26.2 C
Corfu
Παρασκευή, 3 Ιουλίου, 2026

«Τρίο Καντσόνε» και «Αθηναίοι»

Ο μύθος της ελληνικής μουσικής βιομηχανίας, παντρεμένος άλλοτε με τη Νάνα Μούσχουρη κι, εδώ και 20 χρόνια, κάτοικος Κορφών, αφηγείται αποκλειστικά τη συναρπαστική του ιστορία.

Μια συζήτηση – ιστορία με τον Ηλία Αλεξόπουλο

«Η ζωή μου… Ένα ταξίδι, που είχε τα πάντα. Σκέφτομαι, καμιά φορά, πόσο ασήμαντη θα ήταν, αν δεν τα ‘χα περάσει όλα αυτά˙ εκτός κι αν τα ‘ζησα στο όνειρό μου, λες; Όπως και να ‘χει, καλέ μου φίλε, ένα πράγμα έμαθα καλά: θέλει πολύ πόνο η διασημότητα»

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ πριν από 85 χρόνια στη Βλάστη Κοζάνης. Ορεινό χωριό, ανάμεσα στους βουνίσιους όγκους Σινιάτσικου και Μουρικίου, ανταρτοφωλιά στον Πόλεμο, που το ‘καψαν οι Γερμανοί.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ήταν απ’ την Πόλη. Γιος επιχειρηματία, αλλά όταν ήρθαν στο χωριό, μέσ’ την αντάρα, δεν είχε μείνει τίποτα. Αριστερός, Αντιστασιακός –γι’ αυτό κι εγώ, μεγαλώνοντας, αν και μη κομμουνιστής, τράβηξα πολλά. Απ’ το χωριό ήταν η μάνα μου. Υιοθετημένη από εύπορο Κωνσταντινουπολίτη, που είχε εγκατασταθεί νωρίς στη Βλάστη.

ΜΕΤΑ την καταστροφή του χωριού, φύγαμε μ’ ένα μπογαλάκι στον ώμο. Περνούσαμε απ’ τα διπλανά χωριά, εκλιπαρούσαμε για ένα ποτήρι νερό – και δεν μας έδινε κανείς. Μόνο στη Φούφα μας φιλοξένησε μια οικογένεια Σλαβομακεδόνων, ως το τέλος του Πολέμου. Στη λευτεριά, πήγαμε Θεσσαλονίκη, όπου ο πατέρας βρήκε δουλειά σε μια τεχνική σχολή, τον «Ευκλείδη».

Η ΜΟΥΣΙΚΗ δεν ξέρω να σου πω πώς ακριβώς μπήκε στη ζωή μου. Μάλλον… από μόνη της! Ο πατέρας μου έλεγε πως, όταν το γραμμόφωνο που είχαμε άρχιζε να ξεκουρδίζεται, του φώναζα «κουρδίζει, κουρδίζει». Kατάλαβε ότι είχα «αφτί».

Η ΠΡΩΤΗ κιθάρα μου, ήταν του θείου μου, με μία χορδή. Τη σκάλιζα. Ώσπου έμαθα κι έπαιζα το πρώτο τραγούδι: «Tσιγγάνα μαυρομάτα, αντάμωσα στη στράτα…» Μου ‘λεγε η γιαγιά πως, όταν τ’ άκουσε ο θείος μου, τρελάθηκε! «Για ξαναπαίξ’ το… Το παιδί έχει ταλέντο».

ΤΙ ΕΙΝΑΙ το ταλέντο; Μια ενεργειακή επίδραση, που κάποιοι άνθρωποι έχουν ένα μέρος του εγκεφάλου τους έτοιμο να τη διαχειριστεί. Ο εγκέφαλος, δηλαδή, είναι απλά ο επεξεργαστής. Το ταλέντο είναι κάτι άλλο. Έξω απ’ αυτόν…

ΕΤΣΙ, κιθάρα έμαθα μόνος μου. Άκουγα τα ακόρντα κι έψαχνα να τα βρω. Κάποια στιγμή απλά, ένας συγγενής μου έστειλε απ’ την Αμερική ένα βιβλίο («Mel Bay Chord Book») και πάλευα να αντιγράψω απ’ τις εικόνες. Έπρεπε να περάσω τα 30, ήδη επαγγελματίας, για να πάρω κάποια μαθήματα.

