16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Old Christmas / Ένα μπικερίνι ροζόγιο, για τσι γιορτάδες…

Το ροσόλι (λικέρ τριαντάφυλλο) πα’ να πει «ο πρωϊνός δρόσος του ήλιου» κι αποτελούσε κάποτε το handmade must των εορταστικών συνεστιάσεων.

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

ΒΓΑΛΜΕΝΟ από στοπ – καρέ του κάποτε. Με φόντο, στο γκρο – πλαν, ένα παλιό, χειροποίητο σεμέν. Βαριά έπιπλα από ξύλο τριανταφυλλιάς, γλάστρες με δυόσμο κι ολόφρεσκο βασιλικό, γλυκό του κουταλιού στο πορσελάνινο πιατάκι, επάργυρα μαχαιροπίρουνα στο λευκό τραπεζομάντηλο, μαλλί γεμάτο μπριγιαντίνη και ατέρμονες κουβέντες «καθώς πρέπει», σε α’ πληθυντικό, καθώς έρεε στο πικάπ κάποιος δίσκος βινυλίου.

ΤΟΤΕ… Που οι εορταστικές συνεστιάσεις, ήταν κάτι παραπάνω από μια τυπική υποχρέωση. Γεγονός. Σημαντικό. Με άτυπους κανόνες, κρίση κι αποτίμηση στ’ απόδιαβα. Και η έννοια του «ας πιούμε» (με απαραίτητο το «αγαπητέ» στη λήγουσα) έστεκε ακόμη άμαθη –τουλάχιστον, στα εθιμοτυπικά «σαλόνια» και τις επίσημες βεγγέρες- απέναντι στις «σκληρές» εκδοχές της αλκοόλης.

ΗΤΑΝ τα χρόνια του «ηδύποτου». Ούτε ουίσκι, ούτε βότκα, ούτε τεκίλα, ούτε τίποτα˙ μπράντι, κονιάκ, και διάφορα λικέρ˙ κυρίως τούτα. Γλυκιά επίγευση, φρουτώδης, με χρώμα όμορφο, συχνά τους σπιτικής παρασκευής – ευάρεσκο παράσημο για την «καλή νοικοκυρά» και την «καλή φιλοξενία». Κι «άκακα» στο μάτι. «Αθώα». Στα γυάλινα τα «μπικερίνια» τους και τα μικρά, χρωματιστά ποτήρια τους, τα «κουρτεζίνια» (τα «κοντεζίνια» ή «κοντεσίνια» του κεφαλλονίτικου αντίστοιχου).

«ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ», θυμάται ο Δεσύλλας (σελ. 55), «ήτανε το τσέρι, το κιτρινωπό το μανταρίνι, το πράσινο η μέντα, το άσπρο η μαστίχα, το βαθύ κόκκινο τριαντάφυλλο…». Ή, μ’ άλλα λόγια, δαύτο: «ροσόλι», το ‘λεγαν. Ή, κατά το λαϊκό, κορφιάτικα ιδίωμα, «ροζόγιο». Κι αν οι παλαιές επτανησιακές γιορτάδες είχαν, σ’ επίπεδο πιοτού, μια βασική «ευγενή» αναφορά, μην ψάξετε παρέκει…

ΤΙ ΗΤΑΝ… «Σακχαροπνευματώδες ηδύποτον», κατά την τότε ορολογία, λικεράκι τριαντάφυλλου, από τα άνθη και τα πέταλα του ρόδου (ροδέλαιο), ιδίως του λεγόμενου «δαμασκηνού». Και από ‘κεί και πέρα, φύλλα και άνθη γιασεμιού, κανέλλα, βανίλια, ζάχαρη, μπαχαρικά˙ και μπόλικες, κατοπινά, παραλλαγές, με αποστάγματα από βότανα και φρούτα (έτσι, βρίσκουμε ροσόλι ροδιού, φραγκοστάφυλου, βερύκοκου, κίτρου, κερασιού / τσέρι, πορτοκαλιού, ακόμη κι… ελιάς). Σε σημείο, που απ’ ένα κι έπειτα σημείο, όπου «ροσόλι» να εννοούν το (γενικώς) λικέρ. Πλην των μερακλίδικων μίξεων με άλλα οινοπνευματώδη – κονιάκ, κρασί, ρακή.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ, λέει, η σκούφια του βαστά απ’ την Ιταλία, όπου σε μια πρώιμη μορφή, εντοπίζεται ως γιατρικό σε μοναστήρια. Το υποψιάζεσαι, τόσο απ’ την αναφορά του στο «I morbinosi» του (κοσμαγάπητου στην ενετοκρατούμενη Κέρκυρα) C. Goldoni (Λάσκαρι, σελ. 176), όσο κι απ’ το ίδιο τ’ όνομά του: εκ του λατινικού «ros solis» – «rugiada del sole» στα ιταλιάνικα: ο «πρωϊνός δρόσος του ήλιου». Ή «η δροσιά του Ήλιου».

