15.9 C
Corfu
Τετάρτη, 6 Μαΐου, 2026

Άννη Νούνεση “14+1 Κερκυραϊκές Ιστορίες” Διηγήματα

“Έγραψα όπως τους άκουγα να μιλάνε, όμως καμία ιστορία από όσες περιγράφω δεν είναι αληθινή μα και καμιά δεν είναι και απόλυτα της φαντασίας μου.

Κανένας ήρωας δεν υπήρξε όπως τον περιγράφω και καμιά ηρωίδα δεν πέθανε όπως τη σκότωσα.

Σε καμία ιστορία δεν είμαι «εγώ», σε όλες είμαστε εμείς, μέσα στους ήχους της μουσικής και της καμπάνας που χτυπούσε την ώρα που γεννιόμαστε και που μαζί με την μπάντα και τη λιτανεία όρισε κατά πολύ τον τρόπο της ζωής μας και της σκέψης και των συναισθημάτων μας”.

Άννη Νούνεση

«Τα διηγήματα της Άννης Νούνεση αποτελούν ένα περίπατο σ’ ένα θαυμαστό κόσμο που μάλλον δεν υπάρχει πια.

Αφορούν καταστάσεις που έχουν διαδραματιστεί στο ημίφως, που δεν λέγονταν όσο συνέβαιναν, αν και όλοι τα ήξεραν ενώ καμιά φορά συνήθιζαν να τα ψιθυρίζουν αλλά ως εκεί. Η αισθαντική διεισδυτικότητά της, η παρατηρητικότητά της, η μνήμη της, τής επέτρεψαν να τα διακρίνει, να τα ξεχωρίσει, να τα θυμάται. Ο λόγος της και η γραφή της, της επέτρεψαν να μας τα μεταφέρει.

Το πεδίο παρατήρησής της είναι η αστική Κέρκυρα αλλά και οι άνθρωποι που κινόντουσαν γύρω απ’ αυτήν, άνθρωποι του χωριού ή ο λαϊκός κόσμος της Πόλης και του προαστίου. Όχι τόσο η σημερινή Κέρκυρα, όσο αυτή των περασμένων δεκαετιών που διέσωζε μνήμες και συμπεριφορές που καταγόντουσαν από τους παλιούς αιώνες, κυρίως από τη βενετική, τη γαλλική και την αγγλική περίοδο και όσα ακολούθησαν. Αλάνθαστη μαρτυρία αυτής της ιστορίας και κυριότερο ίχνος της, η γλώσσα, που για τη Νούνεση είναι η αστική Κερκυραϊκή γλώσσα. Όχι γενικά «τα Κερκυραϊκά», τα «Κορφιάτικα» όπως συνηθίζουμε να λέμε κάπως βιαστικά και αγνοώντας τη διάκριση μεταξύ της γλώσσας του χωριού (που κι αυτή έχει μεγάλες διαφοροποιήσεις από περιοχή και περιοχή, από χωριό σε χωριό), της γλώσσας των προαστίων (ας υπενθυμίσω τις γλωσσικές διαφορές μεταξύ Μαντουκίου και Γαρίτσας, Κοτσέλα, Καπουτσίνων) και της αστικής γλώσσας της Πόλης, που βέβαια κι αυτή διακρίνεται και είναι διαφορετική ανάλογα προς το κοινωνικό στρώμα που τη μιλά και τη γειτονιά στην οποία ομιλείται ή ομιλούνταν.

