16.9 C
Corfu
Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026

Τα παλαιά καφενεία των Κορφών (από τον Καζανόβα, σε Λιστόν και «Μαύρο Γάτο»)

Με αφορμή τη σημερινή (1/10) Διεθνή Ημέρα του καφέ, ένα οδοιπορικό στις απαρχές της… κερκυραϊκής καφεποσίας και των παλαιών του «ιερών»

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

Απ’ τη μία, προς Ανατολάς, οι Οθωμανοί. Και οι κτήσεις τους˙ και «στην Τουρκιά» τον καφέ τον έμαθαν νωρίς. Από τον 15ο αι. Και μετά τον επεκτατισμό του Σουλεϊμάν (1554), τον φέραν’ μαζικά, από Τζέντα, Κάιρο, Αλεξάνδρεια, Δαμασκό. Κι άνοιξαν οι πρώτοι καφενέδες. Των συντεχνιών, των γενίτσαρων, των ασίκηδων, των σεμαή (οργανοπαίκτες), τα συνοικιακά κάθε οσμανικής γωνιάς… Απ’ την άλλη, προς δυσμάς, η Βενετιά. Τον μάθαν’, λέει, οι Ενετοί ταξιδευτές στην Πόλη και τον μετέφεραν στα μέρη τους κάπου στα 1615. Ώσπου το ’83 άνοιξε στην πλατεία Αγ. Μάρκου και το πρώτο (ιταλικό) καφεποτείο. Κοσμοπολίτικο – όπως κι αυτά του Παρισιού, της Βιέννης, του Λονδίνου… Και η Κέρκυρα; Στη μέση. Ανατολής και Δύσης. Ημισέληνου και Φτερωτού. Γειτνίαση. Πέρασμα. Εμπόριο. Επαφές. Έμοιαζε (και ήταν) προδιαγεγραμμένο: το νησί θα γνώριζε από (πολύ) νωρίς τ’ αρώματα εκείνου του κόκκινου καρπού με τα αρώματα του γιασεμιού, που είχαν «φανερώσει» κάποτε Αβησσύνιοι και Άραβες. «Καφέ», τον είπαν. Απ’ την Kaffa (της Αιθιοπίας) ή, επικρατέστερα, από τ’ αραβικό «qahwa»: κρασί του κόκκου – γι’ αυτό κι όταν πρωτόρθε στην Ευρώπη, έτσι το ‘λεγαν: «αραβικό κρασί»…

Giacomo Casanova

ΠΟΤΕ ακριβώς ήπιε καφέ ο Κερκυραίος; Δύσκολα εξακριβώσιμο. Δεδομένα, επί Ενετοκρατίας. Πιθανόν, απ’ τον 17ο αιώνα. Και το πρώτο (γνωστό) καφενείο; Το παραδίδει, ο διάσημος Καζανόβας (Giacomo Casanova), σε μια από τις πρώτες επισκέψεις του στην Κέρκυρα (1745) ως Ανθυπολογαχός του βενετσιάνικου στρατού – επί Βαϊλου Francesco Venier: «Περνούσα όλο τον καιρό στο καφενείο, παίζοντας με λύσσα “φαραώ”…».

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ λεπτομέρειες δε δίνει. Ώσπου ήρθε, προ ετών, ο Ανδρέας Μαζαράκης: ανακαλύπτοντας σε έγγραφο – αποκάλυψη των Γ.Α.Κ. το παλαιότερο, ως σήμερα, επώνυμο καφενείο του νησιού: 1748, στην Cale delle Acque (νυν Ευγενίου Βουλγάρεως), απέναντι απ’ το San Giacomo (προφανές το «εμπορικό» κριτήριο της τοποθεσίας), ιδιοκτησία, λέει, του σιορ Παναγίδη Λάσκαρι.

