16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Club Mediterranee, αυτός είναι ο μύθος σου…

Η ανεπανάληπτη ιστορία – μύθος του «γαλλικού χωριού», μέσα από λόγο και σπάνιες εικόνες εποχής.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

ΔΑΣΙΑ ΠΡΟΣ ΥΨΟ… Έμπα της δεκαετίας του ‘50… Η ιδέα ενός Βέλγου, πρώην διεθνούς υδατοσφαιριστή, του Gerald Blitz (1912-1990), τεντώνεται σε μια φθηνή ψάθα, δροσίζεται απ’ το πρώτο, μικρό κύμα μιας ψαρόβαρκας και σπέρνει ιστορία. Ο μύθος του θρυλικού «Club Mediterranee», μόλις άρχιζε…

«ΜΙΑ ΜΕΡΑ, το ‘49», έχει πει, «έκανα διακοπές με τον γιο μου στην Κορσική. Άνθρωποι απολάμβαναν τις αμμουδερές, απομονωμένες παραλίες, αλλά δεν είχαν ιδέα πώς, από εκεί και πέρα, να περάσουν το χρόνο τους. Τότε, σκέφτηκα κάτι…».

ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ μετά, ενώ ο αστικός μύθος γοητευόταν να ισχυρίζεται πως, στην πραγματικότητα, η ιδέα ανήκε στον Γάλλο κολυμβητή, Πολ Μοριέν και το ζεύγος Λαζάρεφ (ιδιοκτήτες του περιοδικού «Elle»), που «έτρεχαν» ήδη ένα project δημιουργίας «χωριών» για ανάπαυση και προετοιμασία αθλητών, η φάμπρικα του Blitz θα άνοιγε με πρώτο σταθμό (άνοιξη 1950) την Alcudia, στη Majorca. Ένα μικρό, γραφικό ψαροχώρι, δίχως ρεύμα και τρεχούμενο νερό, με προσκεκλημένους παλαιούς του φίλους (απ’ τους αθλητικούς στίβους ή τα πεδία των μαχών) κι ενοικίαση 200 σκηνών και μαγειρικών σκευών, που φθάσαν’ σιδηροδρομικώς.

ΑΠΟΔΕΚΤΟ; Από τον κόσμο, ναι. Από τον… Φράνκο, όχι! «Απειλούσε», έλεγε, «τα ήθη»… Ο Blitz το είχε πάρει, όμως, το μήνυμα («προχώρα, αξίζει»). Και ήδη κοίταζε αλλού…

Το παλαιότερο γνωστό video του Corfu Club Med., απ’ το αρχείο του Marcel Contal

ΤΟ 1956, με «όχημα» το εξαιρετικά χαμηλό κόστος των διακοπών, είχε ήδη «χτίσει» έξι χωριά –κάπου 16.000 μέλη. Το ’57, προστέθηκαν τα δύο πρώτα χειμερινά. Φθάνοντας, εντέλει -και μετά το deal με τον Gilberto Trigano (πρώτος προμηθευτής των περίφημων καλυβών, συνεργασία που στην πορεία γέννησε την κατασκευή και πώληση εξοπλισμού κατασκηνώσεων, υποβρύχιων δράσεων κι ενοικίασης σκαφών, απογειώνοντας τον ετήσιο τζίρο)- να εξελιχθεί σ’ ένα top level world project, με πάνω από 25 «σταθμούς» (87.000+ κλίνες) σε κάθε γωνιά της υδρογείου. Ντζέμπρα (Τυνησία), Δυτικές Ινδίες, Μπαλί, Ταϊτή, Κορσική, Σαρδηνία, Βαλεαρίδες, Καραϊβική, Νέα Καληδονία, Σικελία, Ισραήλ, Μεξικό…

