16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Το μυστικό της Ερείκουσας, ο Εβραίος ράφτης και το βιβλίο της Ιβέτ

Μια ιστορία του «μαύρου» ’44, μέσα από 3+2 αναδημοσιεύσεις εποχής, με αφορμή την Διεθνή Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος (27/1).

Photo Credits: Αρχείο Ιβέτ Μάνεση.

ΜΕΡΟΣ Α’

Το μυστικό της Ερεiκουσσας που εμπνέει την Αμερική

Γράφει η Μαριάννα Κακαουνάκη

Αναδημοσίευση από την «Καθημερινή», 2017 (kathimerini.gr, 20/10). Δείτε την απ’ την πρωτογενή πηγή ΕΔΩ.

Την πρώτη φορά που η Υβέτ Κορπορόν Μάνεσις επισκέφτηκε την Ερείκουσσα, το μικρό νησάκι δίπλα στην Κέρκυρα, ήταν δώδεκα χρόνων. Μεγαλωμένη στην Αμερική από Ελληνες γονείς είχε ήδη ακούσει πολλές ιστορίες για το νησί των παππούδων της. Για τις χαρούμενες αλλά και τις δύσκολες ημέρες που είχαν περάσει εκεί. Για τον πόλεμο, την κατοχή αλλά και το μεγάλο μυστικό που είχε κρατήσει όλο το νησί. Η γιαγιά της, της είχε διηγηθεί την ιστορία του Σάββα, του ευγενικού Εβραίου ράφτη από την Κέρκυρα και των τεσσάρων κοριτσιών του (είχε τρεις κόρες και μία προστατευόμενη, τη Ρόζα), που οι κάτοικοι της Ερείκουσσας είχαν σώσει από βέβαιο θάνατο από τους ναζί. Η Υβέτ άκουγε τις ιστορίες αλλά δεν είχε δώσει ποτέ μεγάλη σημασία.

«Μεγαλώνοντας ένιωσα μια προσωπική ανάγκη να ψάξω να βρω τι είχε συμβεί», εξηγεί στην «Κ» από τη Νέα Υόρκη, όπου ζει και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Έπεφτε όμως συνεχώς σε αδιέξοδο και ήταν αμέτρητες οι φορές που παραλίγο να τα παρατήσει. Όταν τελικά άρχισε να ανακαλύπτει κάποια από τα καλά κρυμμένα μυστικά εκείνης της περιπέτειας, συνειδητοποίησε πως δεν είχε απλά βρει μια δική της οικογενειακή ιστορία αλλά κάτι ακόμα σπουδαιότερο.

Η αρχή του νήματος

Από τις διηγήσεις δεκάδων επιζώντων και κατοίκων της Ερείκουσσας έμαθε πως όλα ξεκίνησαν τον Ιούνιο του ’44. Το πρωινό που οι Γερμανοί περικύκλωσαν την εβραϊκή συνοικία της Κέρκυρας και συγκέντρωσαν περίπου 2.000 Εβραίους στην κεντρική πλατεία. Χωρίς νερό ή φαγητό για ώρες, τους μετέφεραν το επόμενο πρωί στην Αθήνα και από εκεί με τρένα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εκείνη την ημέρα δύο κορίτσια, η Νίνα και η Ρόζα, είχαν ταξιδέψει μόνες τους στην Ερείκουσσα για να παραδώσουν στον παπά τα ράσα που μόλις είχε ράψει ο Σάββας. Ο παπάς, έχοντας ακούσει πως κάτι κακό θα συνέβαινε πίσω στην Κέρκυρα, έκρυψε τα κορίτσια. Ο Σάββας που για καλή του τύχη έμενε λίγο έξω από την εβραϊκή γειτονιά κατάφερε να κρυφτεί και στη συνέχεια να δραπετεύσει και εκείνος στην Ερείκουσσα μαζί με τις δύο μικρότερες κόρες του.

