16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Τα λουτρά του Mon Repos / «Lido di Corfu»

Το 1937, δυο δαιμόνιοι επιχειρηματίες (Πετρόπουλος – Μαρινάκης), μίσθωναν και μετέτρεπαν τ’ αλλοτινά «βασιλικά λουτρά» στην πιο «μοδάτη» οργανωμένη πλαζ της εποχής.

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

ΣΤΟ δεξιό «φτερό» του Ανεμόμυλου. Δυο δράμια απ’ εκεί που, λέν’, υπήρχε άλλοτε, παλιά, το «Λιμάνι τ’ Αλκινόου»˙ το πολεμικό λιμάνι των Φαιάκων. Στο βορειοανατολικό, παράκτιο ακρόριο του Αγροκηπίου του Αγίου Παντελεήμονα (έπαυλης Mon Repos).

ΘΑΛΑΣΣΑ, νερό. Αρμύρα. Κι από πάνω, δέντρα. Ψηλά. Παρέα. Συγχορδία. Και οι ρεκλάμες φώναζαν: «Μοναδική πλαζ, που συνδυάζει τις ομορφιές της θάλασσας μέσα στη γοητεία του πρασίνου».

ΤΑ ΛΟΥΤΡΑ του Mon Repos. Και οι μνήμες της πιο «κοσμοπολίτικης» απ’ τις δυο κατ’ εξοχήν οργανωμένες, λαϊκές πλαζ του αστικού ιστού (η άλλη, «του Αλέκου», τ’ Αγίου Νικολάου). Του μπλε λεωφορείου, του «2», για Κανόνι και «Βασίλη». Του ξύλινου «πόντε» (με, παλαιότερα, στην άκρη, μια εξάμετρη εξέδρα), ιερό ατέλειωτων «σκαστών». Του «καρχαρία που έφαγε τη Βάντα», πάντα επίκαιρου στο στόμα των μεγάλων, κάθε φορά που δυο παραπάνω απλωτές σε ξεμάκραιναν απ’ τ’ οπτικό πεδίο τους. Οι μνήμες του τζουκ – μποξ. Ποδοσφαιράκι, φλιπεράκι, παιδική χαρά, παγωτό και ποικιλία κάτω απ’ τη σκιά, δίπλα στα δυο μικρά, κλειστά πηγάδια, που πάντα, διάολε, σου γεννούσαν το ίδιο, ‘κείνο ερώτημα: «Ρε συ, πόσο βάθος λες να έχουν;»

«ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ», θυμόταν ο Α. Δεσύλλας («Bόλτα στη Σπιανάδα», εκδ. «Έψιλον», 1997) για τους μεταπολεμικούς καιρούς, «κόστιζε δύο δραχμές και μια δραχμή επιπλέον, μας κόστιζε ο Λέων, ο καμπινιέρης, που φρόντιζε να μας εξασφαλίσει μια καλή καμπίνα, φύλαγε το ρολόι και το πορτοφόλι και έφερνε πριν την αναχώρηση μια λεκάνη με νερό, για να ξεπλύνουμε τα πόδια μας από τους άμμους και την αλμύρα. Υπήρχαν και άλλοι τρεις – τέσσερις καμπινιέρηδες στην πλαζ. Ο καθένας με τη δική του, τακτική πελατεία…»

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ της πλαζ αρχίζει παραμονές του Πολέμου. Πριν, ο αιγιαλός ήταν για χρόνια αδέσποτα ελεύθερος στον κόσμο, «όστις μεταβαίνει πεζή εις την εσχατιά εκείνην της Κερκύρας μόνον και μόνον διότι εκεί δύναται να πλυθή ελεύθερα». Ιδίως από το ‘24 κι έπειτα, όταν το πέρασμα του ευρύτερου αγροκηπίου (απ’ τον πρίγκιπα Ανδρέα, γιο του Γεωργίου Α’) στο κράτος, το κατέστησε «ανοικτό» στον κερκυραϊκό λαό.