ΑΠΟ ΕΞΩΤΙΚΕΣ λιμνοθάλασσες, μέχρι τα αυστηρά ύψη των γαλλο-ελβετικών Άλπων (μια winter εκδοχή). Και το 1953, opening για Κέρκυρα, Δασιά. Η πρώτη διεθνής, τουριστική μονάδα, που γνώρισε ο τόπος, το πρώτο all inclusive «Club Med.», που, παγκοσμίως, έλαβε σάρκα και οστά, αποκαλύπτοντας εμφατικά όλα εκείνα τα… εξωτικά χαρακτηριστικά που, τα επόμενα χρόνια, θα απογείωναν το μύθο. Πρώτα πιο «αφελώς». Γρήγορα, πιο «οργανωμένα» (μέσ’ τον free style χαρακτήρα του). Διαμορφώνοντας τάσεις στον έκτοτε ελληνικό τουρισμό.

«ΜΟΛΟΝΟΤΙ ελάχιστοι Έλληνες είχαν πρόσβαση στις εγκαταστάσεις, το μεγάλο ενδιαφέρον που έδειξε ο τοπικός, αλλά και ο διεθνής Τύπος επιβεβαίωνε πόσο πρωτότυπη κατάσταση αποτελούσε για την ανερχόμενη τουριστική βιομηχανία των νησιών» σημειώνουν οι Κορνέτης – Κοτσοβίλη – Παπαδογιάννης. «Το “χωριό” της Κέρκυρας είχε καταδείξει πως οι δραστηριότητες θαλάσσιας αναψυχής ήταν το μέλλον του χώρου. Διαμορφώνοντας μια τάση νέας πολιτικής ως προς την αντιμετώπιση και αξιοποίηση της ελληνικής παραλίας. Ακόμη, όμως, κι ως προς τα αρχιτεκτονικά πρότυπα των νέων ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων, που χτίστηκαν εκείνη τη δεκαετία…».

Για την αποθήκευση των μεγάλων ποσοτήτων άχυρου που χρειαζόταν για τις καλύβες, αλλά και γι’ άλλες εκδηλώσεις, οι υπεύθυνοι του Club Med. ενοικίασαν το 1953 χώρους του «Castello».

Η ΕΠΙΛΟΓΗ της περιοχής στεκόταν αντάξια απέναντι στο, ιδεολογικά, κυρίαρχο τρίπτυχο «θάλασσα, άμμος, ήλιος». «Το “χωριό”» γράφει ο Gilbert Rogin (Sports Illustrated), «έπρεπε να μοιάζει με… ιστιοφόρο που ταξιδεύει πάνω στα νερά του Ιονίου». Έμοιαζε…

ΕΝΤΟΣ, η αισθητική και λειτουργική φυσιογνωμία του, άγγιζε ένα μοναδικό «πολυνησιακό» στιλ, κατ’ επιλογή, λέγεται, της δεύτερης συζύγου το Βlitz, Claudine Coindeau, που είχε ζήσει χρόνια στην Ταϊτή. Κάθε νέο γκρουπ που έφθανε (δια θαλάσσης) στο χώρο, τύγχανε υποδοχής απ’ τους «παλιούς» στην ξύλινη προβλήτα. Με χορούς, με μουσικές και με τραγούδια – γιορτή σκέτη. Με δώρα αυτοσχέδια, πολύχρωμα, λουλούδινα «στεφάνια», αψίδες από χόρτα ή καλάμια, ταϊτινά παρεό και τα sarong (το ενδυματολογικό σύμβολο της κοινότητας, μαζί με τα αποκαλυπτικά και τόσο… σκανδαλιστικά μπικίνι – για όλους, τουρίστες κι εργαζόμενους).