Εκεί, όλοι οι κάτοικοι τους βοήθησαν με κάποιο τρόπο. Άλλοι, όπως η γιαγιά της Υβέτ, φρόντιζαν για το φαγητό, άλλοι έδιναν σήμα όταν οι βάρκες των ναζί έφταναν στο λιμανάκι (έψαχναν με μανία τους 200 Εβραίους που έλειπαν από την καταμέτρησή τους). Τότε, κάποιοι έτρεχαν να κρύψουν τον Σάββα και τα κορίτσια του σε ένα κρησφύγετο στο βουνό. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να τους μαρτυρήσει. Ο Σάββας γνώριζε τον κίνδυνο που και οι ίδιοι οι κάτοικοι διέτρεχαν και ένιωθε τεράστια ευγνωμοσύνη. Πολλές φορές προσπάθησε να τους δώσει χρήματα, ουδέποτε όμως τα δέχθηκαν και εκείνος για να τους ευχαριστήσει τους έφτιαχνε όμορφα φορέματα από παλιά σεντόνια και τους έμαθε να ράβουν. Ο πόλεμος τελείωσε, ο Σάββας, μετά μερικούς μήνες πέθανε από φυσικά αίτια και τα κορίτσια έφυγαν για την Κέρκυρα. Με τα χρόνια όμως χάθηκαν τα ίχνη τους.

Η Υβέτ μάταια προσπαθούσε να τις εντοπίσει μέχρι που γνώρισε τυχαία τον επικεφαλής της myheritage.com, μιας ιστοσελίδας αναζήτησης χαμένων οικογενειών. «Ψάχνουμε ψύλλους στα άχυρα», την προειδοποίησαν, αλλά παρ’ όλα αυτά η ομάδα έπιασε δουλειά. Έψαξαν όλους τους πιθανούς συνδυασμούς ονομάτων, τα νεκροταφεία, κάθε ανοικτή πηγή δεδομένων και τελικά έναν χρόνο αργότερα η Υβέτ έλαβε ένα μέιλ με την εξής προειδοποίηση: «Καλύτερα να κάθεσαι όταν το διαβάσεις». Από κάτω η διεύθυνση μιας γυναίκας στο Λος Άντζελες. Ακολούθησε η διεύθυνση και των άλλων στο Ισραήλ. Και οι τέσσερις γυναίκες είχαν πεθάνει και η Υβέτ με έκπληξη ανακάλυψε πως δεν είχαν μιλήσει ποτέ στους δικούς τους για το τι είχε συμβεί στην Ερείκουσσα. «Όταν βρίσκονταν, μίλαγαν πάντα ελληνικά, αλλά μας είχαν απαγορεύσει να ρωτάμε το τι είχε συμβεί τότε», θα της εξηγήσουν οι οικογένειες. Εκείνη θα καταλάβει.

Ιβέτ Μάνεση

«Οι επιζώντες συχνά προσπαθούν να ξεχάσουν», υπενθυμίζει, θυμάται όμως τη χαρά της όταν σε μια βιντεοκλήση με την οικογένεια της Ρόζας, είδε στο σαλόνι κρεμασμένο το πορτρέτο του Σάββα. Τα παιδιά της δεν είχαν μάθει ποτέ ποιος ήταν αυτός ο άνδρας και ήταν μεγάλη η συγκίνηση όλων όταν έμαθαν από την Υβέτ πως την είχε πάρει υπό την προστασία του όταν έμαθε πως οι δικοί της είχαν χαθεί στο Άουσβιτς. Και εκεί που όλοι διαχειρίζονταν την απίστευτη αυτή ιστορία για το παρελθόν των οικογενειών τους, η Υβέτ μάθαινε από πρώτο χέρι πως η ιστορία πολλές φορές επαναλαμβάνεται με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο…

Ήταν Κυριακή πρωί και ο δεκατετράχρονος ανιψιός της Υβέτ ετοιμαζόταν για έναν διαγωνισμό τραγουδιού. Ο μικρός ήταν ενθουσιασμένος, αγκάλιασε σφιχτά τη μητέρα του και μπήκε στο αυτοκίνητο του παππού του. Όταν έφτασαν στο κτίριο της εβραϊκής κοινότητας όπου γινόταν η οντισιόν, ένας άνδρας τους πλησίασε και φωνάζοντας “heil hitler” τους πυροβόλησε. Όταν συνελήφθη, είπε πως τους είχε δολοφονήσει, θεωρώντας πως είναι Εβραίοι «για να νιώσει όπως οι ναζί».

«Αγώνας για το καλό»

Το επόμενο πρωί ο γιος της, της είπε κάτι που τη σόκαρε: «Μα μου είπες πως δεν υπάρχουν πια ναζί, πως ό,τι έγινε στην Ερείκουσσα έχει τελειώσει».

