16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Το Δημοτικό μας Θέατρο (I): Στου Τεμπονέρα, γι’ «αμπονέ»…

Με αφορμή τα σαν σήμερα (7/12/1902) εγκαίνια του παλαιού Δημοτικού Θεάτρου…

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

Δημιουργήθηκε σε μία εποχή που το λυρικό θέατρο, η βασική του έκφανση, έπαιρνε πια την κατιούσα. Κι όμως… Δεν υπήρξε παλαιός Κερκυραίος που να μιλήσει για «άκαιρη δουλειά». «Το Θέατρό μας», έλεγαν. Και γυάλιζε το μάτι τους…

Κόστισε πολύ (κι ένα γενναίο μετρικό το επωμίστηκαν οι ίδιοι), σε χρόνους, οικονομικά, στενάχωρους. Κι όμως… Μπορεί, που λέει ο λόγος, το τσουκάλι να ‘χε θέμα, ο οβολός, ωστόσο, το πουγκί στέναξε πρόθυμα, για να θεμελιώσει άλλη μία πέτρα. «Το καμάρι μας», έλεγαν. Και μέρευε η ψυχή τους…

Σε σύγκριση με το (παλαιό) San Giacomo, η καλλιτεχνική του προσφορά και η εν γένει του «οντότητα» μέσ’ την διεθνή μουσικοθεατρική κοινότητα, υπήρξε δυσανάλογα τρανή. Και το χρονικό του εύρος, σύντομο. Κι όμως… «Υπάρχει πιο μεγάλο στα Βαλκάνια;» απάνταγαν. «Άλλο τόσο ωραίο ή με τέτοια ακουστική;». Kαι έπαυε η συζήτηση. Εκεί…

Το παλιό Δημοτικό Θέατρο, «το Θέατρό μας». Ποτέ του σκέτο, πάντα με το «μας»˙ ένα «μας», τρία γράμματα μονάχα, με την (ίδια) δύναμη του «α» στο «σ’ αγαπάω» (που κάνει το «σ’ αγαπώ» να μοιάζει με βρισιά). Φτιαγμένο, λες, όχι από ξύλο κι από πέτρα˙ μα, από σάρκα και πνοή. Κι ένας μύθος, ο μύθος του, χτισμένος, μοιάζει, όχι πάνω σε άοσμα λογικο-μαθηματικά κριτήρια (ένα κι ένα κάνουν δύο…), αλλά σε πόθους, ιδέες, συναισθήματα.

Το θυμικό˙ με τους δικούς του νόμους. Και τούτο (λες και) όρισε: γεννημένο να αγαπηθεί. Ακουγόταν σαν ευχή. Ήταν (και) κατάρα – το ίδιο υλικό που «έχτισε», υπό μία οπτική, το μύθο ενός James Dean κι ενός Jim Morrison: γεννήθηκαν όμορφοι. Tαλαντούχοι. Προκάλεσαν το θαυμασμό. Δημιούργησαν. Έλαμψαν. Είχαν ελαττώματα, αλλά ένα μαγικό ραβδί τα πέταγε μακριά, πριν τσαλακώσουνε το «είδωλο». Ώσπου κλήθηκαν να παλέψουν με τους «δαίμονες εαυτών». Έχασαν. Έφυγαν νέοι. Και η μυθολογία, που, για κάποιο αδιόρατο λόγο, πάντα γοητευόταν από τέτοιες ιστορίες, θέριεψε το θρύλο τους. Μέσα απ’ τον ίδιο τους το θάνατο.