Επειδή οι ιστορίες της Άννης Νούνεση αφορούν κυρίως τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, η γλώσσα της διασώζει τον τρόπο που αυτά εκφραζόντουσαν (κι εφράζονται ακόμα εν μέρει), τρόπο κατάσπαρτο από βενετσιάνικες λέξεις αλλά και τους χαρακτηριστικούς γλωσσικούς τύπους της ελληνικής καθαρεύουσας που διδασκόταν παλαιότερα στα σχολεία. Δεν λείπουν βέβαια και οι λέξεις από τα γαλλικά και σπανιότερα τα αγγλικά, γλώσσες που για διάφορους λόγους είχαν μπει στην Κερκυραϊκή ζωή. Καθώς όμως σε κάθε ιστορία της εμπλέκονται και άτομα από άλλες κοινωνικές τάξεις, μεσαίες, κατώτερες, άνθρωποι του χωριού και του προαστίου, η συγγραφέας διασώζει και τα δικά τους ιδιώματα, καθιστώντας τα κείμενά της ένα γλωσσικό άτλαντα κι ένα μοναδικό μνημείο ενός κόσμου που χάνει από την παλαιά γοητεία του επειδή ισοπεδώνεται.

Αλλά η Νούνεση δεν διασώζει μόνο τη γλώσσα και τα διαφορετικά επίπεδά της. Διασώζει το πνεύμα της Πόλης, την ακατάβλητη λεπτή ειρωνεία του, την πικρία του καμιά φορά αλλά επειδή η Κέρκυρα έχει έναν εκλεπτυσμένο πολιτισμό, η ειρωνεία και η πικρία εκφράζονται και αποδίδονται με λεπτότητα. Μας μεταφέρει έτσι σε κόσμους συζυγικής απιστίας, ματαιωμένης σεξουαλικότητας, καμιά φορά και πεινασμένης σεξουαλικότητας, σε μοδιστράδικα και σε φούρνους, σε εσωτερικά διαμερισμάτων, χωρίς ποτέ να αγνοεί το Κερκυραϊκό μέτρο, εκείνη τη λεπτή γραμμή που μπορεί να κρατά όλες τις ιστορίες, ακόμα και τις πιο σκληρές ή τις πιο σκαμπρόζικες, μακριά από τη χυδαιότητα, μακριά από το περιττό και ανάρμοστο πάθος.

Το βιβλίο της συνδέει, τέλος, με μια μακρά Επτανησιακή παράδοση, εκλεπτυσμένης απόδοσης των ψυχολογικών και των κοινωνικών καταστάσεων. Μου έρχονται στο νου καθώς τη διαβάζω ο Λασκαράτος, ο Ξενόπουλος, ο Ρώμας, η Νινέττα Λάσκαρι και οι 2 Χυτήρηδες. Κείμενα γεμάτα μουσικές ήχους από καμπάνες και ανθρώπους που αιωρούνται μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου».

Καθηγητής Ν. Ε. Καραπιδάκης [Πρόλογος στο βιβλίο]

Απόσπασμα από το βιβλίο

Η  θ ε ί α  Μ α τ θ ί λ δ η

Η θεία Ματθίλδη ήτο πανύψηλη. Ψηλή και αφάνταστα αδύνατη. «Η θεία σας είναι οστεώδης», έλεγε ο ίδιος548 της, για να διευρύνει το λεξιλόγιο των ανιψιών του και να κατευνάσει συγχρόνως και τις ενοχές που είχε κάθε φορά που η γυναίκα του μίλαγε φράγκικα.

Το ύψος της θείας ήταν ένα μέτρο και ογδόντα εκατοστά.

«Ένα και ογδοήντα οκτώ, και μη σας πω και κάτι παραπάνω, είναι το ύψος μου», ανακοίνωνε, ανασηκώνοντας λιγάκι το δεξί φρύδι σε όσων το βλέμμα διέκρινε απορίαν διά την ασυνήθιστον εμφάνισήν της.

«Είχα γιαγιά Αυστριακή και παππού βασκικής καταγωγής», συμπλήρωνε.
«Ο παππούς ήτο εις την φρουράν, την αυτοκρατορικήν φυσικά, και η γιαγιά dame de compagnie της αυτοκράτειρας».

