27.9 C
Corfu
Κυριακή, 16 Αυγούστου, 2026

Ο Σπύρος Ρουβάς στο 8ο Συνέδριο για τις Ελληνικές Φιλαρμονικές Ορχήστρες

Η Ελληνική Φιλαρμονική Εταιρεία και η Φιλαρμονική Εταιρεία Νάουσας διοργανώνουν, από τις 31 Αυγούστου έως τις 2 Σεπτεμβρίου, στο Δημοτικό Θέατρο Νάουσας, μια 3ήμερη συνάντηση αφιερωμένη στις ελληνικές φιλαρμονικές ορχήστρες, στη μουσική τους πράξη, στην εκπαίδευση, στο ρεπερτόριο, στη διεύθυνση, στην ιστορία και στο δημόσιο και κοινοτικό τους ρόλο.

Αρχιμουσικοί, μουσικοί, εκπαιδευτικοί, ερευνητές και φίλοι του θεσμού θα συναντηθούν στη Νάουσα, για να ανταλλάξουν εμπειρίες, να παρουσιάσουν τη δουλειά τους και να συζητήσουν τις προκλήσεις και τις προοπτικές των Ελληνικών Φιλαρμονικών.

Το συνέδριο δεν απευθύνεται μόνο στους ειδικούς ή στους ανθρώπους των φιλαρμονικών. Απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο που ενδιαφέρεται για τη μουσική, τη μουσική εκπαίδευση, την πολιτιστική ζωή των τόπων, τη συλλογική δημιουργία και τη θέση των φιλαρμονικών στη σύγχρονη κοινωνία.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει εισηγήσεις, συζητήσεις, εργαστήρια, ορχηστρική εργασία και συναυλίες, συνδέοντας τον θεωρητικό προβληματισμό με τη ζωντανή μουσική εμπειρία.

Στο Συνέδριο συμμετέχει ως ομιλητής ο Αναπληρωτής Αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Εταιρίας Μάντζαρος και Καθηγητής Μουσικής Σπύρος Ρουβάς με θέμα: “Διασκευή και Σύνθεση για Σύνολα Πνευστών και Μπάντα με απλά υλικά – Τεχνική και Αισθητική προσέγγιση”.

Σπύρος Ρουβάς: Στο σημερινό μπαντιστικό κόσμο, οι μαέστροι μπάντας είμαστε μάλλον «πλούσιοι» και «τυχεροί». Αυτό, γιατί μας παρέχεται απλόχερα πρόσβαση σε ρεπερτόριο κάθε είδους κι επιπέδου αλλά και σε αναρίθμητο εκπαιδευτικό υλικό εκμάθησης οργάνων. Επίσης, έχουμε απεριόριστη σχεδόν πρόσβαση σε οπτικοακουστικό υλικό, το οποίο μας επιτρέπει να δούμε και κυρίως να ακούσουμε τι συμβαίνει στον τομέα της μπάντας σήμερα, σε όλο τον κόσμο και ίσως και σε πραγματικό χρόνο. Παρά το μέγα πλήθος του υπάρχοντος ρεπερτορίου στο εμπόριο, είτε χάριν των χρηστικών αναγκών της μπάντας μας είτε κατ’ επιλογή, σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται εκτός της ενοργάνωσης κάποιων έργων, να εργαστούμε και στα πεδία της διασκευής ή της σύνθεσης για μπάντα. Με την παρούσα εισήγηση θα επιχειρήσω να δώσω ιδέες με τις οποίες μπορεί ένας σύγχρονος μαέστρος μπάντας να δημιουργήσει ενδιαφέρουσες διασκευές ή συνθέσεις, οι οποίες αφενός δεν θα«αφομοιώνονται» μέσα στον πακτωλό άλλων ομοειδών συνθέσεων & αφετέρου θα έχουν αξιόλογα αισθητικά χαρακτηριστικά ώστε να καταλαμβάνουν σημαντικό χώρο στο σημερινό ρεπερτόριο της μουσικής πνευστών.

