22.9 C
Corfu
Σάββατο, 18 Απριλίου, 2026

Σεπτέμβριος ’43, ξημερώνοντας του Σταυρού / Η πολιτεία καίγεται…

Εβδομήντα επτά πριν, οι γερμανικές εμπρηστικές, υπέγραφαν τη δραματικότερη σελίδα της σύγχρονης κερκυραϊκής ιστορίας: Requiem

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

ΚΕΡΚΥΡΑ, Σεπτέμβρης του ’43… Φθινοπωράκι έμπαινε, μικρές δροσοσταλίδες πάνω που ‘πεφτε το σούρουπο. Αλλά το μέσα του Κορφιάτη, ανοιξιάτικο. Ακούγονταν καλά, πολύ καλά τα νέα της Ευρώπης…

Ο ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ, ηττημένος. Ιταλικοί επιτάφιοι στο Μέτωπο, ήττα στην ήττα˙ και η (νέα) κυβέρνηση Μπαντόλιο, παρά την αρχική συνθηματολογία («ο πόλεμος συνεχίζεται»), συνθηκολογεί με τους Συμμάχους (8/9)…

ΜΑΘΑΙΝΕΤΑΙ. Και ο διστακτικός ψιθυρισμός, γίνεται γρήγορα φωνή: «Αυτό ήταν, μωρέ… ο Πόλεμος τελείωσε!» Ο Κερκυραίος γιόρταζε. Ζητωκραυγάζει υπέρ των Άγγλων, σηκώνει σημαίες ελληνικές, εγγλέζικες, αμερικάνικες και ρωσικές, φωτογραφίες του Τσόρτσιλ και του Ρούζβελτ… Δεν ήξερε – και οι Γερμανοί τα έβλεπαν˙ μοίρα κακή…

ΗΤΑΝ μπόλικες οι περιοχές που ‘χαν στρατεύματα Ιταλών. Κι εκεί, σχεδόν παντού, όταν άλλαξαν τα κόζια, η οδηγία για την εφεξής τους στάση έναντι των Γερμανών, έβαινε ήπια: παράδοση, αφοπλισμός. Μα, εδώ… Η Μεραρχία Aqui… «Ανθίστασθε… Διατηρήσατε Κέρκυρα, Κεφαλονιά υπό ιταλικήν κατοχήν» έλεγε η Διαταγή του Αρχηγείου (11/9)˙ οι πρώην σύμμαχοι, στα όπλα. Αμφιλεγόμενο. Μοιραίο…

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ οργίζονται. Μένος αντεκδίκησης πλαισιώνει τα στρατηγικά τους ρέστα (διατήρηση του ελέγχου στα δυτικά παράλια) και πότιζε βενζίνη. Το φιτίλι είχε ανάψει…

ΠΡΩΙ 13ης Σεπτεμβρίου. Η πρώτη (γερμανική) φωτιά. Ο Ιταλός πρόξενος (Μπαρατιέρι) συγκαλεί έκτακτη σύσκεψη στ’ Ανάκτορα. Δήμαρχος (Κόλλας), Μητροπολίτης (Μεθόδιος)… «Από σήμερον, ευρισκόμεθα εις εμπόλεμον κατάστασιν. Σκοπός, να αποφευχθή η κατάληψις υπό των Γερμανών… Ζητούμεν την εθελούσιαν συνεργασίαν του κερκυραϊκού λαού…»

Η ΡΙΨΗ τριών γερμανικών αεροσκαφών (το ένα, πέφτοντας, τσάκισε τον Ι.Ν. Παναγίας Ελεούσας Ποταμού) και ο αφοπλισμός 600 Γερμανών του νησιού, λειτουργεί ως αφορμή. Το μεσημέρι βομβαρδίζονται αεροδρόμιο και Σταυρός. Λιμάνι, πλατεία 10ου Συντάγματος, Τ.Τ.Τ., όπου υπήρχαν Ιταλοί… Και στόχοι ιταλικοί…

ΚΙ ΟΜΩΣ, κάποιοι επιμένουν – ήθελαν να επιμένουν: «Δεν μπορεί… Δεν γίνεται…»

ΒΡΑΔΑΚΙ, πια. 13 προς 14, παραμονές του Τίμιου Σταυρού, γιορτή μεγάλη. Έχει μερέψει, ώρες, η κατάσταση και κόσμος, μια στάλα του πιο ήσυχος (κάποιοι λίγοι, μόνο, είχαν φύγει για την ύπαιθρο, Μαντούκι, Ύψος), μαζεύεται στο σπίτι˙ είχε, την άλλη μέρα, εκκλησιά…