Ισχύει και εδώ. Στο θρύλο του «Θεάτρου μας». Θα ‘ταν, άραγε, ο ίδιος, αν συνέχιζε να υπάρχει; Θα ‘στεκε, δεκαετίες τώρα, κάδρο στο σαλόνι, πάνω απ’ το παλιό ραδιόφωνο «Excelsior» (με τα χοντρά κουμπιά και την κολλημένη βελόνα) και το χειροποίητο σεμεδάκι στο «κεφάλι»;

Μια ευχή το γέννησε. Μια κατάρα το γιγάντωσε. Η κατάρα των δύο του θανάτων. Ένας, απ’ τις γερμανικές εμπρηστικές (1943). Κι ένας, από το κακόηχο χτύπημα του ξύλινου σφυριού, πάνω στο άλλοτε έδρανο του δημοτικού μας συμβουλίου (1952). Ας μείνουμε στο πρώτο – το ζητεί η μέρα: 118 χρόνια πιο πριν (1902). Η έναρξη. Τα εγκαίνια. Και μια γραφή, του Corfustories.com, που αποπειράται, γι’ αρχή, ν’ αναβιώσει, όχι την αυστηρή, ιστορική αλήθεια, αλλά το νόημα. Το κλίμα. Αυτό που «σήμαινε», «προκαλούσε» ή «όριζε» το παλαιό Δημοτικό μας Θέατρο, για την καθημερινότητα του τόπου…

Επικαιροποιημένη δημοσίευση απ’ το μεγάλο αφιέρωμα της έντυπης έκδοσης του C.S. (τ. 8, Σεπτέμβριος 2018)…

KΑΙ «ΧΤΥΠΑΓ’» η αδημονία, τρία forte. Κυράδες και νοικοκυραίοι. Έμποροι, επαγγελματίες, παλιές αριστοκρατικές φαμίλιες, ευγενείς και νέοι, ανερχόμενοι αστοί. «Κόντηδες», αρχοντολόι, πληβείοι και ποπολαριό. Θέμα – πρωτομάστορας στο καθημερινό κουβεντολόι, αιώνες τώρα, απ’ τα χρόνια του San Giacomo˙ που τέλη του χίλια εννιακόσια δυο, ενόψει απ’ τα εγκαίνια της διάδοχης εστίας του, του «νέου θεάτρου» (έτσι το λέγαν’ τότες, «παλαιό» το λέμε ‘μεις), επανερχόταν με ενθουσιασμό και παρακάλι: «Η όπερα!». Απλά. Και όλοι καταλάβαιναν…

ΟΙ ΕΥΠΟΡΟΙ αρχόντοι, άνετοι. Είχαν κλείσει εγκαίρως θεωρείο (οι «θεωρειούχοι»), είτε «αμπονέ» (κατ’ αποκλειστικότητα μίσθωση – πρώτη σειρά οι επαγγελματίες κι έμποροι, δεύτερη οι παλαιές οικογένειες της χώρας), είτε σε συνεννόηση με «τον κυρ-εργολάβο». Οι άλλοι, πάλι, μ’ αγωνία: θα βρίσκαν’, άρα, εισιτήριο; Θα μάζευαν τα όβολα, για να πληρώσουν το –όχι ευκαταφρόνητο- αντίτιμο;

ΜΟΝΟ που για μια φάρα «μανιωδών θεατροφίλων», όπως γράφει ο Νικόλαος Λάσκαρις (σελ. 51), το μεγαλοπρεπές νέο θέατρο, σήμαινε a priori, ο κόσμος που να χάλαγε, και τη δική τους παρουσία – ήταν, διάολε, και θέμα καταξίωσης, αναγνώρισης της κοινωνικής τους «πάστας»˙ «…ακόμη και οι λαϊκές τάξεις του Μαντουκιού και της Γαρίτσας έκαναν κάθε θυσία, προκειμένου να μπορέσουν να πληρώσουν το εισιτήριό τους» σημειώνει ο Πέτρος Αυγερινός (σελ. 1/90). Και ο Σουρτζίνος (σελ. 72), ίδιο κλίμα, προσθέτει πως «έκαναν οικονομίες και στο φαγητό τους ακόμη». Και συμπληρώνει ο Αγιούς (σελ. 218) ότι συχνά, χρειαζόταν «να πουληθούν πολλά χάλκινα σκεύη κουζίνας, για να εξασφαλίσουν στους φτωχούς τους ιδιοκτήτες το εισιτήριο εισόδου».