«Συνειδητοποίησα πως η ιστορία της Ερείκουσσας είναι πιο επίκαιρη από ποτέ», λέει συγκλονισμένη η Υβέτ. «Το γεγονός πως κόσμος παρελαύνει ελεύθερα στους δρόμους των ΗΠΑ με ναζιστικές σημαίες και σβάστικες, είναι απλά τρελό. Η Ερείκουσσα, όμως, μας υπενθυμίζει πως ακόμα και μέσα σε μια τέτοια κατάσταση μπορούμε να εναντιωθούμε και να αγωνιστούμε για το καλό». Γι’ αυτό και ο τίτλος του βιβλίου της που μόλις κυκλοφόρησε στην Αμερική (σ.σ. 2017) έχει τίτλο «Κάτι όμορφο συνέβη». Η Υβέτ θυμάται πως σε μια ομιλία της ένας Αμερικανός την προσέγγισε για να την ευχαριστήσει: «Έχουμε ανάγκη να θυμόμαστε πως μέσα στο σκοτάδι υπάρχουν και τέτοιες ιστορίες», της είπε. Και κάπως έτσι, οι θαρραλέοι κάτοικοι από το μακρινό νησάκι του Ιονίου εμπνέουν την Αμερική.

ΜΕΡΟΣ Β’

Εβραίοι και Ερείκουσα: Ένα ξεχασμένο νησί και οι θαμμένες ιστορίες του

Αναδημοσίευση απ’ το thepressproject.gr, 2017 (11/8). Δείτε απ’ την πρωτογενή πηγή, ΕΔΩ.

Συνέντευξη στον Δημήτρη Λαμπρόπουλο

Μια ελληνοαμερικανίδα συγγραφέας, ψάχνοντας έμπνευση για το βιβλίο της κατέφυγε στην ιστορία της γιαγιάς της που, πριν από 70 χρόνια, φυγάδευσε μια εβραϊκή οικογένεια στην Ερείκουσα, το βορειότερο κατοικήσιμο νησάκι του Ιονίου πελάγους. Η βραβευμένη με ΕΜΜΥ, Ιβέτ Μάνεσις Κορπορόν, αναμόχλευσε ανείπωτες ιστορίες και αφηγήθηκε στα παιδιά των επιζώντων του Ολοκαυτώματος την ιστορία τους που δεν είχαν ξανακούσει. Το TPP συνάντησε την ελληνοαμερικανίδα τηλεοπτική παραγωγό και συγγραφέα -όχι μακριά από την Ερεικούσα- στην Κέρκυρα.

Το ελληνικό κοινό δεν γνωρίζει πολλά για σένα. Ποια είναι η Ιβέτ;

Ποια είναι η Ιβέτ; Είμαι μητέρα, σύζυγος, δημοσιογράφος, τηλεοπτική παραγωγός, συγγραφέας ενός best seller (σ.σ. O Ψίθυρος των Κυπαρισσιών) και σεναριογράφος, βραβευμένη 3 φορές με ΕΜΜΥ.

Έγραψες ένα βιβλίο για τη γιαγιά σου και για το πώς αυτή βοήθησε μια οικογένεια Εβραίων στον Δεύτερο Παγκόσμιο. Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο σου, «Something Beautiful Happened»… Πες μας δυο λόγια για αυτή την ιστορία.

Είναι η πραγματική ιστορία του τι έγινε στην Ερείκουσα εκείνη την εποχή. Το πώς, δηλαδή, σώθηκε μια οικογένεια Εβραίων και την ιστορία γενικότερα της εβραϊκής κοινότητας στην Κέρκυρα, επειδή αισθάνονται ότι έχουν ξεχαστεί. Μετά τον πόλεμο, επέζησε ένας πολύ μικρός αριθμός ανθρώπων στους οποίους είπαν να ξεχάσουν τι συνέβη, να ξεχάσουν τις οικογένειες τους που δολοφονήθηκαν, να παντρευτούν τους επιζώντες, ξεκινώντας μια καινούρια ζωή χωρίς να κοιτάζουν πίσω. Πολλοί δεν μίλησαν ποτέ για το τι συνέβη, ενώ ήθελαν να μιλήσουν. Οι άνθρωποι, όμως, δεν ήθελαν να τους ακούσουν, δεν τους πίστευαν κι ένιωσαν πολύ ξεχασμένοι. Έτσι, ανάμεσα στο να μάθουμε τι συνέβη στην Ερείκουσα και στο να μάθουμε για την εβραϊκή κοινότητα της Κέρκυρας, συνέβη αυτό το όμορφο πράγμα. Όλο το νησί δούλεψε μαζί για να σώσει την οικογένεια. Κατόπιν συνειδητοποίησα ότι οι άνθρωποι που επέζησαν δεν είχαν καμία υποστήριξη και βοήθεια. Έτσι αισθάνθηκα ότι αυτή η ιστορία έπρεπε να ειπωθεί.