ΠΟΥ τα ‘βρισκαν; Εντός. Είχαν φροντίσει οι υπεύθυνοι να στήσουν φάμπρικα. Μοδίστρες και ραφτάδες, που τα ‘φτιαχναν και τα ‘διναν στον κόσμο! Μέχρι και μπουτίκ δημιουργήθηκε από ένα σημείο κι έπειτα! Κατά το θρύλο, η καθιέρωσή τους οφείλεται σ’ ένα, πρώιμο, ζευγάρι Ιταλών. Έφτιαξαν, φόρεσαν, άρεσαν. Τα άλλα, ιστορία…

ΜΕΤΑ, σε οδηγούσανε «στο σπίτι»: τις περίφημες καλύβες των τριών ατόμων, από άχυρο, με την τριγωνική «σκεπή» -μαζί με το υπαίθριο bar και τα λαξευμένα στην πέτρα τραπεζοκαθίσματα, διάσπαρτα ανάμεσα στα «ακατέργαστα» μονοπατάκια και τους γεροντοκορμούς των αιωνόβιων ελιών, οι βασικές «εγκαταστάσεις» του «χωριού».

ΜΕ ΚΥΡΙΑΡΧΗ την έννοια του λιτού, άλλες ανέσεις δεν υπήρχαν. Οι χώροι υγιεινής (ντους, W.C.) ήταν κοινόχρηστοι. Eφημερίδες, τρανζίστορ και τηλεοράσεις (ο,τιδήποτε μπορούσε να οικειώσει «επαφή» με την ανυπόφορη αστική «κανονικότητα») απαγορεύονταν αυστηρά. Oι μοναδικοί, ουσιαστικά, περιορισμοί, μαζί με το «no entry» σε παιδιά προσχολικής ηλικίας.

ΤΟ ΓΕΥΜΑ και το δείπνο γινόταν μαζικά, ενώ μια εντυπωσιακή ιδιαιτερότητα υπήρχε και στο κομμάτι των συνδιαλλαγών για την αγορά των όποιων extras: δεν γίνονταν με πραγματικό χρήμα, αλλά με… χρωματιστές χάντρες (μια προδρομική μορφή του «πλαστικού»), που κουβαλούσαν πάνω τους, σε κολιέ ή σε βραχιόλια. Ήθελες ποτό; Τρεις κόκκινες. Ένα σουβενίρ; Δυο πράσινες.

ΠΑΡΑΞΕΝΟ, πρωτότυπο, αλλά, αφ’ ενός πρακτικό (τα παρεό και τα sarong δεν είχαν… τσέπες), αφ’ ετέρου συνεπές απέναντι στον πρωτοκυτταρικό άξονα του Blitz: μπορεί το «πελατολόγιο» να απαρτιζόταν από μια ευρεία γκάμα (επαγγελματίες, διανοούμενοι, φοιτητές, έμποροι, «χωριάτες» ή αστοί), η ζωή, ωστόσο, στα «χωριά», προϋπέθετε την ανάπτυξη ενός status απόλυτης ενότητας, ισότητας και αφανισμού κάθε αστικού καταλοίπου και διαχωρισμών. Ταξικών, θρησκευτικών, φυλετικών, ιδεολογικών. Και, βεβαίως, οικονομικών…

ΑΡΚΟΥΣΕ η φύση, το πράσινο, το γαλάζιο και το όνειρο –μπροστά σ’ αυτά, όλοι ήταν ίσοι. Η ηλιοκαμμένη αλμύρα αραχτή στις παπυρέλες της άμμου, ο ήχος της κιθάρας (έστω, ανάμικτος με το γρύλλισμα της γεννήτριας και το βουϊτό των κουνουπιών), μια hippie, παιχνιδιάρικη διάθεση, με αυστηρά εξορισμένο κάθε προβληματισμό ή δέσμευση, αυθόρμητα ένστικτα, ελευθερία, έρωτας (με χαρακτηριστική ανεκτικότητα στην περιστασιακή σεξουαλικότητα) και ρούχα λιγοστά.

«ΜΕ ΤΟ ΜΑΓΙΟ, όλοι είναι ίδιοι» έλεγαν. Και όλοι είχαν ένα κοινό «όνομα»: «G.M.» Απ’ τ’ αρχικά του «Gentils Membres» («ωραία μέλη»). Ακόμη, δε, κι αν κάποιοι εμφανίζονταν πιο… δύσκολοι, γρήγορα τους παρέσυρε το κλίμα. Το επιβεβαίωναν το 1956, οι «Εικόνες»: «Εδώ, η “προσωπικότητα πόλης” του πελάτη επαναπροσδιορίζεται σε “προσωπικότητα διακοπών”…».