© Photo Credits: Litsa Christakou (f/b)

H ΚΟΥΒΕΝΤΑ για την παραχώρηση της –περίπου 300 μ. μήκους- παραλίας, έναντι μισθώματος σε ιδιώτη, «προς εκμετάλλευσιν δια πήξεως εκεί λουτήρων», άρχισε απ’ τα τέλη της δεκ. του ’20 – αρχές του ’30. Μετ’ ενστάσεων. Ενδεικτική είναι η κριτική της εφημ. «Δύναμις» του ’32 στην απόφαση της Οικονομικής Εφορείας (κατ’ εντολή της Δ/νσης Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών) να ορίσει ετήσιο μίσθωμα 450 δρχ. προς τυχόν ενδιαφερομένους, «αδιαφορήσασα δια τον πτωχόν κοσμάκην. Φαίνεται όμως ότι ο κ. Έφορος φαντάζεται την Κέρκυραν ευδαιμονούσαν και τους Κερκυραίους πλουσίους όλους, ώστε ουδείς να μη δύναται να καταβάλη δια το λουτρόν του την απαιτουμένην δαπάνην…».

ΕΝΤΕΛΕΙ, το θέμα προχώρησε μόνο μετά την παλινόρθωση και την επιστροφή του Mon Repos στη βασιλική οικογένεια (Γεώργιος Β’). Και Ιούλιο του ’36, ο Τύπος ενημέρωνε για την «ίδρυσιν και λειτουργίαν των λουτρών παραλίας “Μον Ρεπός” χάρις της φιλοπροόδου επιχειρηματικής ενεργείας του αξίου επιχειρηματίου κ. Σωτηρίου Πετροπούλου».

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ πρωτοπόρου επιχειρηματία, ο Πετρόπουλος συνήθιζε να επενδύει σε τομείς νηπιακής ακόμη ακμής, των οποίων διέβλεπε, ωστόσο, τη δυνατότητα επικερδούς διείσδυσης στη λαϊκή συνείδηση. Το είχε ήδη πράξει, ποντάροντας επιτυχώς στη δύναμη του cinema και των εν γένει δημοσίων θεαμάτων (διευθυντής των κινηματοθεάτρων «Ποικιλιών», «Φοίνικα», «Ακταίον»). Το έπραττε και τώρα, επενδύοντας σ’ ένα έτερο πεδίο λαϊκής «εκτόνωσης»: «τα (ανοικτά) λουτρά».

ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ του, ο Σπύρος Μαρινάκης. Καθάρισαν τα βράχια. Έχτισαν τοίχο που χώριζε την πλαζ από το αγροκήπιο. Τοποθέτησαν περιμετρικά καμπίνες, ντουζ και –πάνω σ’ εξέδρα- μπαρ κι εστιατόριο. Έφεραν, πρώτοι, μουσική. Διαμόρφωσαν, εν κατακλείδι, μια συνθήκη εφικτή, προσβάσιμη (κοντά σε πόλη και, μερικώς, προάστια) και κατάλληλη για ολόκληρη την οικογένεια, σ’ ένα όμορφο, πολιτισμένο περιβάλλον, με όλες τις πρέπουσες ανέσεις. Και με μια τολμηρή πρωτοπορία: την, για πρώτη φορά, οργανωμένη καθιέρωση των περίφημων «μπαιν-μιξτ» (bains mixtes). Μικτά λουτρά, άνδρες και γυναίκες, πέρα απ’ τις αυστηρές απομονώσεις, που «επέβαλε» η εποχή των αυστηρών, ηθικών κωδίκων ηθικής – και οι οποίες, σε αντίθεση, συνέχισαν να τηρούνται μέχρι και μεταπολεμικά στα Λουτρά στο Φαληράκι, υπό το αυστηρό βλέμμα του «ναυτοφύλακα» (αλλά γι’ αυτό, θα επιστρέψουμε άμεσα… Με special θέμα…)