Στο πρώτο σου βιβλίο, «Ο Ψίθυρος των Κυπαρισσιών», μας σύστησες τη Δάφνη, μια κόρη Ελλήνων μεταναστών που κυνηγά το αμερικανικό όνειρο, παγιδευμένη ανάμεσα στις οικογενειακές παραδόσεις και τις απαιτήσεις της καριέρας της. Μόνο της απάγκιο, η αγαπημένη της γιαγιά στην άλλη άκρη του ωκεανού, στην Ερείκουσα. Το δεύτερο βιβλίο είναι η συνέχεια του νήματος;

Το πρώτο βιβλίο, «Ο Ψίθυρος των Κυπαρισσιών», είναι μυθιστόρημα. Για το δεύτερο, προσπαθούσα να σκεφτώ τι είδους βιβλίο θέλω να γράψω, ποια ιστορία θα πω, ποια ιστορία είναι μοναδική για μένα. Ξέρω τι είναι να είσαι ελληνοαμερικανίδα γυναίκα, ξέρω τι είναι να είσαι από αυτό το όμορφο μικρό νησί, από αυτόν τον μαγικό μικρό παράδεισο όπου οι άνθρωποι είναι τόσο ευγενικοί και υπέροχοι και στη συνέχεια θυμήθηκα την ιστορία τής γιαγιάς μου και είπα «Αυτή η ιστορία είναι υπέροχη». Ήταν κάτι εντελώς ξεχασμένο. Οπότε άρχισα να το ψάχνω.

Είναι όντως μια πάρα πολύ ωραία ιστορία και αυτό που έκανε η γιαγιά σου είναι αξιοθαύμαστο.

Είναι καταπληκτική. Ήταν απλοί, αμόρφωτοι άνθρωποι, με τα μαύρα, με τα μαντίλια μέσα στο σπίτι. Ήταν άνθρωποι της επαρχίας, νησιώτες. Ποτέ δεν έμαθαν να διαβάζουν και να γράφουν. Ήταν απλές γυναίκες αλλά είχαν αυτήν τη γενναιότητα κι έκαναν αυτά τα εξαιρετικά πράγματα.

Η οικογένεια των Εβραίων κρυβόταν στο σπίτι του ιερέα και τη νύχτα έβγαιναν και πήγαιναν στο σπίτι της γιαγιάς μου. Ο πατέρας μου θυμάται να ακούει το χτύπημα στην πόρτα. Ο παππούς μου τότε ήταν στην Αμερική και η γιαγιά μου ήταν μόνη με την οικογένειά της. Χαμογέλαγε και άνοιγε την πόρτα, τους έβαζε μέσα στο σπίτι και έμενε να μιλάει με την κόρη των Εβραίων, ένα μικρό κορίτσι τότε, όλη τη νύχτα.

Αυτή τη μικρή Εβραιοπούλα τη συναντάμε ως ηρωίδα στο καινούριο σου βιβλίο. Έχεις μάθει τι απέγινε εκείνο το κορίτσι;

Αυτό ήταν που έψαχνα. Την αναζητούσα για χρόνια και χρόνια… Πήγα στην εβραϊκή συνοικία, χτύπησα τις πόρτες, ρώτησα τους συγγενείς μου και στο τέλος κατάφερα να βρω τις κόρες της. Οι κόρες της, η Ρόζα και η Σπέρα, δεν γνώριζαν τίποτα για την ιστορία της οικογένειάς τους. Τους είπα για τη γιαγιά μου και μου απάντησαν «Για τι πράγμα μιλάς;». Δεν είχαν ιδέα, επειδή, όπως και πολλοί επιζώντες του Ολοκαυτώματος, η μάνα τους δεν τους μίλησε ποτέ για αυτό. Δεν έμαθαν ποτέ τι είχε συμβεί στην Κέρκυρα. Τελικά, ήρθαν στην Κέρκυρα, στην Ερεικούσα και είδαν πού έζησε η μητέρα τους και έμαθαν πώς επέζησαν οι γονείς τους. Εδώ που βρισκόμαστε τώρα συνάντησα για πρώτη φορά τη Ρόζα και τη Σπέρα. Κάναμε και μια όμορφη γιορτή προς τιμήν όλης αυτής της επανασύνδεσης.

Ο Σάββας, ο Εβραίος ράφτης από την Κέρκυρα, με τις τρεις κόρες του.