Δεν έλεγε ψέματα, γιατί οι παππούδες της είχαν έρθει ακολουθώντας την αυτοκράτειρα Ελισάβετ, τη Σίσσι, και είχαν εγκατασταθεί εις το Γαστούρι. Η αλήθεια ολόκληρη ήταν πως η γιαγιά ήταν βοηθός μαγείρισσας και ο παππούς ιπποκόμος. Η καταγωγή της γιαγιάς ήταν από τη Γαλλία, από την Αλσατία για την ακρίβεια, γι’ αυτό και η κουλτούρα της Ματθίλδης ήταν κατά το ήμισυ, και μη σας πω και παραπάνω, γερμανική.

Η θεία Ματθίλδη, λοιπόν, τα ήξερε όλα. Ήξερε να σε διορίσει, να φέρει κόσμο από το χωριό στην πόλη να ψηφίσει, να σε θάψει, να σε κάμει βασιλιά, να σε παντρέψει, να σε χωρίσει, να κάμει τον νοδάρο549, τον μεσίτη, τον σπιτσιέρη550, μα καλύτερα από όλα ήξερε να κάμει τον γιατρό.

Έγινε έτσι εις άπαντας γνωστόν ότι η θεία Ματθίλθη ήτο εις θέσιν να εκτελεί χρέη συμβούλου, ακόμη και κουράντε551, και άπαντες, συγγενείς και μη, συνέτρεχον διά τας συμβουλάς και τας υποδείξεις της.

«Α, ορτικάρια552 είναι αυτό», έλεγε ανασηκώνοντας το μόριον, «μην ανησυχείτε. Να παύσετε το πορτοκάλι και bicarbonato553, bicarbonatο, πλύσεις εις την κεφαλήν και τίναγμα, όχι σκούπισμα, τίναγμα τουλάχιστον τρεις φορές και βγάλτε του το σπασουάρ554, δεν είναι δυνατόν».

«Λεμόνι ανακατεμένο με ζεστή γλυκερίνη θα βάζετε στα χέρια σας για το σκάσιμο. Μα και διά τη δυσκοιλιότητα καλή είναι η γλυκερίνη», έλεγε.
«Αν δε της πεις πως έχεις θέμα με τας κενώσεις, θα σου διορίσει ένα πρώτης τάξεως σκιτσέτο555 με ολίγην γλυκερίνην φυσικά», συμπλήρωναν οι γνώστες.
Τ’ άκουσε όλα αυτά η υπηρεσία η καψερή, άνθρωπος σεμνός και πράος, και λέει του γιου της, ο οποίος εταλαιπωρείτο εκ του εντέρου του σφόδρα:
«Δεν έρχεσαι, μάτια, στη χώρα, στην κυρα-Ματθίλδη, που ξέρει από σμπαρόματα556 να σου κάμει τίποτις να
σε σιάσει;».
Είχε ο άχαρος να πάει τσι βατσουνιές557 πάνω από βδομάδα και έτρεμε τόσο από την ανημπόρια, που μόλις άκουσε που η κυρα-Ματίλντη θα τονε σιάσει είπε το ναι και ανέβηκε στη λίσα558 να κατεβεί στη χώρα, παρόλο που εκοντεύανε γιορτάδες και είχε μπάσε βγάλε με τα γάλικα559.
Όλο τον δρόμο ετρωγότανε και έλεγε της μάνας του:
«Να κάτσω, ωρή, ή να μην κάτσω, να κάμω το σκιτσέτο560 ή να σαρτέψω561 και να αρεντέψω562;»
Μα δεν κόντεψε να κατεβεί από τη λίσα563, και με τους πόνους που είχε στην κοιγιά564 βρέθηκε να ανεβαίνει
δυο δυο τα σκαλιά της κυρίας Ματθίλδης, εβρισκόμενος σε χρόνο μηδέν μπρούμυτα εις το στρωμένο με λευκό σεντόνι ντιβάνι της κυρίας, κρατώντας τα χέρια του επάνω στο στομάχι του και υπακούοντας τας διαταγάς της «νοσοκόμας» Ματθίλδης.
«Έτοιμο το νερό», τους άκουσε να λένε, «με μια στα-
γόνα λάδι και τότση565 γλυκερίνη είναι έτοιμο».