Εν μέσω… Βιετνάμ (1966), το θρυλικό “Life” αφιερώνει “σαλόνι” στο Club Med. της Κέρκυρας

ΦΥΣΙΚΑ, για τη συντηρητική, ακόμη, Κέρκυρα του ’50, του ’60, όλο αυτό το «ανάλαφρο» μοτίβο, έμοιαζε (άλλοτε) μ’ ένα μικρό μπρα-ντε-φερ. Οι…. νόνες έσκουζαν στη θέα των ημίγυμνων σαρκίων, οι νοικοκυραίοι σκανδαλίζονταν, αλλά η «κληρονομιά» ήταν διττή.

ΚΑΤ’ ΑΡΧΗΝ, όπως σημείωνε άλλοτε (στη «Μηχανή του Χρόνου») ο chef της εποχής, Πολυμέρης Κεντρός, «από εκεί που οι Κερκυραίες, ειδικά στα χωριά, έκαναν μπάνιο με… τα ρούχα, ήρθε το Mediterranee και τ’ άλλαξε όλα. Ήταν τεράστια η σημασία του στο να ξεπεράσει η τοπική κοινωνία ορισμένους συντηρητισμούς – κάποια φορά, ακραίους».

ΚΑΙ ΜΕΤΑ, ήταν η δημιουργία του μύθου των «καμακιών». «Στο Medirerranee γεννήθηκαν» συνεχίζει (στη Μ.Τ.Χ.) ο επιχειρηματίας, Κώστας Κολάγγης. «Το club δεν ήταν προσβάσιμο κι έτσι πολλοί νεαροί, ντόπιοι, ξεκινούσαν με τα μηχανάκια, μόλις έκλειναν τα μαγαζιά και δημιουργούσαν ουρές απ’ έξω για να γνωρίσουν τις τουρίστριες με τα μαγιό και τα παρεό». Τα… ραντεβού, μάλιστα, κορυφώνονταν τη στιγμή της αναχώρησης. Με το λιμάνι να γεμίζει μηχανάκια με επίδοξους «Greek lovers», για ν’ αποχαιρετίσουν τα… amore!

ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ότι, στα χρόνια της ακμής του, το Club έφθανε να «γεμίζει» πάνω από 500 καλύβες, φιλοξενώντας έως και 2000 άτομα το γέμισμα! Ο κυρίαρχος όγκος (ανανεωνόταν κάθε μία ή δύο εβδομάδες), ήταν Γάλλοι. Ακολουθούσαν Βέλγοι, Βρετανοί, Ελβετοί, Σκανδιναβοί και λίγοι Γερμανοί.

ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ περιλαμβανόταν η τακτική επίσκεψη κερκυραϊκών παραδοσιακών συγκροτημάτων, εκδρομικών βαρκάδων, αλλά και σειρά αθλητικών δραστηριοτήτων, υπό τις οδηγίες καταρτισμένων εκπαιδευτών – κομμάτι, άλλωστε, που ο Blitz είχε δώσει εξαρχής χαρακτηριστική φροντίδα. Aπό κολύμπι, καταδύσεις, water ski, scuba diving, ιστιοπλοϊα και ψάρεμα, μέχρι petanque, πινγκ-πονγκ, βόλεϊ, badminton, ποδηλατάδες, πεζοπορίες και… yoga.

ΑΛΛΟΤΕ, η δραστηριότητα διανθιζόταν με… φιλοσοφικές συζητήσεις, θεατρικές παραστάσεις ή ποιητικές βραδιές. Συναυλίες στην άμμο, με φόντο τα αστέρια, διαγωνισμούς, κάθε λογής summer games (με τα… μπουγελώματα σε ημερήσια διάταξη) και, φυσικά, ξέφρενα parties, με ποτό και πολύ – πολύ χορό. Συμπληρώνοντας συνεχώς, με νέα credits, μια συνθήκη, που χάρισε διεθνή δημοτικότητα στην Κέρκυρα μέσω αφιερωματικών αναφορών media brands όπως το «Life» και το «British Pathe», αλλά ακόμη και ο ταπεινός, εγχώριος (κι ανερχόμενος) ελληνικός κινηματογράφος.

