16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Old Christmas / Στην «Πίνια» και στις «κουκουνάρες», σε μπάνκες και μαρκάντικα…

Μπαίνοντας στην εορταστική περίοδο, η «Πίνια» (αγορά) φορούσε τα καλά της και γεννούσε μνήμες, φιγούρες και εικόνες.

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

ΤΟΥΣ ΕΙΠΑΝ «πινιατόρους». Λαϊκές φιγούρες, αχθοφόροι, εκφορτωτές, θεληματάδες. Λούστοι, χαμάληδες των «παρτσιβέλων», τ’ αφεντικών, οι «άνθρωποι της σπέζας», φακίνοι, μίστροι, σαβιονίνοι, συχνά τους ξεπαπούτσωτοι, ξαμάνικοι, με μπαλωμένο το βρακοπαντέλονο, παιδιά του μεροκάματου, της πενταροδεκάρας, κάποτε αψείς, με βροντερή φωνή και χνώτο. Βρίζαν’, γελούσαν, κογιονάριζαν, τραγούδαγαν μεράκια με το «γάρμπο» τους («Από την Πίνια αρέντεψα να πάω στη Γαρίτσα / και μια κοπέλλα απάντησα με μια φιοράδα τρίτσα…» – πατήστε ΕΔΩ) – μα, με φιλότιμο, όξω καρδιά και μάλαμα. Συν τούτο: μια ιδιαίτερη σχέση με τον Άγιο.

«ΗΤΑΝ ΕΚΕΙΝΟΙ», γράφει ο Αγιούς (σελ. 263) «που είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα να σηκώνουν τα διάφορα λατρευτικά αντικείμενα του ναού στις λιτανείες»˙ σκόλες, φλάμπουρα, τορτσόνια και λαμπάδες. Και κάθε που ‘ρχόταν Μέγα Σάββατο, μετά τον επιτάφιό του, στολίζανε με βέρντε, δάφνες, πασχαλιές, με μύρτα και κορδέλες, το «μαστέλο». Το γιόμιζαν με θάλασσα και σαν χτυπούσε η καμπάνα, πρώτη Ανάσταση, άρπαζαν, για το καλό, κάποιον περαστικό και τον πετούσαν μέσα.

ΣΤΕΚΙ ΤΟΥΣ, η πιάτσα. Η πολύβουη αγορά (cale dei mercati). Ο «ομφαλός» της κερκυραϊκής ζωής. Με τους πλανόδιους πωλητές, με «μπάνκες και μπανκέτες», μαρκάντηδες, σπετσέρηδες και, σε συνέχεια απ’ τα χρόνια τα βενέτικα, «οι erbaroli με τα λαχανικά, οι forneri (που) πουλάνε τα μπαστούνια το ψωμί, οι scaletieri τα γλυκά τους και τις φρίτολες, οι beccari το κρέας, το casaroli τα τυριά, οι frutarioli τα φρούτα… » (Λάσκαρι, σελ. 101). Τα μπουτελιά, τα μαγερειά, τους καφενέδες, τα μπαρμπέρικα και τα τσαγκάρικα, ανακατώστρες μυρουδιές και πάσης φύσης συζητήσεις – κουτσομπολιό, αγνάντι και πολιτικά. Στην «Πίνια» – και στο κέντρο, η «Μπελάντσα»˙ εξ ου και «πινιατόροι».

Πηγή: sokatzou.blogspot.com

«ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΙΑ», πάει να πει στα ιταλιάνικα (Pigna). Σαν το σήμα, θυμάται ο Σουρτζίνος (σελ. 172), που φέραν’ στο καπέλο τους. Μικρόγραφο αντίγραφο της μεγάλης κουκουνάρας, που έστεκε (και πάντα στέκει) στην «καρδιά» της περιοχής. Κρεμάμενη, ψηλά˙ σήκωσ’ το μάτι σου. Διασταύρωση Φιλαρμονικής και Νικηφόρου Θεοτόκη.

