10.9 C
Corfu
Παρασκευή, 24 Απριλίου, 2026

8 χαρακτικά του Λάμπρου Ορφανού δώρισε στην Αναγνωστική ο γιος του Μίνως Ορφανός

Η Διοικητική Επιτροπή της Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας, με ιδιαίτερη χαρά, παρέλαβε από τον αρχιτέκτονα Μίνωα Ορφανό μια αξιόλογη δωρεά, 7 χαλκογραφιών και 1 ξυλογραφίας, του γνωστού Έλληνα ζωγράφου και χαράκτη Λάμπρου Μ. Ορφανού (1916-1995). Η ευγενική απόφαση του Μίνωα Ορφανού να διαθέσει στην Εταιρία μας έργα του πατέρα του, είναι για μας ιδιαιτέρως τιμητική.

Συγκεκριμένα, παραλάβαμε τα ακόλουθα έργα Τέχνης:

• «Κεφαλή Αθηνάς από αρχαίο διστάτηρο της Αθηναϊκής Πολιτείας των Θουρίων», χαρακτικό – χάραγμα εν αναμονή, Τράπεζα της Ελλάδος, χάραξη σε ατσάλι (1949-50), διαστάσεις: 3.3×4.8 εκ.,

• «Βασιλιάς Γεώργιος Β’», χαρακτικό – χάραγμα εν αναμονή, Τράπεζα της Ελλάδος, χάραξη σε ατσάλι (1950), διαστάσεις: 3.3×4.8 εκ.,

• «Ταναγραία κόρη», χαρακτικό – ευχετήριο, Τράπεζα της Ελλάδος, χάραξη σε επιατσαλωμένη πλάκα (1951), διαστάσεις: 3.2×9 εκ.,

• «Μάρμαρα του Παρθενώνα», χαρακτικό – ευχετήριο, Τράπεζα της Ελλάδος, χάραξη σε επιατσαλωμένη πλάκα (1952), διαστάσεις: 7.5×7.6 εκ.,

• «Αισχύλος», χαρακτικό – χάραγμα εν αναμονή, Τράπεζα της Ελλάδος, χάραξη σε ατσάλι (1954), διαστάσεις: 3.5×5 εκ.,

• «Αριστοτέλης», χαρακτικό – χάραγμα εν αναμονή, Τράπεζα της Ελλάδος, χάραξη σε ατσάλι (1954), διαστάσεις: 3.2×4.9 εκ.,

• «Ι. Συκουτρής», χαρακτικό – ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο μελάνι σε χαρτί, Αθήνα (1948-1950), διαστάσεις: 8.5×12 εκ.,

• «Πορτρέτο της Έλλης Μουρέλου-Ορφανού», χαρακτικό, Παρίσι, (1952-1955), διαστάσεις: 14.5×23.6 εκ.

Ορισμένα βιογραφικά στοιχεία για το ζωγράφο–χαράκτη Λάμπρο Ορφανό (1916-1995).

Ο Λάμπρος Ορφανός γεννήθηκε το 1916 στην Αθήνα. Γονείς του ήταν ο Μηνάς Ορφανός και η Φλώρα Ορφανού. Σε ηλικία 20 ετών εκθέτει για πρώτη φορά 4 έργα του ως σπουδαστής του Προκαταρκτικού Τμήματος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών (ΑΣΚΤ), ενώ 2 χρόνια αργότερα γίνεται δεκτός στα εργαστήρια ζωγραφικής της ΑΣΚΤ. Από το 1943 έως το 1947 σπούδασε στο Εργαστήριο της Χαρακτικής, ενώ παράλληλα διδάχθηκε Ιστορία της Τέχνης και αφού απέκτησε το δίπλωμα Θεωρητικών και Ιστορικών Σπουδών, διετέλεσε Επιμελητής του Τμήματος. Το 1936 εκθέτει για πρώτη φορά 4 έργα του στον Παρνασσό ως σπουδαστής του Προκαταρκτικού Τμήματος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών (ΑΣΚΤ).

2 χρόνια αργότερα γίνεται δεκτός στα εργαστήρια ζωγραφικής της ΑΣΚΤ όπου σπούδασε με δασκάλους τους Ουμβέρτο Αργυρό κι Επαμεινώνδα Θωμόπουλο για 4 χρόνια, ανάμεσα σε συμφοιτητές όπως ο Γ. Βακιρτζής, η Ειρήνη Λύτρα και η Αλίκη Χρηστέα. Το 1943, πτυχιούχος πια στον τομέα της ζωγραφικής, γράφτηκε στο Εργαστήριο της Χαρακτικής, όπου και σπούδασε υπό τον Γιάννη Κεφαλληνό μέχρι το 1947. Ανάμεσα στους συμφοιτητές του ήταν η Λουίζα Μοντεσάντου, ο Α. Μπαχαριάν, η Σμαράγδα Βαλάτα, η Μαρία Ράμφου και άλλοι. Παράλληλα, διδάχθηκε Ιστορία της Τέχνης από το Παντελή Πρεβελάκη και αφού απέκτησε το δίπλωμα Θεωρητικών και Ιστορικών Σπουδών, διετέλεσε Επιμελητής του Τμήματος.