ΤΡΑΝΗ απόδειξη, η ρομαντική κομεντί του Ντίμη Δαδήρα, «Ραντεβού στην Κέρκυρα», του 1960, με την Τζένη Καρέζη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη, γυρισμένη στο νησί και μ’ ένα καλό μερτικό των σκηνών εντός του περιλάλητου «χωριού»-  με κομπάρσους… κανονικούς τουρίστες!

ΗΤΑΝ ΠΡΟΦΑΝΕΣ πως η τεράστια φήμη που είχε αποκτήσει ήδη, πρώιμα το Club, «επέβαλλε» την «εκμετάλλευσή» του. Τόσο ως αναφορά – τοτέμ της Κέρκυρας της εποχής (μ’ έναν, μάλιστα, γοητευτικό μυστικισμό για το ελληνικό ακροατήριο, που δεν είχε εύκολη την πρόσβαση), όσο και… Πάντως, λίγο μετά, η ταινία και το track της, κυκλοφόρησαν κι εκτός νησιού, με τίτλο γαλλικό («Randezvous at Corfu»). Με τον μεγάλο Μάνο Χατζηδάκι, μάλιστα, να έχει προβλέψει κι ένα… special κομμάτι: το «Club Mediterranee Blues». Υπήρχε κάτι πιο ελκυστικό για τον ξένο σινεφίλ / ακροατή από μια αναφορά, που του ‘ταν τόσο, πια, ελκυστική και οικεία;

ΤΟ ΘΡΥΛΙΚΟ «χωριό» παρέμεινε σε πρώτο πλάνο για πάνω από 25 χρόνια. Άρχισε, σταδιακά, να «φθίνει» απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Μέχρι το οριστικό «λουκέτο», το 2003. Έκτοτε, οι μόνες που έμειναν ελεύθερες να αιωρούνται αδέσμευτες στην πολύχρωμη αιωνιότητα, ήτανε οι μνήμες. Δροσάτες, ηλιόφωτες και καλοκαιρινές. Σαν το όραμα του Blitz…  

«Το πιο απλό παιχνίδι του κόσμου»

«Εγκλωβισμένος πίσω απ’ τους τοίχους των γραφείων και των εργοστασίων, ο σημερινός άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να δραπετεύσει. Ονειρεύεται διακοπές, αλλά οι διακοπές είναι σπαρμένες με κινδύνους, οικονομικές ανησυχίες, κυνήγι ξενοδοχείων, οργανωμένο τουρισμό και τουριστικές παγίδες. Θέλουμε να ανησυχούμε γι’ αυτά, στη διάρκεια των διακοπών μας; Όχι. Επιθυμούμε να ζήσουμε ανάμεσα σε φίλους κάτω απ’ την αγκαλιά του ήλιου. Το χειμώνα στις παρθένες χιονοδρομικές πλαγιές και το καλοκαίρι στις αμμώδεις παραλίες. Ο άνθρωπος του χθες είναι, πια, εκτός… λειτουργίας. Γεννιέται, τώρα, ο νέος άνθρωπος. Ζητώντας να ξεπεράσει τη φρενήρη διαταραχή του βιομηχανικού πολιτισμού και ν’ ανακαλύψει τον φυσικό ρυθμό ζωής στον προνομιούχο χώρο των “χωριών” του Club Med. Με την υπόσχεση το βίωμα της ευτυχίας ενός νεογέννητος άνθρωπος, δίχως μνήμη ή ηλικία, που επιδίδεται στο πιο απλό –και υπέροχο- παιχνίδι του κόσμου: το μεγάλο παιχνίδι των απόλυτων διακοπών…»

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