Η ΑΠΟΔΟΧΗ, υπήρξε άμεση. Το μαρτυρούν οι πρώτες κιόλας έντυπες περιγραφές –τούτη τη φορά, η «Δύναμις» δεν ήγειρε αντιρρήσεις: «Τα λουτρά είναι εις την μαγευτικήν παραλίαν, με ανοικτόν ορίζοντα, ανθηφορούσαν έκτασιν και την κατακευασθείσαν και διασκευασθείσαν τοποθεσίαν εις Ευρωπαϊκήν Λουτρόπολιν, υπάρχουσι υπερακετόν καμπίνες, πλήρες μπαρ με όλας τας απαιτήσεις και αναπαύσεις, συγκοινωνία τακτική δι’ αυτοκινήτων. Ο κ. Πετρόπουλος είνε άξιος των κερκυραϊκών συγχαρητηρίων…».

ΤΟ ΔΙΔΥΜΟ Πετρόπουλου – Μαρινάκη συνέχισε να εκμεταλλεύεται την πλαζ μέχρι το 1950˙ κι ενώ στη διάρκεια της Κατοχής, εντυπωσιασμένοι απ’ το όλο περιβάλλον, οι Ιταλοί είχαν φροντίσει να χαρίσουν στην «Lido di Corfu» (έτσι την έλεγαν, «Παραλία της Κέρκυρας») επιπλέον βελτιώσεις (διώροφες καμπίνες, πίστα χορού κ.λπ. – επιβεβαιώνεται πράξη δημοπρασίας τους τον Μάιο του ‘43).

ΜΕ ΤΗΝ αποχώρηση Πετρόπουλου, ο Μαρινάκης θα «έτρεχε» την επιχείρηση, μόνος, για μια 15ετία.  Επιτυχώς. Οργίαζαν οι 50s διαφημιστικές ρεκλάμες για «το κομμάτι εκείνο της Κερκύρας που μαζί με τη χαρά της θάλασσας σας προσφέρει και τη χαρά της μουσικής», καθώς, πλην των πρωϊνών ήχων, τα βράδια «μπορείτε να γλεντήσετε με την πάντοτε μπριόζικη ορχήστρα του». Και κατάληξη, τον θρυλικό τετραψήφιο τηλεφωνικό του αριθμό: 81.49.

ΤΕΛΙΚΑ, το ’65 ο Μαρινάκης αποφασίσει να την υπομισθώσει στους Φαναριώτη – Κόλλα – Ζηνιάτη, ιδιοκτήτες, τότε, του κοντινού ξενοδοχείου «Αρίων». Το καθεστώς δεν κράτησε πάνω από διετία. Και το 1967, η πλαζ πέρασε στη διαχείριση του Νίκου Χονδρογιάννη (αλησμόνητος, όπως και ο αδελφός του, ο Τζώρτζης) ζώντας, ειδικά ως τη δεκαετία του ’80, μια δεύτερη περίοδο «νεότητος». Με μια ενδιάμεση, έστω, τριετία κάμψης, στο πρώτο μισό των 80s, όταν η ιδέα γκρεμίσματος του εξωτερικού τοιχίου και κατάργησης του εισιτηρίου εισόδου, μπορεί να ήταν –καλή βουλήσει- συνεπής απέναντι στη σοσιαλιστική «αύρα» των καιρών (περιγράφτηκε ως «η εποχή της πτώσης της λουτρικής “Βαστίλης”»), πρακτικά, ωστόσο, οδήγησε στην έλλειψη ελέγχου και την καταστροφή μεγάλου μέρους των εγκαταστάσεων (ώσπου έγινε αντιληπτό, ο χώρος κλείστηκε εκ νέου, το αντίτιμο εισόδου επανήλθε και η τάξη αποκαταστάθηκε).

ΣΤΗΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ Χονδρογιάννη («αφεντικό», παράλληλα, του «Ορφέα»), η πλαζ έμεινε ως το «φευγιό» του, το 2004. Διατηρήθηκε στην οικογένεια (και τον ανιψιό του, Τάκη Χονδρογιάννη) ως το 2015 και το 2016 μισθώθηκε στον Δ. Κωνστάντη. Η νέα εποχή. Ετούτα, τα κάποτε «Βασιλικά Λουτρά». Του τότε… Και του πάντα…

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