Ο Σπύρος Ρουβάς, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε μουσική στη Φιλαρμονική Εταιρία «Μάντζαρος» και στα Ωδεία Κερκύρας και Ιόνιο, απ’ όπου έλαβε πτυχία Αρμονίας, Αντίστιξης, Ενοργάνωσης Πνευστών και Διεύθυνσης Μπάντας, Φούγκας, Δίπλωμα Σύνθεσης και Δίπλωμα Τρομπονιού. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου με Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στη Σύνθεση, κάτοχος του Diploma ALCM in Conducting του London College of Music, ενώ σπούδασε Διεύθυνση Μπάντας στην Libera Accademia DAS, της Associazione Musicale Amadeus, στοFermo της Ιταλίας.

Επίσης, είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης & Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, στο αντικείμενο της Ενοργάνωσης & κριτικής έκδοσης πρωτότυπων έργων για μπάντα Ελλήνων συνθετών του 19ου αιώνα.

Έχει συνθέσει έργα για μπάντα, συμφωνική ορχήστρα, σύνολα μουσικής δωματίου, φωνητική μουσική, μουσική για παιδικό θέατρο και σχολικές παραστάσεις και σχολικά τραγούδια. Επίσης, έχει μεταγράψει για σύνολα πνευστών & μπάντα έργα πολλών συνθετών της Επτανησιακής Σχολής, με στόχο την ανάδειξη και διάδοση του έργου τους. Έργα και μεταγραφές του εκδίδονται από την Sheet Music Plus (www.sheetmusicplus.com) και τον J.W. Pepper (www.jwpepper.com). Το έργο του “Prelude for Meditation”, για συμφωνική μπάντα, μοιράστηκε το 2ο βραβείο στον Α’ Πανελλήνιο Διαγωνισμό Σύνθεσης πρωτότυπου έργου για Μπάντα που διοργάνωσε το 2014 η Φ.Ε. “Μάντζαρος”, ενώ έχει συμμετοχές σε Πανελλήνιους & Διεθνείς διαγωνισμούς σύνθεσης.

Από το 2003 υπηρετεί ως καθηγητής μουσικής στην Α’/θμια Εκπαίδευση, ενώ από το 2004 διδάσκει Ανώτερα Θεωρητικά στο Ιόνιο Ωδείο και από το 2019 στο Ωδείο Κερκύρας. Από το 2004 ως το 2017 υπηρέτησε ως Αρχιμουσικός στο Φιλαρμονικό Σύλλογο Σκριπερού. Tον Ιανουάριο του 2014 προσελήφθη ως Υπαρχιμουσικός στη Φ.Ε. “Μάντζαρος” ενώ από τον Ιούνιο του 2019 είναι Αναπληρωτής Αρχιμουσικός. Aπό τον Σεπτέμβρη του 2018 είναι Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Κέντρου Επτανησιακής Μουσικής και Πολιτισμού της Χορωδίας Κέρκυρας. Επίσης, είναι διδάσκων του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει πραγματοποιήσει ανακοινώσεις σε επιστημονικά συνέδρια καθώς και ομιλίες που αφορούν τον χώρο της μπάντας και της μουσικής πνευστών. Είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, του Πανελληνίου Συλλόγου Αρχιμουσικών (ΠΑΣΥΔΑΥΦΟ) και της WASBE (World Association of Symphonic Bands and Ensembles.

Χρειάζεται σήμερα ένας τόπος τη Φιλαρμονική του;

Στις εβδομάδες που προηγούνται του συνεδρίου έχει ανοίξει ένας δημόσιος διάλογος γύρω από ορισμένα θεμελιώδη ερωτήματα που αφορούν τη θέση και το μέλλον της φιλαρμονικής σήμερα. Το πρώτο από αυτά είναι ίσως και το ουσιαστικότερο: “Χρειάζεται σήμερα ένας τόπος τη φιλαρμονική του”;

Το κείμενο που ακολουθεί επιχειρεί να εξετάσει το ερώτημα όχι ως αυτονόητη επιβεβαίωση της χρησιμότητας ενός θεσμού, αλλά ως αφετηρία σκέψης για τη μουσική παιδεία, τη δημόσια μνήμη, την πολιτιστική ταυτότητα, τη συλλογική ζωή και τη δυνατότητα της φιλαρμονικής να αποτελεί μια ζωντανή μουσική πρόταση για τον τόπο της. Για 3 ημέρες, η Νάουσα γίνεται το σημείο συνάντησης του ελληνικού φιλαρμονικού χώρου.

