16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Οld Christmas / Ο Έρκολες και η… ανατίναξη της γαλοπούλας!

Ένα μοναδικό χρονογράφημα του Φώτου Γιοφύλλη απ’ τον «Ανεξάρτητο» του 1933 για ένα αληθινό, χριστουγεννιάτικο περιστατικό στην Πίνια των τελών του 19ου αι.

Επιμέλεια: Ηλίας Αλεξόπουλος

ΔΕΝ ΠΑΝΕ παρά λίγες μέρες αφ’ ότου συμπληρώθηκαν 39 χρόνια απ’ την απώλειά του. Πεζογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής. Μια σημαντική, πολύτροπη φυσιογνωμία των ελληνικών γραμμάτων του 19ου αι., γέννημα Κέρκυρας, των Άγιων Δούλων, κατά κόσμον Σπύρος Μουσούρης, κατά… λογοτεχνία, Φώτος Γιοφύλλης.

ΜΕΣΑ στις υπόλοιπες παραμέτρους της δράσης του, ξεχώριζε κι αυτή: δημοσιογράφος. Συνεργάτης εφημερίδων. Αθηναϊκών και μη. Με τα χρονογραφήματα ν’ αφήνουν το δικό τους στίγμα. Κάπως έτσι, εν έτει 1933, στο πλαίσιο συνεργασίας του με την (αθηναϊκή) εφημερίδα «Ανεξάρτητος», κλήθηκε να γράψει και γι’ αυτό: μνήμες απ’ τις γιορτές των Χριστουγέννων, στην παλαιά Κέρκυρα. Περιστατικά. Ανεκδοτολογικά. Ανταποκρίθηκε. Και στο φ. ανήμερα Χριστούγεννα (μια Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου), δίπλα σε σειρά λαϊκών αναγνωσμάτων (απ’ το «ο Χριστός και το Παιδάκι» του… Δοστογιέφσκυ, έως τη «Γροθιά» του Μανώλη Κανέλλη κι από χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις του… Σουδάν, έως το 6ο μέρος της «Κυρα-Φροσύνης») και την κοσμική ατζέντα της πρωτεύουσας (με «κλου» το ρεσιτάλ «της Δίδος Πόπης Παπαναγιώτου» στο «Κεντρικόν»), η χαρακτηριστική, ρέουσα, δημοτικιστική γραφή του, υπέγραφε, σελ. 5, αυτό: «Ηφαίστειο που ξεπετά γαλοπούλες – Χριστούγεννα στα νησιά». Πίνια, τέλη του 19ου αι...

© Credits: Alois Beer, 1886

Έχετε γιορτάσει Χριστούγεννα στην Κέρκυρα; Όσοι τάχουν γιορτάσει θα τα θυμούνται καλά. Στα Κορφιάτικα Χριστούγεννα, όχι μονάχα δεν μπορεί να λείψη η ψημένη γαλοπούλα, μα πρέπει να συνοδεύεται και από την ιδιαίτερη εκείνη μουστάρδα με φρούτα. Πανηγύρι και χαρά στη γεύση, μάλιστα μαζί με το παληό άσπρο κρασί.

Βέβαια η γαλοπούλα δεν είνε για όλους. Ούτε και τώρα, μα ούτε και τότες. Οι πλούσιοι, μα κ’ οι μικρότεροι νοικοκυραίοι, μπορούσαν να την γευθούν. Ήταν όμως και τότες οι φτωχοί που ξακολουθούσαν τη σαρακοστή και την ημέρα των Χριστουγέννων. Τάχα γιατί αυτός ο χωρισμός ανθρώπων από ανθρώπους;

Κάτι τέτοιες σκέψεις γυρίζανε στο μυαλό μας, καθώς κάναμε τον περίπατό μας, όσο να ψηθή η γαλοπούλα… Κόντευε μεσημέρι. Η όρεξη εδυνάμωνε ολοένα. Και μάλιστα, σαν περνούσε κανένας μπροστά από φούρνο, όπου τα λιγουρευτά πουλερικά εσιγοψήνοντο.

Είνε από τα τότες περασμένα πολλά χρόνια. Καμμιά σαρανταρια. Κι’ όμως, αυτό που θα διηγηθώ είνε τοσο τρομερό, που το θυμάμαι σαν νάγινε σήμερα.