Το 1949 παντρεύτηκε τη ζωγράφο και ψηφιδογράφο Έλλη Μουρέλου. Την ίδια χρονιά προσλήφθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος ως Αρχιτεχνίτης Προϊστάμενος στην Υπηρεσία Καλλιτεχνικού Σχεδιασμού και Χάραξης του Ιδρύματος Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων και Αξιών (ΙΕΤΑ), κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού και προσωπικής σύστασης του ίδιου του Κεφαλληνού, ο οποίος τον διέκρινε ως άτομο με εξέχουσα επίδοση στη χάραξη.

To 1952 υπήρξε ο πρώτος καλλιτέχνης γραφικών τεχνών που εξασφάλισε υποτροφία μεταπτυχιακών σπουδών από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) και αναχώρησε για σπουδές στο Παρίσι. Εκεί μετεκπαιδεύτηκε για 3 χρόνια στο εργαστήριο χαρακτικής της Ecole Nationale Superieure des Beaux-Arts, με καθηγητή το φημισμένο χαράκτη Robert Cami. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του τιμήθηκε με το δεύτερο και τρίτο βραβείο χαρακτικής το 1953 και με το πρώτο βραβείο το 1954. Το 1955 του απονέμεται ο τίτλος του Maitre du Burin, τίτλος εξαιρετικά σπάνιος και τιμητικός για ένα χαράκτη στη Γαλλία.

Στο Παρίσι συναναστράφηκε αρκετά με ζωγράφους και χαράκτες όπως τον Παναγιώτη Τέτση, επιστήθιο φίλο του ως και το θάνατό του, τη Γαβριέλα Σίμωση, το Ντίκο Βυζάντιο, τον Κώστα Πανόπουλο, τον Γ. Γαΐτη και τον Κ. Γραμματόπουλο.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, χάρη στην εξαιρετική ειδίκευση του Λάμπρου Ορφανού στη μικροχαρακτική σε ατσάλι, καθώς και τη συμβολή του Ξ. Ζολώτα ως Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, η χώρα ξεκίνησε να παράγει τα δικά της χαρτονομίσματα σε ατσάλινες πλάκες, τα οποία τυπώνονται στο Ίδρυµα Εκτύπωσης Τραπεζογραµµατίων και Αξιών (ΙΕΤΑ) του Εθνικού Νοµισµατοκοπείου.

Ο Λάμπρος Ορφανός, ως προϊστάμενος στην υπηρεσία καλλιτεχνικού σχεδιασμού και χάραξης του ΙΕΤΑ, εισήγαγε μια νέα αισθητική άποψη στη σχεδίαση και την εικόνα των νέων ελληνικών χαρτονομισμάτων, καταφέρνοντας να προτείνει μια νέα οπτική, ταυτόσημη και επάξια με την οικονομική και πνευματική αναγέννηση του ελληνικού κράτους.

Επίσης, ο καλλιτέχνης σχεδίασε τις µακέττες όλων των ελληνικών κερµάτων από το 1973 ως το 1976 για την Ελληνική Δηµοκρατία, κατασκευάζοντας τις µήτρες τους σε ατσάλι, αρχικά σε συνεργασία µε τον Ι. Στίνη και αργότερα µε τους γλύπτες Θ. Παπαγιάννη και Ν. Περαντινό. Από την Τράπεζα της Ελλάδος συνταξιοδοτήθηκε το 1977.

Τα 35 χρόνια του Λάµπρου Ορφανού στο καλλιτεχνικό στερέωμα, σκιαγραφούν µία πολυδιάστατη φυσιογνωμία, η οποία διευρύνεται σε ένα φάσµα δραστηριοτήτων που ξεκινάει από τη ζωγραφική και τη χαρακτική και περιλαμβάνει επίσης τη σκηνογραφία, την εικονογράφηση βιβλίων, ηµερολογίων και περιοδικών, τη φιλοτέχνηση διαφόρων εντύπων, αφισών και γενικά χαρακτηρίζεται από µία έντονη απασχόληση µε τις γραφικές τέχνες στην Ελλάδα και στην Γαλλία. Τα παραδείγµατα που υπογραμμίζουν την πολυεπίπεδη δράση του είναι πάµπολλα καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του:

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο Λάμπρος Ορφανός σταματά να χαράσσει σε προσωπικό επίπεδο και στρέφεται καθολικά στη ζωγραφική με κυρίαρχο όγκο δημιουργίας την τοπογραφία in situ (ελαιογραφία, ακουαρέλα, παστέλ). Επίσης ασχολείται με την καταγραφή σκηνών λούνα πάρκ, εσωτερικών κατοικιών (interiorisme), και πορτραίτων. Εκτιμούσε ιδιαίτερα το έργο του Γάλλου ζωγράφου Pierre Bonnard. Μέσα από το ζωγραφικό του έργο μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την προσωπική εξέλιξη του καλλιτέχνη προς μία ιδιάζουσα, συγκρατημένη αφαίρεση, μέσω της χρήσης μίας ευρύτατης παλέτας χρωματικών αντιθέσεων.