ΔΕΝ ΗΤΑΝ / είναι η μοναδική εντός του χώρου που όριζε ανέκαθεν την «Πίνια» (από τον Άγιο μέχρι τα ψηλά «Ψαράδικα», Αγ. Βασιλείου ως πλ. Βραχλιώτη και παράλληλα, στη Μιχ. Θεοτόκη). Απλά, η πλέον εμβληματική˙ και η μόνη από σίδερο. Μια δεύτερη, θα βρεις στην είσοδο από τ’ αρχοντικό του παπα – Βούλγαρη, Αγ. Σπυρίδωνος 32. Μια ακόμη, ανάγλυφη, στο ύψος του δεύτερου ορόφου, γωνία Νικηφόρου – Μιχαήλ. Και η ίσως ωραιότερη, γλυπτή σε πέτρα, πάν’ απ’ το βενετσιάνικο πορτόνι «του Κομπίτση», απέναντι απ’ το ναό τ’ Αγιοβασίλη.

ΘΑ ΤΙΣ ΔΕΙΣ, τις «κουκουνάρες» (ασημένιες ή επίχρυσες), κάπου ακόμη: στις καταλήξεις των λαβάρων του Αγίου. Και σε καντήλια – αφιερώματα στον ιερό Σπυρίδωνα, σαν εκείνη «του ευγενούς Νικολάου Πολίτη, κατά το έτος 1642» (Αγιούς, σελ. 263).

ΔΕΝ ΤΟ υποψιάζεσαι απλά. Ισχύει: υπάρχει σύνδεση της «Πίνιας» με τον Άγιο. Παλαιά. Ιστορική. Ευθεία. Και βεβαίως πιο «βαθιά» απ’ την εξήγηση που έδιδε για τ’ όνομα της περιοχής ο Παπαγεωργίου στα 1889 (σελ. 333): «Εκ του κωνοφόρου καρπού της κουκουναριάς, ήτις ην ποτέ εκεί» ή την προφορικότητα της εκδοχής πως επί Ενετών η κουκουνάρα συμβόλιζε την αφθονία (κι εδώ, ως αγορά, της έπρεπε…).

Η ΑΝΑΓΩΓΗ μας πάει πίσω, τέλη του 16ου αι. Η απόφαση για τειχισμό του borgo (1877) σήμαινε και τούτο: το γκρέμισμα του έως τότε, παλαιού ναού τ’ Αγιοσπυρίδωνα, «εις τα μέρη του Σαρρόκου… εκτός του ξωπολίου των Κορυφών, παρά την όδόν του Αγίου Λαζάρου… απέναντι της βασιλικής Πύλης» / Porta Reale (Βούλγαρις – Μάνεσις, σελ. 30 – 31). Περιοχή, εξοχική κι εκτός του αστικού ιστού, που τότε ονομαζόταν έτσι, ακριβώς: «Κουκουναριά» (Κουκωναριά), «από τις πολλές κουκουναριές που υπήρχαν στο μέρος αυτό» (Σουρτζίνος, σελ.169).

Η «ΜΕΤΑΦΟΡΑ» του ναού του Σπυρίδωνος («της Κουκωναριάς») στη νέα του θέση, τη σημερινή, «κληροδότησε» κι αυτό: το τοπωνύμιο των πέριξ. Το ιστορικώς αδιευκρίνστο, ένα: να πήρε η «Πίνια» τ’ όνομα κι ακολούθησε, εξ αυτού, η τοποθέτηση της πρώτης κουκουνάρας (κι έπειτα των άλλων); Ή η τοποθέτησή της προηγήθηκε, συμβάλλοντας αυτή στην καθιέρωση του ονόματος της αγοράς;

ΑΓΝΩΣΤΟ. Ακόμη και για τους σχολιαστές του Ν. Βούλγαρι («Αληθής Έκθεσις…»), οι οποίοι (μέσα 19ου αι.) επιβεβαίωναν μεν πως παλαιόθεν «περί το κέντρον της αγοράς ήτο ανάγλυφος κώνος, απηωρημένος εκ σιδηράς ράβδου παπηγμένης ες τον τοίχον οικίας τινός» και ο οποίος «περιχρυσοθείς, διατηρείται εν τη αυτή θέσι», δίχως όμως να δύνανται να βεβαιώσουν «αν έκπαλαι υπήρχεν εκεί ο κώνος εκείνος, ή αν εσχάτων μόνον ετέθη, ως σύμβολον του ονόματος της Πίνιας» (σελ. 50-51).

ΑΝΤΙΘΕΤΑ, πιο γενναιόδωρη πληροφόρηση προσφέρουν για μια απ’ τις υπόλοιπες τρεις κουκουνάρες: τον «εμπεπιγμένο κώνο επί της θύρας της παρά τον Νάρθηκα της Εκκλησίας αναγερθείσης οικίας του Ιερομ. Γεωργίου Βουλγάρεως».