Στάθηκαν στη συνέχεια από πάνω του, η μάνα με μια λευκή πετσέτα ανοιχτή και η κυρία Ματθίλδη να κρατά το δοχείον.
«Ψηλά, ψηλά να ρέει κάθετο το νερό, και εσύ σήκωσε
αμέσως», του είπε, «το βρακί σου».

Βγάλε ήθελε να πει, μα σαν βαρύ της φάνηκε, γιατί φοβήθηκε μήπως τρομάξει τον Θεόδωρον. Συνέχισε όμως να δίνει διαταγές διά την υψηλοτέραν τοποθέτησην του δοχείου και «προσοχή, θα μας κρυώσει το νερό», έκραξε.
Τρόμαξε δε τόσο πολύ με τη φωνή αυτήν τον Θεόδωρο, ο οποίος γύρισε απότομα ανάσκελα και έσπρωξε την υπηρεσίαν, η οποία κρατούσε το δοχείον από το οποίο, με την απότομη σπρωξιά, ξέφυγε το λάστιχο από το σερβιτσιάλι566 και άρχισε το σκιτσέτο567 να κάνει βόλτες στον αέρα απότομες, καταβρέχοντας με νερό ζεστό, γλυκερίνη και λάδι κατά κύριον λόγο τον κότσο της Ματθίλδης, η οποία στάτουα568, κατά το κερκυραϊκόν, εδέχετο ραπίσματα νερού άφωνος, διότι en attendant569 του είχανε γλιστρίσει του Θεόδωρου οι μουτάντες570.

548 ο ίδιος = ο σύζυγος 

549 νοδάρος = συμβολαιογράφος

550 σπιτσιέρης = φαρμακοποιός
551 κουράντες, ο = ο γιατρός
552 ορτικάρια = αναφυλαξία
553 bicarbonato = σόδα
554 σπασουάρ = προστατευτικό γεννητικών οργάνων
555 σκιτσέτο = κλίσμα
556 σμπαρόματα = φουσκώματα
557 βατσουνιά = βάτος
558 λίσα, η = κάρο
559 γάλικο, το = ο γάλος (το πουλερικό)
560 σκιτσέτο = κλίσμα
561 σαρτεύω = πηδάω
562 αρεντεύω = τρέχω
563 λίσα, η = κάρο
564 κοιγιά = κοιλιά
565 τότσο = λίγο

566 σερβιτσιάλι = κλίσμα
567 σκιτσέτο = κλίσμα
568 στάτουα = άγαλμα
569 en attendant = περιμένοντας
570 μουτάντα = σώβρακο

Η συγγραφέας

Γεννήθηκα, εδώ. Στην Κέρκυρα. 28η του Οχτώβρη, το 1949.

Δημοτικό στο ΣΤ’ Γαρίτσας. Γυμνάσιο στο Θηλέων.

Λονδίνο μετά. Κάτι σπουδές σε marketing και γλώσσες. Business administration και σχολή γραμματέων.

Μετά δουλειά σχετική, στο Λονδίνο και στη Γενεύη. Στη συνέχεια δούλεψα στον Τουρισμό, από το 1972 έως το 1984. Από το 1984 διδάσκω Αγγλικά (σημ. εκδότη: και γράφει μοναδικά, ατόφια, Κερκυραϊκά…).

Συνεργασίες με τοπικές εκδόσεις, όπως το υπέροχο «Πορτόνι»… Επίσης χάρισε κείμενά της στην παράσταση «H μνήμη είναι η Υπηρέτρια» του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κ., στο Mon Repos…

Πηγή: periplous.gr

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