ΩΡΑ 9.45, προς 10.00. Πάλι βουϊτό, αεροπλάνου – δέκα «Henkel 111»«Π’ ανάθεμά τους…» Κάποιοι ψυλλιάζονται. Ξεστρώνουν άρον – άρον τα στρωσίδια, ρίχνουν δυο βλαστήμιες, βουτάνε μια ζακέτα και παίρνουν το δρόμο για τις «μίνες». Άλλοι, πολλοί, συνηθισμένοι πια –κι εκτιμώντας πως εάν οι Γερμανοί «χτυπήσουν», θα το κάνουν μόνο σε στρατιωτικούς στόχους- μένουν σπίτι. Λένε… Κάτι, όμως, τους «τρώει» – και φαίνεται˙ τρόμος περίεργος, βουβός…

ΚΟΙΤΟΥΝ από τις γρίλιες και προσεύχονται. Στο βάθος ακούν τις πρώτες βόμβες. Μα, είχε κάτι το περίεργο η ήχος τους. Κρότος μικρός. Υπόκωφος, «πνιχτός». Λες κ’ ήταν άλλες βόμβες…

Άγιοι Πατέρες

ΗΤΑΝ. Εμπρηστικές. Βόμβες σαν μποτίλιες της οκάς – έπεφταν στις στέγες, τρύπαγαν τα κεραμίδια, σκάγανε σαν πυροτέχνημα, σκορπούσαν σε κομμάτια, πυρωμένα φύλλα, λαμπάδιαζαν τα πάντα. Και καθώς τα σπιτικά «της χώρας» ήταν, τα περισσότερα, παλιά, «κολλητά» και φτιαγμένα από ξύλο, άρπαζε το ένα τη λάβα τ’ αλλουνού και τη μετέφερε στο δίπλα σ’ ένα τέρμινο. Κι αυτό στο άλλο… Στο επόμενο˙ διελκυστίνδα του θανάτου, μια φωταγωγημένη κόλαση…

«Φωτιές! Μας ρίξανε, εμπρηστικές, η πολιτεία καίγεται… Καίνε την Κέρκυρα… Μας καίνε…»

ΟΣΟΙ μπορούν –ή προλαβαίνουν- πετάγονται απ’ τα σπίτια. Περνάνε μέσα από διάσπαρτες φωτιές, καμένες σάρκες και ψάχνουν διαφυγή… Σε καταφύγια, υπόγεια, στο Φρούριο, στην ασφάλεια «τ’ Αγιού». «Γέμισε το καταφύγιο, μα εξακολουθούσε ο κόσμος να ορμά μέσα σαν ποτάμι…». Μέχρι τις πρώτες πρωϊνές ώρες, ο ουρανός ξερνά αλύπητα φωτιά και σίδερο.

Ιόνιος Ακαδημία

«ΣΤΙΣ 7 ΤΟ ΠΡΩΪ», γράφει ο Αθανάσαινας, «η πυρκαϊά έχει πάρει φοβερές διαστάσεις. Η Κέρκυρα δεν είναι παρά μια πυρά. Το παν φλέγεται…» Το παν… Εβραϊκή, Άγιοι Πατέρες, Άη Θανάσης… Καμπιέλο, Φρούριο, πλατεία Δημαρχείου, Λεμονιά… Ιόνιος Ακαδημία, Ιόνιος Βουλή, Βιβλιοθήκη… Bella Venezia, Annunziata, Λιμεναρχείο, Τελωνείο… Μαρκάς, παλάτι Γενικού Προνοητή, Αρχειοφυλάκιο… Δικαστήρια, Γυμνάσιο, οικία Σολωμού, κάπου 40 εκκλησιές, πλούτος και κειμήλια… Το 15% των κτιρίων του νησιού, πάνω από 500˙ μια Κέρκυρα που χάσαμε…

ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ, η πρώτη –τραγικά ασφυκτική- ξεκάθαρη εικόνα… Τη διαπιστώνει έντρομος ο ίδιος ο Μεθόδιος, βγαίνοντας στους δρόμους, «συνοδευόμενος υπό του Αρχιδιακόνου, Σεβαστιανού Ασπιώτη… Διήλθον δια των καιομένων συνοικιών του Μητροπολιτικού Ναού, της παραλίας, της Εβραϊκής Συνοικίας… Του καιομένου Δημοτικού Θεάτρου… Ο λαός αλλόφρων…»

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 14, ανήμερα, πια, του Τίμιου Σταυρού, η Κέρκυρα ζούσε τη δική της σταύρωση…

Requiem

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