ΠΡΑΓΜΑΤΙ, παραμονές κάθε ιταλικού θιάσου (πόσω μάλλον του ιστορικού opening) το Δημόσιο ενεχυροδανειστήριο, στα Μουράγια, το «Mόντε», που ‘χε ιδρύσει στα 1630 ο τότε Προβλεπτής, Ανδρέας Πιζιάνης, κατά τα πρότυπα του «Santo Monde di Pieta» της Βενετιάς (στο «Λόφο του Ελέους»), γνώριζε μεγάλες πιένες. Και μόλις τα τεντζερέδια έδιναν σκυτάλη στ’ όβολο, τρέξιμο ίσαμ’ όξω απ’ το «καφενείο του Στράτη» (το σημερινό «Liston»), το παραδοσιακό πόστο των πωλητών εισιτηρίων κάθε παράστασης, που ερχόταν στο νησί, μαζί με το κουρείο του Τσαγαράκη και το καπνοπωλείο του Περατικού…

ΚΑΙ ΜΕΤΑ, άραγμα, κάτω απ’ το μεγάλο δέντρο απέναντι απ’ το «καφενείο του Μουσούρη» για ν’ ακούσουν άλλη μια διήγηση κάποιου γηραιού «από τα τότες»… Για την υψίφωνο, που την κουβαλούσαν στο σπίτι και το θέατρο μέσ’ την «Πορταντίνα»˙ και από πίσω, η μαρίδα να φωνάζει. Και τη μεγάλη μέρα, «της σεράτας», στεκόταν στο έμπα του San Giacomo βαστώντας δίσκο κι άφηνε ο Κερκυραίος, ντουγρού τα κολονάτα…

ΓΙΑ ΤΟΥΣ παπάδες που φρόντιζαν κι αυτοί να πάρουν γεύση -κι άποψη- από «τσι τζενεράλε». Τις βλαστήμιες των βαρκάρηδων, για το ποιος θα φόρτωνε τα μπαγκάζια «του τενόρου» σαν κατέβαινε, κολαριστός, απ’ το καϊκι και τον άλλονα, τον (ανεπίτρεπτ’) αμαθή, που κοίταε να καταλάβει ποιος ήταν, τέλος πάντων, ο κονιόρδος, «που ο κόσμος περίμενε με τόσο σεβασμό… “Τζώωωρτζηηη, ωρέ Τζώωωρτζη, δεν ξέρει τον τενόρο”…». Μα, και τον άλλο, που ‘χε «σφυριχτεί» στον «Ριγκολέτο» και τονε βρήκανε να κλαίει απαρηγόρητος, κρατώντας το γράμμα του δασκάλου του˙ του ‘χε μηνύσει να είν’ προσεκτικός, γιατί το κοινό της Κέρκυρας ήταν πιο δύσκολο κι απ’ της Σκάλας, περιμένοντας με ανυπομονησιά το τηλεγράφημα με το πολυπόθητο «Αpplaudeti Corfu» (χειροκροτήθηκα στην Κέρκυρα). Μα, έπειτα απ’ το κάζο, τι να (του) ‘γραφε και τι να του ‘λεγε του έρμου (Κωνστάντη – Ανδριώτη, σελ. 7, 20-21).

ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΚΑ, το ίδιο κλίμα˙ προετοιμασίες, που άναβαν το αγχωμένο σπαρματσέτο τους. Φράκα και αυστηρά, ημίψηλα. Φορέματα με κρινολίνα, δαντέλες και μετάξια, ξαραχνιάζονταν απ’ τις ντουλάπες. Και οι μεταλλικές δραχμές έβγαιναν γενναία απ’ του πουγκί και προσγειώνονταν στους πάγκους των εμπόρων, μ’ αντάλλαγμα ένα νέο, υπερβολικό καπέλο – φτεροκάπελο… ένα ολοκαίνουργιο παλτό, σφιχτά κολάρα… Βαριά βελούδα, τούλια, κρεπ ντεσέν, σιφόν και μουσελίνες, «λάμψη εμορφίας κοσμικής, με όλα της τα λούσα… παγόνια μ’ απλωτές ουρές, διαμαντικά και λοής – λοής πετράδια μοστραρισμένα σε πολύχρωμα σατέν», καταπώς θα ‘γραφε ο Κερκυραίος σκηνογράφος, Μάριος Αγγελόπουλος. Μια belle epoque αισθητική, που όριζε ακόμη τη φινέτσα.