ΕΠ’ ΑΥΤΟΥ, μια εκδοχή υποστηρίζει πως, μιας και το «δρόσος» είναι λέξη ελληνική, η πατρίδα του rosolio πρέπει ν’ αναζητηθεί στη Μεσσήνη (Σικελία). Και τη «Μεγάλη Ελλάδα». Υπάρχει, ωστόσο, και η άλλη ετυμολογική εκδοχή. Αυτή που ανέδειξε ο Δ.Σ. Καββαδάς στο «Εικονογραφημένο Βοτανικό – Φυτολογικό Λεξικό» του (σελ.1328), στο λήμμα για το φυτό «Δροσερό»: αφ’ ενός, αναφέρει πως γαλλιστί αποκαλείται «Rossolis» και αφ’ ετέρου, πως τα φύλλα ενός επιμέρους είδους του (στρογγυλόφυλλος), «ενέχουν ερυθράν χρωστικήν (ουσία), γνωστήν ως “aqua – auri” και ιταλιστί “rosoglio”, με την οποίαν χρωματίζουν αλκοολικόν ηδύποτον, το γνωστόν “ροσόλι”…» (κοινώς, κληροδότηση του ονόματος του ποτού από την χρωστική ουσία του).

ΕΝ ΠΑΣΗ περιπτώσει, η γευστική αρτιότητα του ηδύποτου, το κατέστησε γρήγορα κυρίαρχο, κατ’ αρχήν στα κοσμικά ιταλικά σαλόνια (Πιεμόντε κι αλλού). Όπου «σερβιρισμένα, σε μικρά κρυστάλλινα ποτηράκια από τα σερβίτσια της κάθε προίκας», γράφει η Παπαδοπούλου, «τα απολάμβαναν γουλίτσα – γουλίτσα οι όμορφες κυρίες και λυνόταν η γλώσσα τους και κοκκίνιζαν τα μάγουλά τους...»

Η ΑΝΘΗΣΗ του επτανησιακού εμπορίου απ’ τον 16ο – 17ο αι. και η αύξηση της ποικιλίας των αφικνούμενων αγαθών απ’ τα διαμετακομιστικά λιμάνια της Ιταλίας (Μεσσίνα, Λιβόρνο, Τεργέστη, Μπρίντζεζι, Βενετία), δεν εξαίρεσε τα οινοπνευματώδη – προκύπτει από σειρά «εμπορικών δελτίων» της Επίσημης Εφημερίδας των Ηνωμένων Κρατών των Ιονίων. Κι έτσι, δίπλα στ’ άλλα, οι Επτανήσιοι (και απ’ αυτούς, Αιγαιοπελαγίτες, Πολίτες και Σμυρνιοί) το έμαθαν κι αυτό. Καλά, πολύ καλά…

ΤΟ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟ; Στην Κέρκυρα, ήδη απ’ τον 18ο αι. (κοινώς, κατά την ενετική, προβιομηχανική περίοδο, πάνω στην οποία θα «πατούσε» η βιομηχανική ανάπτυξη των χρόνων της Αγγλοκρατίας) μαρτυρείται «ως ανθούσα και η βιοτεχνία ροσολίου, η μεγαλύτερη ποσότητα του οποίου καταναλωνόταν στην Κέρκυρα» (Κυπριώτης – Μωραϊτης, σελ.11). Όπερ, συμφωνεί απόλυτα με τον ισχυρισμό της Λιλής Ν. Καραχάλιου (σελ. 34) περί περίληψής του στα εξαγώγιμα προϊόντα του νησιού ήδη κατά τον πρώιμο 19ο αι.