ΖΟΥΣΑ, τότε, στη Γενεύη. Κι έμαθα ότι βρισκόταν εκεί ένας καθηγητής, μύθος για μένα, ο Jose Aspiazu. Ισπανός. Μια μέρα, λοιπόν, του χτυπάω στην πόρτα. «Σας θαυμάζω, είμαι επαγγελματίας, αλλά δεν έχω μάθει ποτέ κιθάρα!» Μου λέει «και πώς γίνεται αυτό;» Έλα, ντε…

ΤΟ 1953, με τον Κώστα Τρούπτσιο και τον Φίλιππο Παπαθεοδώρου, φτιάξαμε το «Τρίο Καντσόνε». Απ’ τα πάρτι στη γειτονιά ξεπήδησε. Εγώ, με… δανεική κιθάρα. Τη δική μου, την είχε σπάσει ο πατέρας μου! Βλέπεις, κάναμε διάφορα. Τις Δευτέρες, την κοπανούσαμε απ’ το σχολείο και παίζαμε σ’ ένα πατάρι. Μια χρονιά έμεινα από απουσίες!

ΑΛΛΟΤΕ, δυο φίλοι, μαστοράντζες, μου είπαν να πάμε ν’ ακούσουμε τον Τσιτσάνη στην «Καλαμίτσα» (τότε στη Θεσσαλονίκη υπήρχε το «Καλαμάκι» και η «Καλαμίτσα»). Το… σχέδιο ήταν να πάμε με το φορτηγό του ξαδέλφου του ενός φίλου και να καθίσουμε απ’ έξω, στην καρότσα, να ακούμε. Ο τύπος, όμως, μας παράτησε κι έφυγε.

ΞΑΦΝΙΚΑ, που λες, σκάει η ασφάλεια. Συλλαμβάνει εμένα κι άλλον έναν. «Αλήτες, χασικλήδες!» Μας χώνουν στο μπουντρούμι. Το βράδυ μας έφεραν κάθε καρυδιάς καρύδι! Εγώ, με κοντά παντελονάκια, είχα κολλήσει στη σιδερένια πόρτα κι έτρεμα!

ΤΟ ΠΡΩΙ ήρθε ο διοικητής, ο Βαρδουλάκης˙ φημιζόταν πως έπιανε τους κομμουνιστές εντός 24ώρου, φόβος και τρόμος. «Αυτόν εδώ, γιατί τον φέρατε;» • «Ήταν στου Τσιτσάνη, με τους χασικλίδες!» Με πιάνει: «Ήσουνα εσύ στου Τσιτσάνη;» • «Απ’ έξω. Με πήγαν κάτι γνωστοί με το φορτηγό και… ξεμείναμε!» • «Και σ’ αρέσει εσένα ο Τσιτσάνης;» • «Ε, καμιά φορά ακούει ο θείος μου… Μ’ αρέσει, ναι.» • «Και σ’ εμένα αρέσει! Πάρε δρόμο και μην σε ξαναδώ!»

ΧΡΟΝΙΑ μετά, όταν έκανα παραγωγή στον Τσιτσάνη, στο «Καράβι απ’ την Περσία», του είπα την ιστορία: «Ο Βαρδουλάκης; Φίλος!» μου απάντησε. «Μισούσε τους κομμουνιστές, αλλά εμένα με λάτρευε!»

«Ως “Tρίο Καντσόνε”, βλέπαμε ότι το συγκεκριμένο, χορευτικό στιλ δεν είχε μέλλον. Έτσι πήραμε τον Κλεάνθη Πανταμόπουλο και κάναμε ένα κουϊντέτο με… νονό τον Μάνο Χατζηδάκι: “Οι Αθηναίοι”»

ΜΕ ΤΟ «Τρίο Καντσόνε» τραγουδούσαμε πρώτα στο Σταθμό του Γ’ Σώματος Στρατού, κοντά στη ΔΕΘ. Σε διαφημιστικά του Άλκη Στέα – 40 δρχ. και οι τρεις. Χαρτζιλικάκι, αλλά δημιουργήσαμε κοινό. Μας άκουγαν και στο ραδιόφωνο, αρχίσαμε και σε μαγαζιά – με αρχή, ένα στην Ευαγγελίστρα. Ώσπου ήρθε η Αθήνα. Πώς;

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Οικονομίδης (ερχόταν πάντα στην Έκθεση, στη Θεσσαλονίκη, με αθηναϊκό θίασο / Τρίο Γκιτάρα, Μάγια Μελάγια, Τόνυ Μαρούδας…), έκανε κάθε εβδομάδα στο ραδιόφωνο διαγωνισμό ταλέντων κι ένα live στο μαγαζί που εμφανιζόταν. Αποφασίσαμε, λοιπόν, να δοκιμάσουμε. Κερδίσαμε το πρώτο βραβείο απ’ το κοινό, μια χρυσή λίρα – και μάλιστα, επειδή κανείς ταξιτζής δεν είχε να μας τη «χαλάσει», αναγκαστήκαμε να επιστρέψουμε Θεσσαλονίκη με… τα πόδια! Ο Οικονομίδης, στο μεταξύ, ενθουσιάστηκε. Και μας έκλεισε στο «Άλσος», για καθημερινές εμφανίσεις…

Με τον σπουδαίο, Γιώργο Οικονομίδη. Αυτός τους κατέβασε Αθήνα (πηγή: catisart.gr).

