16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Όταν ο Ντίνος Θεοτόκης περιέγραφε ένα πρωϊνό στον Μαρκά των αρχών του 20ού αι.

Το απόσπασμα – μαρτυρία, πανάκριβη και ζωντανή, απ’ την «Τιμή και το Χρήμα» του 1914, με αφορμή τα 80 χρόνια απ’ τον αφανισμό της Αγοράς.

Επιμέλεια: Ηλίας Αλεξόπουλος

› Βασική φωτό: αρχείο Χακίμ Μισραχή

Πολυδιαβασμένο. Κλασικό. Για την εποχή του, ανατρεπτικό˙ μια ηθογραφία πέρα απ’ τα συνήθη, έως τότε, ειδυλλιακά τοπία και ωραιοποιημένα μοτίβα. Αλλά «δείχνοντας» με προτεταμένο δείκτη, καταγγελτικό, κοινωνικά αδιέξοδα, ασφυκτικά διλήμματα, ηθικές και μη προκαταλήψεις, πάθη, ωφελιμιστικές υποκρισίες σκαρφαλωμένες σε βωμούς στο σχήμα απ’ το τάλαρο – κι ένα αδυσώπητο ερώτημα να εμφανίζεται αόρατα με συγκλονιστική (και άβολη) συνέπεια: «Ποιος φταίει; Και ως πότε;».

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Θεοτόκη, «Η Τιμή και το Χρήμα». Το πρώτο απ’ τα μεγάλα έργα του. Φιλοξενία πρώτη, στο «Νουμά» του ’14 – γραμμένο, ωστόσο, πριν απ’ τους Βαλκανικούς. Κι αφιερωμένο «με θαυμασμό και άπειρη φιλία» στη σπουδαία, Ειρήνη Δενδρινού.

Η ΚΕΡΚΥΡΑ της εποχής. Προάστιο και χώρα. Δοσμένη μέσα από μελετημένα δομημένους χαρακτήρες˙ η σιόρα Επιστήμη η Τρινκούλαινα, η Ρήνη, ο Ανδρέας… Όλα αυτά μαζί. Και κάτι ακόμα: μια παρακαταθήκη. Μια μαρτυρία, γλαφυρή και ολοζώντανη. Της λαϊκής μας ιστορίας. Της ιστορίας της καθημερινότητας του τόπου. Τότε. Στο μπάσιμο του αιώνα: «Έτσι ήταν ο Μαρκάς…»

H ιστορική έκδοση “Ελευθερουδάκη”, 1921

Κεφάλαιο 12, σελ. 94 – 98, απ’ την πρόσφατη (2019) έκδοση της Ανοιχτής Βιβλιοθήκης (Open book), σε επιμέλεια Γιάννη Φαρσάρη…

Είτανε οχτώ η ώρα της αυγής. Η χαραχτηριστική κι όμορφη πλατεία της Σπηλιάς είταν γιομάτη κόσμο: εμπόρους που εκάναν τες δουλειές τους, βαστάζους που εκουβαλούσαν τσουβάλια και βαρέλια, κάρα, που άλλα τα σέρναν άλογα, άλλα άνθρωποι, φορτωμένα δέρματα, σακιά, σανίδες, βαρέλια, κάσες ή και άδεια επηγαινοερχόνταν κάνοντας μεγάλον πάταγο, που ενωνότουν με τη βαβούρα των ανθρώπων.

Στα μαρμαρένια σκαλοπάτια της αγοράς, ή του Μαρκά όπως την λεν’ οι Κορφιάτες, εκείνην την ώρα ανεβοκατέβαιναν καλοντυμένος κόσμος: παλαιοί αρχόντοι, νιόπλουτοι, έμποροι, γιατροί, δικηγόροι· είταν η ώρα που οι καλοστεκάμενοι εψώνιζαν. Μέσα, κάτου από ένα πλατύ πλακόστρωτο περιστύλιο επουλούσαν κρέατα και ψάρια, και κάτου από τη γυαλουσκέπαστη αυλή λάχανα, οπωρικά και σπάνια λουλούδια.