ΜΑΛΙΣΤΑ, βασιζόμενη σε σημείωση του Στ. Βλασσόπουλου (σελ. 94-100), μιλάει για παραγωγή δύο ειδών ροσολίου: αυτό που ήταν για εξαγωγή (σε βαρέλια), γινόταν «με ανάμειξη αποστάγματος από τσάμπουρα και μέλι». Αυτό, πάλι, που προοριζόταν για λαϊκή, εντόπια κατανάλωση, «με την προσθήκη στο οινόπνευμα από τα τσάμπουρα ποσότητας ζάχαρης…».  Είτε μιλάμε για τη χρήση του ως ηδύποτο, είτε στη ζαχαροπλαστική της εποχής- γιατί κι εδώ, δεν στερήθηκε της θέσης του.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ επ’ αυτού είναι η περίπτωση σωζόμενης «ρετσέτας» (σημειώματος) κεφαλονίτικης συνταγής για «Επτανησιακή κολόμπα» (τσουρέκι – κολομπίνα) της Λαμπρής (αρχείο οικογένειας Στεφανάτου – Μορδόκου), με την χρήσιμη δι’ ημάς υποσημείωση ότι «υπάρχει και στην Κέρκυρα». Όπου, για τη μεγιστοποίηση του αρώματος, αναφέρεται στα υλικά «ένα κοντεζίνι ροσόλι…» (πατήστε ΕΔΩ).

ΑΠΟ «ΡΕΤΣΕΤΕΣ», πάλι, παρασκευής του ως ποτό, ας επιλέξουμε αυτήν – υπογραφή Νινέττα Λάσκαρι (ό.π.). Με αναλλοίωτη την απίθανη, κορφιάτικη γραφή της…

• ΥΛΙΚΑ: ½ λίτρα (225 γρ.) πέταλλα από τριαντάφυλλα, 2 καρτούτσα (1 λίτρο) σπίρτο (οινόπνευμα), ½ λίτρα (225 γρ.) ζάχαρη, 2 καρτούτσα (1 λίτρο) νερό βραστό.

Σε μπουκάλι τα πέταλλα με το οινόπνευμα, κλείνουμε και αφίνουμε 20 μέρες. Σουρώνουμε και στίβουμε τα πέταλλα. Μετράμε το υγρό, την ίδια ποσότητα νερό και την ίδια ζάχαρη. Βράζουμε το σιρόπι για 5’. Ενώνουμε το οινόπνευμα με το σιρόπι και λίγο ζουμί από λεμόνι για να μην κρυσταλλώσει το σπίρτο. Μπουκαλάρουμε και ταπώνουμε, Να σταγιονάρει (ωριμάσει) για δύο μήνες.

ΜΕΡΕΣ πού ‘ναι, οι νεώτερες νοικοκυρές, δεν είναι άσκημη ιδέα να το παλέψετε. Έστω, σε προοπτική Πρωτοχρονιάς…

ΒΟΗΘΗΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

• Νινέττα Χ. Λάσκαρι, «Κέρκυρα, Μια ματιά μέσα στο χρόνο», εκδ. «Ποταμός», Αθήνα, 2016.

• Δημ. Σ. Καββαδάς, «Εικονογραφημένον Βοτανικόν – Φυτολογικόν Λεξικόν», τ. Γ’, Αθήναι, 1956-1964.

• Λιλή Ν. Καραχάλιου, «Η γυναίκα στην πόλη της Κέρκυρας», Κέρκυρα, 2015.

• Στυλιανός Βλασόπουλος, «Στατιστικαί – Ιστορικαί περί Κερκύρας Ειδήσεις», Κερκυραϊκά Χρονικά, τ. XXI, Κέρκυρα 1977.

• Αντώνης Δεσύλλας, «Βόλτα στη Σπιανάδα», εκδ. «Έψιλον», Αθήνα, 1997.

«ΑΕΒΕΚ – Η ελαιουργία και το εργοστάσιο γάλακτος», 1ο ΕΠΑ.Λ. Κέρκυρας, Κέρκυρα 2011 (επιμ. Θ. Κυπριώτης, Χ. Μωραϊτης).  

• Μερόπη Παπαδοπούλου, «Η δροσιά του ήλιου», σε περιοδικό «Κ» (εφημ. «Καθημερινή»), 9/2020 (via kathimerini.gr)

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