Καθώς περπατούσαμε, σταθήκαμε εκεί κατά το σταυροδρόμι της Πίνιας, εκεί που ήτανε τότες το χαρτοπωλείο ο «Κάδμος». Αντικρύ ήταν ένας μεγάλος φούρνος. Τα ταψιά με τις γαλοπούλες και τους γάλους πηγαινοέρχονταν και μια ευωδιά σκορπιώταν, μια ευωδιά

Σταθήκαμε εκεί μια στιγμή να καμαρώσουμε και να μυριστούμε…

Ξαφνικά όμως γίνηκε κάτι τρομερό! Ένας κρότος δυνατός μας έσπασε τ’ αυτιά κι ένας φοβερός σεισμός ετράνταξε τη γη! Ξαφνιστήκαμε, τρομάξαμε και τρέξαμε να φύγουμε. Στο μέρος που ήταν ο φούρνος γίνηκε κάτι σαν έκρηξη σε ηφαίστειο. Πυκνός καπνός και απάσβεστα (κομμάτια από σοβάδες) και πέτρες και ξύλα επετάχτηκαν ψηλά. Και μέσα στον καπνό γαλοπούλες ψημένες και άψητες επετιώντουσαν στον αέρα, πατάτες και πέτρες μαζί και σαν λάβα άφθονες μοσχομυρισμένες σάλτσες… Τι ήταν εκείνο; Ένα ηφαίστειο τρομερό, που πετούσε από τον κρατήρα του γαλοπούλες, πατάτες, σάλτσες μαζί με πέτρες, χώματα και στάχτες…! Κάτι τραγικό και αφάνταστο, μα και κάπως κωμικό μαζί..

Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τίποτε. Εκάμαμε να φύγωμε από τον τρόμο, μα η περιέργεια μας κράτησε και μείναμε στη θέση μας. Έπειτα ο κίνδυνος είχε τελειώσει πια. Σε λίγες στιγμές δεν εφαινόταν καθαρά ούτε γαλοπούλες ούτε τίποτε άλλο. Ένα άμορφος βρωμερός σωρός σκεπασμένος με στάχτη και χώμα, ήταν εκεί όπου βρίσκονταν πριν ο φούρνος.

Τι να ’χε συμβεί;
Έτρεξαν οι χωροφυλάκοι, φάνηκε σε λίγο κι ένας αστυνόμος. Και κόσμος, κόσμος άφθονος άρχισε να φτάνη από παντού. Από την Σπινιάδα, από τα καντούνια, από τη Σπηλιά…
Έπηξε σε λίγο ο τόπος από κόσμο.
Μπήκαμε κ’ εμείς μές στη μέση να μάθουμε.
Ο φούρναρης ήταν εκεί και χτυπούσε το κεφάλι του.
— Συφορά μου! έκανε. Τι μου κάμανε! Τι μου κάμανε!…
Ο αστυνόμος όμως έτρεξε να τον συγχαρεί.
— Δε λες που γλύτωσες; του ’λεγε.
— Τούτος με γλύτωσε, κυρ αστυνόμε, είπεν ο φούρναρης.
— Θάρθετε μαζί στην αστυνομία.

Έτσι ο φούρναρης, αυτός πούδειξεν ο φούρναρης και τρεις – τέσσαρες ακόμα «ως αυτόπται», τράβηξαν για την αστυνομία, για ν’ αρχίσει η ανάκριση. Στο μεταξύ οι χωροφυλάκοι διώχνανε τον κόσμο και καθήσανε να φυλάνε τα ερείπια του φούρνου…

Έπειτα άρχισε νέα τραγωδία. Ήρθανε εκεί οι δούλες πρώτα κι’ οι καλοφαγάδες έπειτα. Ήθελαν να ιδούν με τα μάτια τους την καταστροφή. Εζητούσαν να βεβαιωθούν πώς γίνηκε το έγκλημα και πώς εστάθηκε αυτή η αδικία να περάσουν τα Χριστούγεννά τους χωρίς την ποθητή γαλοπούλα… Εβεβαιώνοντο όμως όλοι με τα μάτια τους για την καταστροφή. Κι’ εθρηνούσαν «επί των ερειπίων της Βαβυλώνος»…

Αργά τ’ απόγευμα το μυστήριο άρχισε να ξεκαθαρίζεται. Η αστυνομία έπιακε τον Έρκολε το Σακατεμένο, τον γνωστό Πινιατόρο. Αυτός ήταν ο ένοχος!

Ο Έρκολες ήταν ένας χοντροκομμένος και χεροδύναμος χαμάλης. Τάχα ο νουνός του να προμάντεψε και τούβγαλε του Ηρακλή το όνομα ή μην ήτανε όλη η γενιά του το ίδιο χεροδύναμη και το όνομα Έρκολες ήτανε παλιό μέσα στο σπίτι του; Όπως κι’ αυτός, έτσι κι’ ο πατέρας του κι’ ο πάππος του ήτανε χαμάληδες στην πιάτσα της Πίνιας. Πινιατόροι από ράτσα! Μα ο Έρκολες έπαθε ένα δυστύχημα. Κουβαλώντας κάποτες ένα βαρύ φορτίο, παραπάτησε κ’ έπεσε κάτω κ’ έσπασε το πόδι του. Από τότες τον εύρισκε κανένας με το παράνομα ο Σακατεμένος.

