16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Old Christmas / Τα «Γλυκά Χριστούγεννα» της Τατούμ Ο’ Νηλ…

Ένα κερκυραϊκό, χριστουγεννιάτικο, διήγημα, γραμμένο αποκλειστικά για το Corfu Stories.

Μήτε ως φάρσα, μήτε τραγωδία. Εδώ, τα μαρξιστικά θεωρήματα εξοβελίζονται, εν ριπή. Και η ιστορία επαναλαμβάνεται μονάχα ως εκείνο το υπέροχο παράγωγο, που ‘χε ανέκαθεν το χούι να ραντίζει συνειδητό και ασυνείδητο με τ’ απόλυτο αγίασμα της μνήμης: νοσταλγία˙ έτσι το παν. Λέξεις, αράδες. Σαν ανεπαίσθητες, πολύχρωμες κλωστές. Καθεμιά τους, μια εικόνα. Μια παλιά φωτογραφία. Μία σκέψη. Κι όλες τους γνέματα, υφάντρες, στον αργαλειό του «μια φορά κι ένα κάποτε»… Είναι εκείνες οι μικρές, ατόφιες ιστορίες, που γράφονται τις ώρες τις μεγάλες. Αργά, στην ησυχία, μ’ ένα ποτήρι, δίπλα, κόκκινο κρασί και τη βελόνα να χαϊδεύει το βινύλιο. Τότε, που, μέσα σε αδιόρατα θροϊσματα, το μυαλό μπορεί να σεργιανίσει. Η ψυχή να γαληνέψει. Να κλάψει, να γελάσει, να ονειρευτεί, να συγκινηθεί, να σκοτεινιάσει, ν’ ανασύρει απ’ τα κελάρια νεράιδες και φαντάσματα, ν’ αναμετρηθεί με τις αλήθειες της. Το λέν’, θαρρώ, κι έτσι: ταξιδεμός και κάθαρση. Και στη version με μολύβι και χαρτί, Τατούμ. Τατούμ Ο’ Νηλ…

ΕΝΑ ψευδώνυμο. Μπόλικα υπέροχα κείμενα, γεμάτα με συναίσθημα κι αρώματα. Μια, στο facebook, σελίδα, η σελίδα της, λάμψη φωτός στους δαιδαλώδεις –και όχι σπάνια, σκοτεινούς- λαβύρινθους των social media. Το χειροκρότημα, ατόφιο και ειλικρινές, ενός μεγάλου πια κοινού. Κι ένας talk of the town γρίφος, που επιμένει να αιωρείται…

Ποια είναι, τέλος πάντων, η Τατούμ;

«Η Τατούμ είναι όλα αυτά που διαβάζετε. Τίποτε άλλο έξω από το κείμενο δεν έχει ενδιαφέρον, δεν πρέπει να έχει ενδιαφέρον…»

Δεκέμβριο του 2019, η μυστηριώδης πένα της, παραχωρούσε στην έντυπη έκδοση του Corfu Stories μια από τις λιγοστές συνεντεύξεις της. Και παράλληλα, έκανε δώρο στο αναγνωστικό κοινό μια χριστουγεννιάτικη ιστορία, μια αφήγηση, γραμμένη κατ’ αποκλειστικότητα…

ΓΛΥΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Δια χειρός ΤΑΤΟΥΜ Ο’ ΝΗΛ

ΕΚΕΙΝΑ τα χρόνια θυμάμαι, οι μεγάλοι πάντοτε γκρίνιαζαν. Ο πατέρας ήθελε οπωσδήποτε γαλοπούλα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Ξεκινούσαν οι διαπραγματεύσεις καμιά δεκαπενταριά μέρες πριν.

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ που σύχναζε, πηγή γνώσεων και κέντρο ανταλλαγής πληροφοριών, πληροφορούταν για διάφορες αγρότισσες σε κάτι μακρινά χωριά που ανέτρεφαν γάλους ξακουστούς, σπυρί – σπυρί τους τάιζαν στο στόμα το καλαμπόκι. Γίνονταν λοιπόν εκστρατείες ολόκληρες, οι τροφοί των γάλικων περνούσαν ανάκριση, που κοιμόταν ο γάλος, τι έτρωγε, τι έπινε κ.ο.κ.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ γυρνούσε περήφανος στο σπίτι κουβαλώντας ως τρόπαιο τον άτυχο γάλο και δίνοντας χίλιες οδηγίες πώς να μαλακώσει, πώς να γίνει νόστιμος. Τελικά, μετά από όλους αυτούς τους κόπους, καταλήγαμε με ένα άνοστο και σκληρό, κακοψημένο πουλί στο τραπέζι, που δεν ενθουσίαζε κανέναν.

ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ η νόνα μου έπαιρνε την εκδίκησή της: το χοιρινό έμπαινε στο φούρνο καμαρωτό, στολισμένο. Το σπίτι μοσχοβολούσε. Όλοι τρώγαμε με λαιμαργία, λες και είχαμε να φάμε κανένα μήνα.

ΔΕΝ ΕΙΧΕ το χοιρινό μόνο κριτσανιστές πατατούλες, αλλά είχε και ταγιαδέλα κοντσαρισμένη στο σούγο (κατά βάθος όλοι αυτό περιμέναμε – το σούγο). Και είχε και τυριά και σαλάτες και σαλάδο και κρασί μπρούσκο και όλα τα καλά.

ΕΙΧΕ και μια γλυκιά μουστάρδα για το κρέας, που τα παιδιά τη σιχαινόμαστε. Η θεία μας όμως η μικρή,  που είχε κάνει στο Λονδίνο, μας επανέφερε στην τάξη. Αυτή η μουστάρδα δεν ήταν παρά ένα τσάτνυ, κι εμείς θα έπρεπε να εκπαιδεύσουμε τους γευστικούς μας κάλυκες και να ξεφύγουμε επιτέλους από τις  παιδικές γεύσεις, δηλαδή τα δύο – τρία πράγματα που τρώγαμε κατ’ αποκλειστικότητα και κατά κόρον. Στη συνέχεια ακολουθούσε η ετήσια παντομίμα για το τέλος του γεύματος.

ΕΝΩ στο σπίτι το φαγητό το είχε αναλάβει η γιαγιά, η οποία έκανε με σέστο και την καθημερινή σπέζα, τα γλυκά τα έφτιαχνε η μαμά. Είτε γιατί δεν μαγείρευε και δεν είχε μάθει να μαγειρεύει, είτε γιατί είχε τη λεπτότητα και τη χάρη που απαιτούσε η ζαχαροπλαστική, είτε γιατί ήθελε να μας ευχαριστεί στις γιορτές και στα γενέθλιά μας, φτιάχνοντας υπέροχα γλυκά – αυτή ήταν ο επίσημος ζαχαροπλάστης του σπιτιού μας.

ΤΑ ΕΚΑΝΕ όλα υπέροχα, εκτός από τα μελομακάρονα που ήταν το αγαπημένο γλυκό του πατέρα μας. Την πρώτη χρονιά του γάμου τους, η μητέρα μας είχε περάσει μια νύχτα ολόκληρη ψήνοντας ταψιά με μελομακάρονα. Τα χαράματα κατέληξε να κλαίει πάνω σε σωρούς από σκούρους καφέ κοβόλους, που δεν τρώγονταν με τίποτε.

ΜΕΤΑ από εκείνη τη δραματική προσπάθεια, δεν προσπάθησε να ξαναφτιάξει ποτέ. Έτσι, τις παραμονές όργωνε τα ζαχαροπλαστεία της πόλης και δοκίμαζε μελομακάρονα μέχρι να βρει το τέλειο. Μόλις το ανακάλυπτε γέμιζε το σπίτι μυστικά με κουτιά ολόκληρα, λες και έκανε κοντραμπάντο. Πετούσε γρήγορα – γρήγορα τις συσκευασίες και γέμιζε δίσκους και πιατέλες.

ΜΕΤΑ το τέλος του γεύματος όλοι περιμέναμε τον πατέρα να πάρει το πρώτο μελομακάρονο από το δίσκο: το έτρωγε με κλειστά μάτια, με ένα χαμόγελο ευτυχίας.

-Φέτος ξεπέρασες το εαυτό σου Αννούλα, έλεγε στη μάνα μας και λες κι η φράση αυτή ήταν το σύνθημα για να πέσουμε με τα μούτρα και στα υπόλοιπα γλυκά χωρίς να συγκρατούμε πια τα γέλια μας.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ θεωρούσε ότι τα γέλια αυτά ήταν η απόδειξη της χαράς μας, κοίταζε στα μάτια τη μάνα μας και της χαμογελούσε ενώ τελείωνε το κρασί του. Ποτέ απάτη δεν υπήρξε πιο γλυκιά, πιο τρυφερή, πιο ενδεικτική της αγάπης που κυριαρχούσε τα παιδικά μας χρόνια. Τα σκέφτομαι αυτά κάθε φορά με το πρώτο μελομακάρονο των Χριστουγέννων.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