ΜΑΖΙ ΚΙ ΑΥΤΕΣ… Οι θρυλικές «μονόπολες» (τα μακριά, μαύρα γάντια, ως το μπράτσο), απ’ «του Θωμά του Τεμπονέρα», στην «πιάτσα» (ακμαίος ως τον Πόλεμο στο έμπα της Νικ. Θεοτόκη, δίπλα στην μπιραρία του Χρυσομάλλη), που, κατά τον αστικό το μύθο (ή, έστω «όπως μας έλεγε η νόνα»), μόνο για το βράδυ της πρεμιέρας, πούλησε πάνω από 150 ζεύγη˙ «απ’ τ’ ακριβά» (Αγιούς, σελ. 218).

ΩΣΠΟΥ η μέρα έφθασε – 7 Δεκέμβρη του 1902, επόμενη τ’ Αγίου Νικολάου. Και όσο προχώραγε η ώρα, απογευμάτιζε, και πιάνανε δουλειά των φανοκόρων τ’ αναφτήρια…  κι όσο έπαυαν οι  φασαριόζικες φωνές των χαμινιών και των ντελάληδων και χάναν’ πια το ρόλο τους οι χάρτινες, υπαίθριες ρεκλάμες στα πλαίσια των τοίχων… τόσο «άναβε» το ‘σώψυχο. Όσοι βρήκαν, βρήκαν. Όσοι θα πήγαιναν, θα πήγαιναν…

ΗΔΗ, από νωρίς, στις πλάκες έξω απ’ το Θέατρο, είχαν πιάσει πόστο «τα λουστράκια», με το κασελάκι και τη βούρτσα τους, για μία τελευταία περιποίηση, του φράγκου. Έτριβαν, γυάλιζαν και έψελναν. Άρχιζε ο ένας «sotto voce», ακολούθαγε ο άλλος κάνοντας «σεκόντα» και χτυπώντας τα συμπράγαλα για να βαστήξει τέμπο… Ώσπου κάποιος ξέμπαρκος φακίνος (αχθοφόρος), παρτσινέλεβος, τράβαγε και τούτος την κορώνα του και κόρωνε το πράμα – κι έγραφαν οι εφημερίδες για το…παγκόσμιο φαινόμενο, πως «προκαλή κατάπληξιν εις του ξένους, οι οποίοι συνήντων εις τους δρόμους και λούστρους ακόμη να τραγουδούν μέρη αθανάτων μουσικών συνθέσεων». Κι επειδή δεν άντεχαν «το φάρτσο», «το παράδειγμα του Άγγλου, όστις, ενώ εγυάλιζε τα παπούτσια του, εσφύριζε τεμάχιον Λόενγκριν, κάνοντας φάλτσα και μετά νευρικότητος επιτιμιθέντος υπό του λούστρου, χαρακτηρίζει την ωραίαν εκείνην εποχήν» (εφημ. «Κέρκυρα», φ. 2/10/1937).