Είχε όμως πάντα γερές πλάτες ο Έρκολες. Έκανε θελήματα, κουβαλούσε βαρειά πράμματα και δούλευε σα σκυλλί. Έβγαζεν όμως μονάχα πενταροδεκάρες. Ποτέ του δεν εσταύρωσε δραχμή. Κι’ όμως άλλοι τεμπελιάζοντας έτρωγαν από τα πατρικά τους, καλοζούσαν και τον περιφρονούσαν τον έρμο…

Όσο κι’ αν η μοίρα του τον είχε κάνει να τα υπομένει αυτά, πάντα όμως τα συλλογιζότανε. Και συχνά τόλεγε το παράπονό του!
— Άλλοι ζούνε σαν αγάδες και… μείς ας πεθάνουμε!
Και κοίταζε τον ουρανό άγρια. Έπειτα πετούσε και μια βλαστήμια.

Εκείνο το Χριστουγεννιάτικο πρωί, όπως είπε στην ανάκριση ο φούρναρης, άρχισε να ψένη από νωρίς γαλοπούλες κι’ άλλα φαγητά. Όλα πλούσια και με διαλεχτό βούτυρο. Το πιο φτωχικό ταψί ήταν το τελευταίο. Μονάχα πατάτες σκέτες με το λάδι. Το είχε φέρει ο Έρκολες.

Την ίδια στιγμή, που έρριξε στο φούρνο το ταψί του Έρκολε, ένας άλλος πινιατόρος, ο Σάχας, τον έκραξε:
— Έλα αμέσως κάτι να ιδής, του είπε. Μη χάνεις καιρό!
Ο φούρναρης πετάχτηκε από το φούρνο. Πριν φτάση τονΣάχα, όλος ο φούρνος είχε πεταχτή στον αγέρα.

Ο φούρναρης είχε πη στον αστυνόμο «τούτος με γλύτωσε». Κι’ αυτός ήταν ο Σάχας. Ο αστυνόμος φυλάκισε τον Σάχα και τον ανάγκασε να πη γιατί έβγαλε το φούρναρη από το φούρνο.
— Για να τον βγάλης από τον φούρνο, του είπεν ο αστυνόμος, εσύ ξέρεις. Μάλιστα πιστεύω πως εσύ είσαι ο ένοχος!
Ο Σάχας έκανε χίλιους όρκους. Σταυρούς και Παναγίες και Αγίους Σπυρίδωνες. Μα ο αστυνόμος τον έβαλε σε χειρότερο μπουντρούμι.

Στο τέλος ο αστυνόμος τον άρχισε και στα μαρτύρια. Και κείνος αναγκάστηκε  πια να πη:
— Ο Έρκολες ο Σακατεμένος μου είπε να βγάλω αμέσως τον φούρναρη από το φούρνο.

Στη στιγμή ο αστυνόμος διέταξε να πιάσουνε τον Έρκολε. Με λίγο κόποι οι χωροφυλάκοι τον ευρήκανε και τον κουβαλήσανε στην αστυνομία.

Εκείνος δεν αρνήθηκε την πράξη του. Απολογήθηκε έτσι:
— Δεν υπάρχει, κύριε αστυνόμε, καμμιά δικαιοσύνη στον κόσμο…
— Μην υβρίζεις, ρε, τη δικαιοσύνη.
— Δεν μιλάω για τη δική σας, τη χαμηλή. Μιλάω για κείνη την απάνου περισσότερο. Δεν υπάρχει τίποτα, σου λέω, κυρ αστυνόμε, όσο δεν αλλάζει ο κόσμος συθέμελα. Ναι, μα τον Άγιο, είνε στραβός ο κόσμος. Ο πλούσιος, ο έμπορας, ο νοικοκύρης, ελόγου σου, ο ένας κι’ ο άλλος, τρώει γαλοπούλα, περιδρομιάζει τον Αγκλέουρα, λύνεται στο καντίνι, διασκεδάζει, γλεντάει, χαίρεται τη ζωή… Κι’ ο Έρκολες, ο άλλος κι’ ο άλλος ο φτωχός, δε σταυρώνει δραχμή. Δεν τρώει γαλοπούλα ούτε στ’ όνειρό του. Πασκάζει με πατάτες…  αν τις έχη κι’ αυτές. Τέτοιον κόσμο, κυρ αστυνόμε, βλαστήμα τον!
—Άφιστ’ αυτά, τον έκοψε απότομα ο αστυνόμος, και απολογήσου.
— Αυτή είνε η απολογία μου…
— Εσύ ανετίναξες, ρε, το φούρνο;
— Με ζάλισε η αδικία του κόσμου, κυρ αστυνόμε… Πήρα από ένα φίλο μου ψαρά ένα φυσίγγιο δυναμίτη και τόβαλα αποκάτω από τις πατάτες. Όχι, είπα, σήμερα δεν θα φάνε γαλοπούλα ούτε οι αρχόντοι. Και δεν εφάγανε, κυρ αστυνόμε. Δεν εφάγανε! Χα, χα, χα!

Κι’ ο Έρκολες άρχισε να γελάει δυνατά, σαν ευχαριστημένος, σαν χορτασμένος πια.

Πηγή: vivliothikiesiea.gr

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