Οι φωνές των πουλητάδων αντηχούσαν απ’ όλα τα μέρη. Οι ψαράδες πίσω από το πέτρινο πλακόστρωτο πεζούλι, που ετρογύριζε γύρω γύρω το περιστύλιο, ψηλότερο και σκεπασμένο με ξύλο εκεί που είταν τα κρέατα, που εκρεμόνταν κόκκινα και κίτρινα κομμάτια μικρά και μεγάλα, από σιδερένια αγκίστρια, επαινούσαν φωνάζοντας τα ψάρια τους, που κάποια, κόκκινα, μαυριδερνά, ή ασημένια, ελαχταρούσαν ακόμα ψοφώντας απάνου στες πλάκες, άλλα είχαν τσιρώσει κ’ είταν γυρτά σα δοξάρια, κι άλλα τέλος είταν μαλακά, χτυπημένα στα δίχτυα και ψόφια από πολλές ώρες.

«Ξενήντα λεφτά τα ψάρια! Ξενήντα η ανεμότρατα! Ξέντε δεκάρες!» έλεγε μία όμορφη μεταλλική φωνή· και στον ίδιο καιρό ο λαχανάς τραγουδιστά επρόσφερνε το είδος του, ραντίζοντας τα πράσινα χόρτα που είταν απλωμένα στην αυλή, πάνου σε ξύλινα κατηφορητά κρεβάτια: «Πέσκλα, σέλινα, πετροσέλινα, σινάπια, σπανάκια, πάρτε, πάρτε!»

Και παρέκει ένας άλλος επουλούσε τα οπωρικά του που είταν απλωμένα και κείνα στα ίδια ξύλινα κρεβάτια, μέσα σε κανίστρια και κοφίνια: χρυσά πορτοκάλια και κινέτα, κίτρινα λεμόνια, φρούτα ξερά, κ’ εφώναζε ως κ’ εκείνος με βραχνιασμένη φωνή: «Ξάρτε, πάρτε! Αλυκά νεράντζια, λεμόνια, κινέτα!» Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν.

Οι ψαράδες εγνώριζαν όλον τον κόσμο. «Κόντε μου!» έκραζαν έναν ψηλό, λιγνό, μισόκοπον άντρα, που βιαστικός επερνούσε, «κόπιασε· σού ‘χω ψάρι για το τραπέζι σου.» «Γιατρέ, κόπιασε!» «Ψυχάρη μου, σού ‘χω ό,τι θέλεις.»

Προσωπογραφία του Ντ. Θεοτόκη, έργο του Κερκυραίου ζωγράφου, Ανδρέα Βρανά

Μία βαριά μυρωδιά από ψαρίλα, από νωπά κρέατα, από σάπια λαχανικά εφούντωνε όλον τον αέρα, μα κανένας δεν την επρόσεχε. Όλοι όσοι εψώνιζαν εγνωριζόνταν συνατοί τους, γιατί κάθε μέρα εβλεπόνταν, κ’ εχαιρετιόνταν μ’ ευγένεια· οι σπάνιοι, από τους λίγους παλαιούς αρχόντους που απομνήσκαν ακόμα, με αδερφικά χαιρέτια συνατοί τους σε ιταλική γλώσσα, οι νιόπλουτοι και οι έμποροι περήφανοι και καλοντυμένοι εκοίταζαν πρώτα κατάματα και επρόσμεναν το χαιρετισμό, οι γιατροί κ’ οι δικηγόροι καθένας με ξεχωριστό τρόπο, σύμφωνα με το χαραχτήρα τους, με τα συφέροντά τους και με τες ιδέες τους. Κι όλον αυτόν τον κόσμο τον ακολουθούσε, κάθε άνθρωπο, κ’ ένα παιδί δώδεκα ως δεκατεσσάρω χρονώ ξυπόλητο, κακοντυμένο, με σκούφο ή με ψάθα στο κεφάλι, μ’ ένα κοφίνι κρεμασμένο στο χέρι όταν εψώνιζαν, περνασμένο από το λαιμό και πισώπλατα όταν εμπαίναν στην αγορά, ψηλά απάνου στο κεφάλι όταν εφεύγαν.

