νέκταρ».

Έτσι κρασόπιναν οι αρχαίοι…

• Κάθε τόπος είχε δικό του τρόπο παρασκευής. Μια γενική, ωστόσο, μέθοδος ήταν: άφηναν τα σταφύλια στο ήλιο, ν’ αφυδατωθούν. Ακολουθούσε το πάτημα (μετά μουσικής). Ο μούστος έμπαινε σε μεγάλα πιθάρια, σε δροσερά, σκιερά μέρη κι έβραζε 5 μέρες. Αφού συνέλεγαν το γλυκό υγρό απ’ τον αφρό, αποθήκευαν τον μούστο, έχωναν τα πιθάρια στο χώμα, τα σκέπαζαν και τ’ άνοιγαν βαρύ χειμώνα.

• Το κρασί τους συνήθιζαν να το πίνουν νερωμένο (κεκραμμένος οίνος). Ο λόγος; Τότε, το κρασί θεωρούνταν (και) ως ένας τρόπος καθαρισμού και βελτίωσης της γεύσης του (συχνά στάσιμου) νερού. Κυρίως, όμως, με την ανάμειξη απέφευγαν τις δυσάρεστες συνέπειες του «άκρατου οίνου» (ανέρωτου). Ο οποίος συνηθιζόταν σε αρρώστους (βλ. Ιπποκράτης), πληγωμένους και ταξιδευτές (για τόνωση).

• Στη σχέση μίξης λαμβανόταν υπόψη η ποιότητα του κρασιού. Τα δυνατά κρασιά δηλαδή, αραιώνονταν με περισσότερο νερό. Η αναλογία ήταν τρία μέρη νερού σε ένα κρασιού, αλλά και 2+1 ή 3+2 ή 1+1.

• Το νερό για το αραίωμα φρόντιζαν να προέρχεται από «σκιαράν παγάν» (πηγή), «κρήνην αέναον και απόρρυτον» ή «ψυχρόν φρέαρ». Έτσι, πετύχαιναν ταυτόχρονα την ψύξη του ποτού. Άλλοτε, για την αραίωση χρησιμοποιούσαν θαλασσινό νερό.

• Υπάρχουν επίσης αναφορές για την προσθήκη λεμονιού, μπαχαρικών, θυμαριού, μέντας, γλυκάνισου, μυρτιάς, ρόδων, ρητίνης κ.λπ. Λόγος, επίσης, γίνεται και ένα ανάμεικτο, ζυμωμένο ποτό, αποτελούμενο από κρασί και μέλι (muslum) ή ζύθο από κριθάρι.

Δείτε ΕΔΩ το ειδικό αφιέρωμα του Corfustories.com στον «Κρίθινο Οίνο» των Φαιάκων, προγονική μαρτυρία της σημερινής μπίρας.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