ΚΑΝΑΜΕ πολύ νοικοκυρεμένη δουλειά – ο Φίλιππος, πέρα από πολύ καλός μουσικός, ήταν εξαιρετικός και στην οργάνωση. Τα κομμάτια τα γράφαμε σε παρτιτούρες και πάνω σ’ αυτές «δουλεύαμε» τις φωνές, τις εναρμονίσεις – όχι… μπουζουαρζίδικα πράγματα. Πολλές φορές ακούω τα τότε τραγούδια μας και σκέφτομαι «μα, είναι δυνατόν να κάναμε τόσο προηγμένα πράγματα;» Ήταν, όμως, η αντίληψή μας: να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Καλύτερο…

ΕΤΣΙ, σε συνδυασμό με την πειθαρχία μας, μας έπαιρναν όλοι οι μαέστροι της ραδιοφωνίας στα προγράμματά τους. Στα μαγαζιά (στην Πλάκα, στου Παπαχειμώνα, στα «Αστέρια», στην «Αθηναία»…). Και στο σινεμά˙ ο Αλέκος Σακελλάριος μας λάτρευε. Μας ήξερε απ’ τα club, ενώ του είχε κάνει εντύπωση το ότι ήμασταν όλοι σπουδαγμένοι και… ξανθοί, για την εποχή!

O Δήμαρχος της Ρόδου μας κάλεσε να μας τιμήσει για τη συμβολή μας στην «άνοδο» του νησιού. Ήταν εκεί και πολλοί παλιοί μας θαυμαστές! Mε τα εγγόνια τους!

ΑΛΛΟΤΕ, ντουμπλάραμε τους ηθοποιούς (όπως στο «Η Aλίκη στο Ναυτικό» / «Tράβα μπρος…»), άλλοτε, εμφανιζόμαστε κανονικά. «Η Κυρά μας η Μαμή» (τραγουδήσαμε Μωράκη, στην ακρογιαλιά της Λούτσα – απ’ τις ωραιότερες ταινίες), «Ψιτ… Κορίτσια», «Μια ξένη πέρασε», «Κάθε εμπόδιο για καλό»… Άρχιζε, όμως, να μας «τρώει» πού θα πάει όλο αυτό.

ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ, χορευτικό στιλ, βλέπαμε ότι δεν είχε μέλλον – έρχονταν και ιταλικά συγκροτήματα και βλέπαμε ότι κάτι τέτοιο έπρεπε να κάνουμε. Έτσι, πήραμε τον Κλεάνθη Πανταμόπουλο, ωραία φωνή και κάναμε ένα κουιντέτο, με… νονό τον Μάνο Χατζηδάκι: «Οι Αθηναίοι».

ΠΡΩΤΗ μας δουλειά, στη Ρόδο. Φοβερή επιτυχία. Ο τζίρος του club που εμφανιζόμασταν, το «Θέρμαι», με διευθυντή τον Στεργιόπουλο και το οποίο βρισκόταν στον αυλόγυρο του ξενοδοχείου της Εθνικής Τράπεζας, ήταν μεγαλύτερος απ’ του ξενοδοχείου! Ουρές!

ΠΡΙΝ από 3-4 χρόνια ο Δήμαρχος της Ρόδου μας κάλεσε να μας τιμήσει για τη συμβολή μας στην τουριστική «άνοδο» του νησιού. Το συγκινητικό; Ήταν εκεί και πολλοί παλιοί μας θαυμαστές! Έλληνες, ακόμη και ξένοι (από Ολλανδία, Γερμανία…) με τα εγγόνια τους!

Οι “Αθηναίοι” σε… υπαίθρια πόζα!

ΣΤΗ ΡΟΔΟ δουλέψαμε δύο καλοκαίρια, το ’62-’63. Και μετά, Ευρώπη. Βλέπεις, στη Ρόδο –ανερχόμενη, τότε, τουριστικά- έρχονταν πολλοί ξένοι. Μια φορά, λοιπόν, ήρθε ένας Ολλανδός ο Campers, που είχε club στο Άμστερνταμ: το «Βlue Note» (Mπλε Νότα). Μας αγάπησε τόσο, που μας πήρε μαζί. Δύο σεζόν, για δύο μήνες. Κι από εκεί, Ρότερνταμ, Σουηδία, Τίβολι, Ισπανία, όλη την Ευρώπη. Και από «Αθηναίοι», γίναμε «Les Atheniens» (γαλλικά) και «The Athenians» (αγγλικά). Και να ξέρεις: Ήμαστε το μόνο γκρουπ, που δεν τσακωθήκαμε ποτέ! Φίλοι, ακόμη και τώρα…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