ΕΙΧΕ ΒΡΕΘΕΙ, μας λέν’, κατά τις αρχές του 19ου αι. «έσω του θόλου της εκκλησίας του Αγίου, γλυπτόν μάρμαρον, παριστάνον μορφήν ημίσεως κώνου». Πριν τοποθετηθεί στου Βούλγαρι, είχε μεταφερθεί στις αποθήκες του ναού. Εκτιμάται, δε, ως βασική αναφορά στο χρονικό «μεταφοράς» του ονόματος «Κουκουναριά» από την παλαιά περιοχή (Σαρόκο) στη νέα (πιάτσα). Πάνω σ’ αυτή τη συλλογιστική: «Αν, ως κατά την κοινήν παράδοσιν λέγεται, ο τόπος της σημερινής εκκλησίας και της γειτνιαζούσης αγοράς έφερεν άλλοτε τ’ όνομα Κουκωναριά, νομίζομεν ότι τούτο συνέβη μετά την επ’ αυτού ανέγερσιν της παρούσης εκκλησίας, μεταδοθέντος εις αυτόν του ονόματος της θέσεως όπου υπήρξεν η αρχαία, ότε και σύμβολον της εγκαταλειφθήσης πρώτης θέσεως, η μαρμάρινος μορφή του κώνου είχε πιθανώς τεθή ως κόσμημα εις μέρος τι της νέας οικοδομής, και συνήργησεν εις την μετάδοσιν του ονόματος εκείνου, ούτινος παρατροπή φαίνεται το ξενόφωνον Πίνια» (ό.π., σελ. 51).

ΓΙΟΡΤΑΔΕΣ μέρες… Κι έσφυζε η «Πίνια» από κίνηση, φωνές και όβολα. Μελίσσι σκέτο, παζαρέματα, καλούδια, μυρουδιές, για το τραπέζι «του Χριστού» και για του νέου χρόνου. Ίσαμε κάτου, τα βόρτα τ’ Αγιαντώνη, με την αφήγηση του π. Τσίτσα ν’ ανασύρει απ’ τα μνημονικά εικόνες «από τις μπάνκες, τα κινητά μαγαζιά που στήνονταν πρόχειρα τις παραμονάδες… Κυρίως είδη μαναβικής και μάλιστα ξερούς καρπούς και είχαν τα εμπορεύματά τους πάνω σε χαμηλά κάρα, ενώ οι ευκαιριακοί μαγαζάτορες, για να προφυλαχτούν από τις πυκνές βροχές του Σαρανταήμερου, καθόνταν κάτω από τα βόλτα». Κι άμποτες η πιάτσα ερημωνόταν απ’ το νερό, «οι άνθρωποι εκείνοι ενώνονταν σε πρόχειρα κόρα και ψάλλανε το “Η Γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών”, στο ντόπιο ιδίωμα και με τέτοια αρμονία που θα την ζήλευαν οργανωμένα συγκροτήματα…»

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ στην παλιά Κέρκυρα. Ας είν’ ετούτη η «εισαγωγή» για όσα, μέρα – μέρα, πλησιάζοντας προς 25, θα βγουν απ’ το συρτάρι…

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

«Αληθής Έκθεσις… παρά Νικολάου του Βουλγάρεως… εξελλινισθείσα μετά σημειώσεων και προσθηκών υπό Ν.Τ. Βουλγάρεως και Ν.Β. Μάνεση», Κέρκυρα, 1857

• Αντώνιος Αγιούς, «Οδοιπορικό στην παλιά Κέρκυρα», Κέρκυρα, 2009.

• Γιώργος Σουρτζίνος, «Τοπωνύμια – Γλωσσικές Μαρτυρίες στην Ιστορική Διαδρομή της Κέρκυρας», εκδ. Ιστορικής – Λαογραφικής Ετ. Κέρκυρας, 2008.

• Νινέττα Λάσκαρι, «Κέρκυρα – Μια ματιά μέσα στο χρόνο», εκδ. Ποταμός, Αθήνα, 2016.

• Σπ. Παπαγεωργίου, «Έθιμα εν Κερκύρα», σε «Εστία – Σύγγραμμα περιοδικόν», τ. 27, Ιαν.-Ιούν. 1889.

• Ελένη Καββαδία, «Το γάρμπο», σε εφημ. «Η Φωνή των Αργυραδιτών», φ. 148, Αύγ. – Οκτ. 2018 (via drepani.gr).

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