ΜΕΡΟΣ Γ’

Τις μαύρες μέρες του 1944

Γράφει η Σοφία Παπαδοπούλου

Αναδημοσίευση από ΑΠΕ – ΜΠΕ, 2019 (18/12). Δείτε από την πρωτογενή πηγή, ΕΔΩ.

Από μικρή άκουγε τις ιστορίες της γιαγιάς της, ανάμεσα στις οποίες και μία για το πώς οι κάτοικοι της Ερείκουσας ενώθηκαν σαν μια γροθιά για να σώσουν μια οικογένεια Εβραίων από το μένος των ναζί, στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν η ιστορία του Σάββα, του Εβραίου ράφτη, των θυγατέρων του και της Ρόζας, ενός ορφανού κοριτσιού (συγγενικού τους προσώπου), που βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στο μικρό αυτό νησί, στο βορειότερο από τα Διαπόντια νησιά, προκειμένου να γλιτώσουν από βέβαιο θάνατο. Οι κάτοικοι της Ερείκουσας το γνώριζαν ότι κρύβονταν εκεί αλλά το κράτησαν ως επτασφράγιστο μυστικό…

Τα χρόνια περνούσαν αλλά στο μυαλό της Ιβέτ Μάνεση στριφογύριζε πάντα η ιστορία του Εβραίου ράφτη… Έτσι, αποφάσισε να εντοπίσει τους απογόνους του, όπως κι έγινε χάρη στην πλατφόρμα MyHeritage.Com. Εκεί ανακάλυψε αρχικά τη θετή εγγονή μίας κόρης του Σάββα (στέλεχος σε τηλεοπτικό δίκτυο στην Καλιφόρνια) και στη συνέχεια τους δύο γιους της Ρόζας στο Ισραήλ, οι οποίοι δεν είχαν ιδέα για την ιστορία της Ερείκουσας, αφού η μητέρα τους δεν μιλούσε ποτέ για το τόσο μακρινό παρελθόν…

Η πρώτη «συνάντηση» ήταν διαδικτυακή, μέσω skype, αλλά τον Ιούνιο του 2015 έδωσαν ραντεβού στην Κέρκυρα και από εκεί ταξίδεψαν στην Ερείκουσα σε ένα συγκινησιακά φορτισμένο συναπάντημα, μέσα από το οποίο η Ιβέτ Μάνεση, όπως λέει στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, απέκτησε πλέον μια δεύτερη οικογένεια. «Ήταν σχεδόν σουρεαλιστική η ένταση των συναισθημάτων απ’ αυτή τη διαφορετική συνάντηση. Δεν νομίζω πως υπάρχουν λόγια για να περιγράψω το συναίσθημα της στιγμής. Από την πρώτη στιγμή που βρεθήκαμε ξέραμε ότι ήμασταν πλέον μια οικογένεια. Μας ένωνε κάτι ιδιαίτερο και πολύ σημαντικό», εξηγεί.

Η πρώτη αυτή συνάντηση έγινε το 2014, όταν η Ελληνοαμερικανίδα παραγωγός είχε ήδη γράψει το πρώτο της βιβλίο, που κυκλοφορεί με τον τίτλο «Ο ψίθυρος των Κυπαρισσιών» (εκδ. Ψυχογιός), όπου η ιστορία του Σάββα και των θυγατέρων του καταλάμβανε ένα μικρό μόνο μέρος του βιβλίου. Ήταν στο δεύτερο βιβλίο της «Something Beautiful Happened» (σ.σ. δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στα ελληνικά), που ο Σάββας, οι κόρες του και η Ρόζα «ξεπηδούν» από τις σελίδες και παίρνουν «σάρκα και οστά» μέσα από τη γλαφυρή γραφή της Ιβέτ Μάνεση, η οποία, θέλοντας να μεταφέρει στην κινηματογραφική οθόνη το μεγαλείο της ψυχής των κατοίκων του μικρού νησιού γυρίζει, αυτή την εποχή, την ιστορία τους σε ντοκιμαντέρ! Κατ’ αυτόν τον τρόπο θέλει να μην αφήσει τη λήθη του χρόνου να «σβήσει» τη… μνήμη που με πολύ κόπο ανέσυρε από το χρονοντούλαπο της ιστορίας της γιαγιάς της αλλά και να τιμήσει τους κατοίκους της πατρογονικής της εστίας.