Το ερώτημα μπορεί να μοιάζει άβολο, ίσως και προκλητικό.

Σε μια εποχή όπου οι μορφές κοινότητας αποδυναμώνονται και μεγάλο μέρος της εμπειρίας και της επικοινωνίας μεταφέρεται σε ατομικά, ψηφιακά περιβάλλοντα, έχει ακόμη θέση ένας θεσμός που γεννήθηκε σε άλλες ιστορικές συνθήκες και συνδέθηκε, για πολλές δεκαετίες, με παρελάσεις, τελετές, επετείους, θρησκευτικές εορτές και συλλογικές στιγμές της πόλης;

Η απάντηση δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στο κύρος της ιστορίας. Η ιστορική διαδρομή μιας Φιλαρμονικής είναι πολύτιμη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει τη σημασία της στο παρόν. Ένας θεσμός που περιορίζεται στην επίκληση του παρελθόντος, χωρίς να ανανεώνει τη σχέση του με τις σημερινές συνθήκες, κινδυνεύει να γίνει περισσότερο ανάμνηση παρά ζωντανή παρουσία.

Ο τελετουργικός κι επετειακός ρόλος της Φιλαρμονικής δεν είναι δευτερεύων. Μέσα από παρελάσεις, λιτανείες, εθνικές και τοπικές επετείους, η Φιλαρμονική συμμετέχει σε στιγμές όπου η πόλη αναγνωρίζει τα σύμβολα, τη μνήμη και τη συνέχεια της δημόσιας ζωής της. Ωστόσο, η σημασία της δεν εξαντλείται σε αυτές τις περιστάσεις.

Πίσω από κάθε δημόσια εμφάνιση υπάρχει ένας κόσμος λιγότερο ορατός, αλλά εξίσου σημαντικός: παιδιά και νέοι που γνωρίζουν τα όργανα, παλαιότεροι μουσικοί που μεταφέρουν εμπειρία, πρόβες όπου η δυσκολία γίνεται σταδιακά κοινός ήχος, επαφή με έργα, συνθέτες και μουσικές παραδόσεις που ανοίγουν τον ορίζοντα των μελών, συναντήσεις με μουσικούς και σύνολα από άλλους τόπους. Εκεί η Φιλαρμονική γίνεται κάτι περισσότερο από εικόνα μιας τελετής: γίνεται ζωντανό, παλλόμενο κύτταρο μουσικής ζωής μέσα στην πόλη.

Αυτό είναι ίσως το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της. Ο ήχος της δεν ανήκει σε κανέναν μόνο του. Γεννιέται από τη σχέση των μουσικών μεταξύ τους, από την ακρόαση, την ανταπόκριση, την ένταξη του κάθε οργάνου στο σύνολο. Η ατομική δεξιότητα δεν εξαφανίζεται, αλλά αποκτά νόημα μέσα σε μια κοινή μορφή. Γι’ αυτό η Φιλαρμονική δεν είναι μόνο μουσικό σύνολο. Είναι και κοινωνική εμπειρία.

Η Φιλαρμονική διδάσκει κάτι που υπερβαίνει την εκμάθηση ενός οργάνου. Διδάσκει την εμπειρία του κοινού χρόνου, την ανάγκη της ακρόασης, τη συνείδηση ότι η προσωπική προσπάθεια αποκτά άλλο νόημα όταν εντάσσεται σε ένα συλλογικό αποτέλεσμα. Διδάσκει ότι η συμμετοχή δεν είναι απλή παρουσία, αλλά σχέση με τους άλλους, με τον ήχο, με τον χώρο και με τη μνήμη της πόλης.