Από το 1948 πήρε µέρος σε 8 Πανελλήνιες εκθέσεις (1948, 1952, 1957, 1960, 1963, 1967, 1971, 1973) και από το 1951 συµµετείχε σε όλες τις εκθέσεις της Λέσχης των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος µέχρι το 1969. Το 1994 πραγματοποιείται η πρώτη και τελευταία αναδρομική έκθεση, εν ζωή του χαρακτικού του έργου, στην Gallery Υάκινθος του Νίκου Γρηγοράκη στην Αθήνα.

Επιλέγει να συµµετάσχει κυρίως, σε πολλές διεθνείς εκθέσεις (Παρίσι, Λονδίνο, Λουγκάνο, Σαντιάγκο, Μπιενάλε Αλεξάνδρειας, Μπιενάλε Σάο Πάολο, Ρίο ντι Τζανέιρο, Στοκχόλµη, Ιερουσαλήµ, Τέλ Αβίβ, Χάιφα, Ρουµανία, Αργεντινή, Ηνωµένες Πολιτείες κ.α). Στη Μπιενάλε Αλεξάνδρειας το 1957 πήρε τιµητική διάκριση για το έργο του «Πουλιά» όπως και Βραβείο Χαρακτικής.

Ήταν µέλος του Καλλιτεχνικού Επιµελητηρίου της Ελλάδος, των Ελεύθερων Καλλιτεχνών του Παρισιού, του Salon d’Automne και του Τµήµατος Χαρακτικής της Societe Nationale des Beaux Arts.

Ο Λάµπρος Ορφανός ανήκει στους κορυφαίους δηµιουργούς της εποχής του. Εντούτοις, το όνοµα και η πολύτιµη προσφορά του στη νεοελληνική τέχνη και ιδιαίτερα στη χαρακτική, αρχίζουν δειλά να αναγνωρίζονται µόλις από το 2010 και µετά και να παίρνουν πλέον τη θέση τους στην ιστορία της νεοελληνικής τέχνης. Από την πρώτη του εµφάνιση στο καλλιτεχνικό προσκήνιο και σε όλη τη διάρκεια της δηµιουργικής του πορείας, οι κριτικές του τύπου υπήρξαν πάντα επαινετικές για το έργο του, διακρίνοντας τις αρετές του τόσο στη ζωγραφική, όσο και τη χαρακτική του δεινότητα.

Έργα του βρίσκονται στις συλλογές των Υπουργείων Εξωτερικών, Πολιτισμού, Παιδείας και Τουρισμού, καθώς και στις συλλογές των Τραπεζών της Ελλάδος, Πειραιώς, Alpha Bank, του ΜΙΕΤ και της εταιρείας Αγέτ-Ηρακλής. Επίσης, έργα του κοσμούν την Εθνική Πινακοθήκη, τα Μουσεία Γ.Ι. Κατσίγρα, Ακροπόλεως, Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού, Νομισματικού, Αλεξ. Κοντόπουλου και Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή. Επιπλέον, έργα του συγκαταλέγονται στις συλλογές των κυριότερων δημοτικών πινακοθηκών, μουσείων, ιδρυμάτων, ιστορικών αρχείων, πανεπιστημίων, και βιβλιοθηκών της Αθήνας και της ευρύτερης Ελλάδας.

Επιπροσθέτως, έργα του βρίσκονται στις συλλογές της Βιβλιοθήκης της Βοστώνης, του Μουσείου Τέχνης του Portland, του Ιδρύματος Γκεττύ των Ηνωμένων Πολιτειών, και στη Βασιλική Συλλογή της Σουηδίας. Ακόμα, κάποια έργα του υπάρχουν στις Κεντρικές Τράπεζες της Γαλλίας, του Βελγίου, της Ελβετίας, της Αυστρίας, του Καναδά και της Χιλής, ενώ άλλα βρίσκονται στις Ελληνικές Πρεσβείες της Αυστρίας, της Ουγγαρίας, του Περού και της Νοτίου Αφρικής. Τέλος, έργα του περιλαμβάνονται στις συλλογές των Υπουργείων Εξωτερικών του Μεξικού, του Ισραήλ, και της Ρουμανίας, όπως και σε μεγάλες ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