Με τη δεύτερη «οικογένειά» της, η βραβευμένη με ΕΜΜΥ Ελληνοαμερικανίδα παραγωγός βρέθηκε προ ημερών στο Ισραήλ, με αφορμή την κυκλοφορία του δεύτερου βιβλίου της στα εβραϊκά και, όπως λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, κάθε φορά η συγκίνηση και η χαρά δεν μπορεί να «χωρέσει» σε λόγια.

«Αυτό που έγινε στην Ερείκουσα ήταν το κάτι άλλο. Ένα ολόκληρο νησί βοήθησε μια οικογένεια. Η γιαγιά μου και όσοι είχαν ζήσει τα γεγονότα, τα αφηγούνταν σαν να μην ήταν κάτι ιστορικό και σπουδαίο. Ένιωθαν απλώς ότι είχαν κάνει το καθήκον τους. Εγώ, όμως, προσπαθώ να μπω στη θέση τους και αναρωτιέμαι τι θα έκανα, αν βοηθώντας κάποιον έθετα σε κίνδυνο όλη την οικογένειά μου. Θα άνοιγα την πόρτα μου άραγε;» λέει, συγκινημένη, η Ελληνοαμερικανίδα παραγωγός και συγγραφέας.

Ήταν το ζοφερό καλοκαίρι του 1944, όταν οι ναζί είχαν ήδη αρχίσει να μαζεύουν τους Εβραίους της Κέρκυρας και να τους εκτοπίζουν στα στρατόπεδα θανάτου που είχαν στήσει ανά την Ευρώπη. Τότε, ένας φημισμένος ράφτης από την εβραϊκή συνοικία του νησιού και η οικογένειά του αποφάσισαν να βρουν τρόπο διαφυγής, πηγαίνοντας στην Ερείκουσα. Αμέσως μόλις έφτασαν εκεί, οι κάτοικοι του νησιού τους περιέθαλψαν και τους έδωσαν τροφή, ρούχα και ασφαλές καταφύγιο και τους διαβεβαίωσαν πως κανείς δεν επρόκειτο να τους καταδώσει. Μάλιστα, λέγεται πως έκαψαν και όλα τα διαθέσιμα αρχεία προκειμένου να μην μπορούν οι ναζί να βρουν ποιος είναι Χριστιανός και ποιος Εβραίος, ενώ οι κάτοικοι φυλούσαν συχνά σκοπιά για να ειδοποιούν όταν έρχονταν βάρκες στο νησί καθώς κατά καιρούς οι Γερμανοί στρατιώτες έρχονταν στο μικρό νησί και πραγματοποιούσαν ελέγχους στα σπίτια, ψάχνοντας όχι μόνο για τυχόν κρυμμένους Εβραίους αλλά και για… τιμαλφή.

Μεταξύ των κατοίκων της Ερείκουσας που βοήθησαν την οικογένεια του Εβραίου ράφτη ήταν και η γιαγιά της Ιβέτ Μάνεση. «Πέρασε από μία ήσυχη ζωή στον κίνδυνο, ρισκάροντας τη ζωή της και τη ζωή των παιδιών της προκειμένου να σώσει αυτούς τους ανθρώπους», αφηγείται με νοσταλγία η Ελληνοαμερικανίδα παραγωγός.

Το όνειρο για ένα σπίτι στο νησί

Η Ιβέτ Μάνεση, από μικρό κορίτσι 12-13 ετών, επισκεπτόταν κάθε χρόνο την Κέρκυρα και την Ερείκουσα και όνειρό της, όπως λέει, είναι να αποκτήσει μια μέρα ένα σπίτι στο νησί και να μένει εκεί μόνιμα. Μάλιστα, την αγάπη της αυτή για την Ελλάδα την έχει περάσει και στα παιδιά της, τα οποία μιλούν ελληνικά και αγαπούν τα ταξίδια στο νησί!

«Ο πατέρας μου είναι από την Ερείκουσα και η μητέρα μου από την Ανάληψη, κοντά στο Ναύπακτο. Κάθε καλοκαίρι σχεδόν πηγαίναμε με τους γονείς μου στο νησί και θυμάμαι ακόμα και σήμερα, με αγάπη, εκείνα τα υπέροχα, ηλιόλουστα ελληνικά καλοκαίρια. Είναι εμπειρίες βαθιά χαραγμένες στην ψυχή μου», λέει και ανανεώνει το… ραντεβού μας για το ερχόμενο καλοκαίρι, στο νησί!

Διαβάστε και…

To μυστικό της Ερείκουσας (μέρος α’) – ΕΔΩ.

To μυστικό της Ερείκουσας (μέρος β’) – ΕΔΩ.


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