Μπορεί όμως να επιτελέσει και έναν ακόμη ρόλο, εξίσου σημαντικό: να αποτελέσει μια ζωντανή και πρωτοποριακή μουσική πρόταση για τον τόπο της. Η ιδιαίτερη οργανική της σύνθεση, η ευελιξία της ενορχήστρωσης και η δυνατότητά της να κινείται ανάμεσα σε διαφορετικά μουσικά ιδιώματα της επιτρέπουν να αποδίδει ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα ρεπερτορίου, από την παραδοσιακή μουσική και τα ιστορικά έργα έως τη σύγχρονη δημιουργία και την avant-garde.

Αυτή ακριβώς η ευρύτητα μπορεί να ανοίξει δρόμους για νέες, υβριδικές μορφές μουσικής πράξης. Η Φιλαρμονική μπορεί να συμπράξει με παραδοσιακά σχήματα, λαϊκές ορχήστρες, σύνολα τζαζ, ποπ ή ροκ μουσικής, χορωδίες, χορευτικές ομάδες, θεατρικά σχήματα και καλλιτέχνες από διαφορετικά πεδία. Μπορεί να συνδέσει μουσικές γλώσσες που συνήθως εμφανίζονται χωριστά, να επανεξετάσει τοπικά μουσικά ιδιώματα, να συνομιλήσει με τη σύγχρονη δημιουργία και να προσφέρει στο κοινό εμπειρίες που δεν θα μπορούσαν να γεννηθούν εύκολα μέσα από άλλους θεσμούς.

Με αυτή την έννοια, η Φιλαρμονική δεν είναι ταγμένη να ακολουθεί μόνο τον πολιτιστικό παλμό ενός τόπου. Μπορεί να τον αφουγκράζεται, να τον διαμορφώνει και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να προηγείται. Να δημιουργεί νέες συναντήσεις, να φέρνει σε επαφή διαφορετικά ακροατήρια, να προσφέρει μουσικές διεξόδους και να λειτουργεί ως εργαστήριο συλλογικής καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Από αυτή την άποψη, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν μια πόλη χρειάζεται Φιλαρμονική. Το ερώτημα είναι τι είδους Φιλαρμονική χρειάζεται σήμερα μια πόλη.

Χρειάζεται μια Φιλαρμονική που να τιμά την παράδοσή της και να τη μεταφέρει δημιουργικά στο παρόν. Που να υπηρετεί τις τελετές της πόλης, αλλά να αναγνωρίζεται και ως χώρος μουσικής παιδείας, συμμετοχής, δημόσιας παρουσίας και δημιουργικής συνέχειας. Που να απευθύνεται στους νέους, στις οικογένειες, στους παλαιούς και νέους μουσικούς, αλλά και σε κάθε πολίτη που μπορεί να αναγνωρίσει σε αυτήν κάτι περισσότερο από έναν γνώριμο ήχο επετειακών στιγμών.

Χρειάζεται, επίσης, μια Φιλαρμονική που να μην φοβάται να ανανεώνει το ρεπερτόριό της, να αναζητεί νέες μορφές συνεργασίας και να δοκιμάζει τρόπους με τους οποίους ο ήχος της μπορεί να συνομιλήσει με το παρόν. Όχι για να αρνηθεί την ταυτότητά της, αλλά για να αποδείξει ότι η ταυτότητα ενός ζωντανού θεσμού δεν είναι στατική. Είναι διαρκής σχέση ανάμεσα στη μνήμη, την εμπειρία και τη δημιουργία.

Η Φιλαρμονική υπενθυμίζει ότι η μουσική μπορεί ακόμη να είναι δημόσιο γεγονός. Όχι απλώς ακρόαμα, αλλά συνάντηση. Όχι μόνο αισθητική εμπειρία, αλλά κοινωνική πράξη. Όχι μόνο ήχος, αλλά κοινός χρόνος μέσα στον δημόσιο χώρο.

Γι’ αυτό ένας τόπος χρειάζεται τη Φιλαρμονική του. Όχι μόνο ως μνήμη, αλλά ως ζωντανό μουσικό κύτταρο της δημόσιας ζωής του. Ως χώρο παιδείας, συνύπαρξης, δημιουργίας και καλλιτεχνικής ανανέωσης. Ως ένα τρόπο να ακούει, μέσα στον χρόνο, κάτι από τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και κάτι από εκείνο που μπορεί ακόμη να γίνει.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