Ένας παλαιός άρχοντας, ένας γέρος, ψηλός, ωραίος, ασπρογένης και μέτρια ντυμένος, εσεργιάνιζε, όπως το ‘κανε κάθε μέρα, στο περιστύλιο, ανάμεσα στον κόσμο που τον ήξερε, με τον υπασπιστή του, έναν άλλον ηλικιωμένον άνθρωπο, πλιο παχύ, πλιο μικρό, με πλιο μεγάλα και πλιο άσπρα γένια, πλιο προστυχότερα ντυμένον, και που περπατούσε στο πλάι του με τα χέρια στες τσέπες, κρατώντας από μέσα από τη μία τσέπη του ορθό το χοντρό του μπαστούνι, σαν οι αξιωματικοί το σπαθί τους. Από χρόνια και οι δυο τους ερχόνταν αυτήν την ώρα στην αγορά για να βλέπουν τι εψώνιζε ο κάθε νοικοκύρης για το σπίτι του.

Εμιλούσαν ιταλικά μεταξύ τους και καθώς εδιάβαιναν άκουσαν έναν έμπορο να παζαρεύει περήφανα ένα ακριβό ψάρι. «Magna ben questo qua!» (Τρώει καλά αυτός!) είπε ο άρχοντας στο σύντροφό του. «Xe in tochi falio» (είναι καταχρεωκοπημένος) του απάντησε ο υπασπιστής, κ’ εσηκώθηκε στες μύτες των ποδιών για να ιδεί τι είχε ψωνίσει κάποιος που επερνούσε σιμά τους και που τους είχε χαιρετήσει.

«Adaseno?» (Αλήθεια;) έκαμε ο άρχοντας, ενώ εκαλημέριζε χαμογελώντας έναν πλούσιο που, ως έλεγαν, είχε πέντε εκατομμύρια, και που διάλεγε πάντα τα φτηνότερα πράγματα για το σπίτι του, κλαίοντας τη φτώχεια του, την πολυτεκνία του και ζητώντας χάρισμα ένα ψαρούλι από τον πουλητή του. «No el se vergogna; e el gha tanti tesori!» (Δεν ντρέπεται· κ’ έχει τόσο βιος!) είπε ο άρχοντας. «No la ghe pensa» είπε ο άλλος, «el sona ogni giorno tante strapazae dai pescaori!» (Έγνοια σου και μαζεύει κάθε μέρα βρισιές από τους ψαράδες!)

Αυτήν τη στιγμή ήρθε στην αγορά κι ο Αντρέας. Τον ακολουθούσαν δύο βαστάζοι που βιαστικοί ερχόνταν κατόπι του, φέρνοντας στο κεφάλι μεγάλα στρογγυλά κοφίνια παρόμοια σε δίσκους πλεχτούς, γιομάτα ψάρια, βαστώντας στα δόντια το καπέλο τους και κρατώντας σε ισορροπία το φόρτωμά τους με τα δυο τους χέρια. Εβημάτιζαν με λυγισμένα γόνατα σα να εχόρευαν, ξυπόλητοι και ξεμανίκωτοι. Μπροστά στους ψαρολόγους εξεβοήθησαν· και τώρα οι τρεις τους τα αράδιαζαν είδος είδος, σελίδες σελίδες, απάνου στες πλάκες, ενώ οι πουλητάδες αρχίζαν να φωνάζουν τα παζάρια τους. «Τα μπαρμπούνια, οι μπακαλάροι της ανεμότρατας τέσσερις δεκάρες!»

Είταν ψάρι πολύ στην αγορά και επηγαινοερχόνταν ο κόσμος, κι όλο εσεργιάνιζε ανάμεσα στους ανθρώπους ο παλαιός ο άρχοντας κουβεντιάζοντας ιταλικά με τον υπασπιστή του…»

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