ΚΙ ΕΣΩΝΕ η όπερα. Κι έφθανε η άλλη μέρα, το πρωί. Και οι Κερκυραίοι, αφήνοντας σε μια γωνιά το κυάλι τους (τούτο κι ήταν σύνεργο απαραίτητο), φουσκωμένοι σαν παγώνια κάτου απ’ τις λόντζες, στην «κοντράδα» του Λιστόν, κρίση και εντύπωση, κοπλιμέντα και κουτσομπολιό. Για τη γάργαρη φωνή «τση πρίμας»… Τον τενόρο «που, στη ρομάντσα, εφαλτσάρισε»˙ και το σπετσερικό, που του ‘πρεπε «για να σιάξει το λαρύγγι»… Αλλά και για τον σιορ (τον) τάδε, που «ήθελε, τρομάρα του, και όπερα»… τη σιόρα δείνα˙ το ρούχο και την πόζα της… την «πονηρή» επίσκεψη, του «τζόβενου κορτάκια» στο θεωρείο, που ‘ταν η κόρη τ’ αλλουνού˙ ετούτο ‘δώ, πα’ να πει, κι αν ήταν «έθιμο». Ο, στα διαλείμματα ή πριν, πηγαινοερχομός φίλων, γνωστών και… υποψήφιων, θεωρείο σε θεωρείο. Χαιρετούρες, φιλοφρονήσεις, δημόσιες σχέσεις, πάρε – δώσε και, όχι σπάνια, «κορτάρισμα».  Διακριτικό και «υπονοούμενο», κατά τους τυποποιημένους «κώδικες ευγενείας».

«ΕΚΕΙ, αλλά και από μακριά, με τα κιάλια», περιγράφει ο δικηγόρος, Σπ. Βούλγαρης, «σαν βέλη εκτοξεύονταν οι φλογερές ματιές και τα πειράγματα με τα σημαδεμένα ριξίματα της σερπαντίνας (σ.σ. την καρναβαλική περίοδο) από το ένα θεωρείο στο άλλο και πλέκονταν ειδύλλια αληθινού ή ψεύτικου πάθους μέσα στην αχλή των γαλλικών αρωμάτων και των βαριά μακιγιαρισμένων προσώπων…»

ΗΤΑΝ, πλην της χαριτωμένης, ανάλαφρης προσέγγισης, ένα δομικό χαρακτηριστικό της σημασίας του θεάτρου στην κουλτούρα εποχής –στην Κέρκυρα και σ’ όλη την Ευρώπη: Η εξυπηρέτηση, όπως έγραψε ο Πλ. Μαυρομούστακος, «του ζητούμενου δημιουργίας ενός χώρου κοινωνικής συναναστροφής, συνεύρεσης, επικοινωνίας, αλλά και επιβεβαίωσης της κοινωνικής θέσης. Προβολής… Και καταξίωσης…»

Συνεχίζεται

ΠΗΓΕΣ

• Νικόλαος Ι. Λάσκαρις, «Ιστορία του Νεοελληνικού Θεάτρου», τ. Β’, Αθήνα, 1938.

• Πέτρος Αυγερινός, «Θεατρική ζωή στην Κέρκυρα, 20ός αιώνας», σε τόμο συνεδρίου «Το θέατρο μέσα από το έργο των καλλιτεχνών και την ιστορική μνήμη», τ. Γ’, Αργοστόλι, 2008.

• Μαρί Κωνστάντη-Ανδριώτη, «Ένας νοσταλγικός περίπατος», Κέρκυρα, 1995.

• Σπυρίδων Βούλγαρης, «Αναμνήσεις μιας περασμένης εποχής», Κέρκυρα, 1989.

• Πλ. Μαυρομούστακος, «Το θέαμα στον αστικό χώρο: η περίπτωση της Κέρκυρας» («Νεοελληνικό Θέατρο, 17ος-20ος αι. – Επιστημονικές Επιμορφωτικές Διαλέξεις»), Ε.Ι.Ε., 1996.

• Γιώργος Χ. Σουρτζίνος, «Τοπωνύμια, Γλωσσικές Μαρτυρίες στην ιστορική διαδρομή της Κέρκυρας», Ιστορική – Λαογραφική Ετ. Κέρκυρας, β’ έκδ., 2008.

• Μάριος Αγγελόπουλος, «Μνήμες και φαντασία, Όλα στο φως», Αθήνα, χ.χ.

• Κερκυραϊκές εφημερίδες εποχής και προφορικές μαρτυρίες (αρχείο Corfustories).

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