ΔΙΑΣΩΖΕΙ και τ’ αθησαύριστο ο Μαζαράκης. Ο πρώτος, λέει, υπάλληλος, ήταν κάποιος Μανώλης Περδικάρης. Όχι, όμως, ιδιαιτέρως… συνεπής. Έτσι, μετά από δύο (ετήσιες) απογραφές (1749 – ’50), ο Λάσκαρις τον έσυρε στα δικαστήρια με την κατηγορία της κατάχρησης. Πριν το θέμα, καθώς φαίνεται, λυθεί με διακανονισμό. Καθώς, ο «καλός χριστιανός, σιορ Λάσκαρις», ενέδωσε στα παρακαλετά του Περδικάρη.

Κερκυραίοι σε καφενείο του 1908. Φωτογραφία του Phillip Kester

ΤΟ 1781 ο Γάλλος περιηγητής, Andre Gr. Saint – Sauver θ’ ανέφερε τη λειτουργία καφενείου «κάτω από τη Λέσχη». Δε διευκρινίζει σε ποια απ’ τις τέσσερις Λέσχες, που υπήρχαν επί Ενετών (των ευγενών Βενετών / San Giacomo, των Κερκυραίων αριστοκρατών, των αξιωματικών του στρατού και του ναυτικού). Η γραφή του, ωστόσο, κινεί την υποψία πως «το καφφενείον» (όπως και το καπνιστήριο ή τα τραπέζια χαρτοπαίγνιων) αποτελούσαν ήδη πάγιο χώρο κάθε Λέσχης που… σεβόταν εαυτόν. Με «καφετζή (που) ήταν έμμισθος» κι ακόμη «εκτελούσε χρέη θυρωρού και φρόντιζε για το φως και για τις τράπουλες».

ΣΤΑ 1785, πάλι στην Cale delle Acque, μαρτυρούνται άλλα δύο καφενεία. Κι άλλα τόσα, λέει ο Τσίτσας, στην Πίνια. Ενώ σε σωζόμενο χειρόγραφο του Γεωργίου Προσαλένδη (1791), σημειώνεται συνάντηση με τον Άγγλο Αρμοστή, Sir Frederic North «εις το καφφεπωλείον όπου και εγώ καθ’ εκάστην εσπέραν συνευρίσκομαι». Δίδεται, μάλιστα, και μια εξαιρετική περιγραφή αισθητικής («δια της υελίνης θύρας») και πελατολογίου, που περιελάμβανε τις εκλεκτότερες προσωπικότητες της αριστοκρατίας, κάνοντας λόγο για «πεπυκνωμένον τόπον εκ πολλών ευγενών και εντίμων ιερέων τε και λαϊκών». Mεταξύ δε αυτών και «ο υπέρτατος άρχων του βενετικού στόλου, Άγγελος Έμος».

ΣΤΗ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ των αιώνων, Γάλλοι και Ρωσό-τουρκοι, εμφανίζονται ν’ απολαμβάνουν στην Κέρκυρα καφέ – όπως ο αξιωματικός, Σαμπό: στη ναυαρχίδα του Κατίρ Μπέη. Τον Μάιο του 1801 Κερκυραίοι, διηγείται ο Σπ. Κατσαρός, «αγαναχτισμένοι, πιάσανε και κλείσανε μέσα σ’ ένα καφενείο» κάποιους Τούρκους, που πήγαν ν’ ασελγήσουν σε γυναίκα. Και τον Οκτώβριο του 1812, θα μας πληροφορούσε χρόνια αργότερα η «Ακρόπολις», «ο εν Κέρ­κυρα Κοέν, υιός διαβασμένου τινός, εσύχναζε εις τί καφενείον παρά την Εκκλησίαν του Αγ. Αντωνίου..».

ΜΕ ΤΗΝ έλευση των Άγγλων (ειδικά απ’ τη δεκαετία του 1840, επί του φιλελεύθερου, Seaton), ενόσω ο Edward Lear (1855) απολάμβανε «πρωϊνό με καφέ, γάλα και φρυγανιές», τα καφενεία γνωρίζουν μαζική ακμή. Δίχως να λείπουν τα ευτράπελα, σαν κι αυτό που παραδίδει ο Ab. Edmont (1852), για ιδιοκτήτη, που «δεν νιώθει καμιά ντροπή όταν ένας Γάλλος και ένας Έλληνας έχουν πιει τον ίδιο καφέ στο ίδιο τραπέζι κι’ όταν πάνε να πληρώσουν, ο Γάλλος πληρώνει δύο φράγκα, ενώ ο Έλληνας ένα…».

ΣΤΗΝ ΚΟΝΤΡΑΔΑ ΤΟΥ ΛΙΣΤΟΝ

ΤΟΤΕ ήταν που η κοντράδα του Λιστόν, αλλά και η δυτική πλευρά της Άνω πλατείας (νυν Καποδιστρίου), άρχισαν να σχηματοποιούν το μύθο τους ως κέντρο της… κερκυραϊκής καφεποσίας – περαντζάδας. Απ’ τις πρώτες εικονογραφημένες αποδείξεις, η γκραβούρα, περίοδο Καρναβαλιού, που μας παραδίδει η γαλλική «L’ Illustration»: πινακίδα «Καφφενείον», στο βορινό τέλος του Λιστόν (προς Κοφινέτα).

ΤΟ ΣΚΗΝΙΚΟ, από τα πλέον γνώριμα «της πιάτσας» μέχρι σήμερα, εμφανίζεται ήδη διαμορφωμένο στα τελευταία χρόνια των Εγγλέζων. Mε τον Henri Belle (1860) να μιλά για «τα καφενεία της Σπιανάδας, που έχουν απλώσει τραπέζια και καρέκλες» υπό τους ήχους της στρατιωτικής μπάντας (κάποιο βαλς του Strauss). Και, λίγο μετά την Ένωση, τον Ch. Tuckerman (1871) να περιγράφει «σειρά μεγαλοπρεπών κτιρίων, στα ισόγεια των οποίων υπάρχουν καταστήματα και καφενεία» και τον Belle (1874) να σημειώνει πως «τα καφενεία, που πιάνουν τη μια πλευρά της πλατείας, είχαν απλώσει τραπέζια και καρέκλες μέχρι τη μέση του δρόμου». Χρόνια μετά (1934) οι «The Times» του Λονδίνου, έδιδαν το icon ακόμη πιο ασφυκτικό: «Τρεις πλευρές της πλατείας καταλαμβάνονται από αναρίθμητα καφενεία…».

ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ για τις πρώτες ισχυρές café «μπράντες», που αναπτύχθηκαν στο χώρο της πλατείας, μας παραδίδει το 1884 – ’85 ο Γάλλος, Blengini. Ξεχωρίζει τρεις: το «Καφέ Κόρκυρα» (δ/ντής: Ραφτόπουλος και ΣΙΑ), το «Καφενείον της Λυών» και το «Αρκάδιον» (υπό τη διεύθυνση Μανιαρίζη – Τάνταρου) στο Πεντοφάναρο  – όπου το σημερινό, ομώνυμο ξενοδοχείο. Ακμαίο ως τον Πόλεμο, η πλέον εμβληματική «φίρμα» της οδού Καποδιστρίου στο χάρτη της παλαιάς Κέρκυρας (τα επόμενα χρόνια, μαρτυρείται σειρά καφενείων απ’ τη γωνία με Ευγενίου Βουλγάρεως έως το παλαιό Ωδείο, όπως των αδελφών Παπαδάτου). Άγνωστο πώς, ο Βlengini παραλείπει την περίπτωση του καφενείου «Ωραία Ελλάς», του Γεράσιμου Φάντη, το οποίο, με όνομα – δάνειο απ’ το θρυλικό αθηναϊκό καφενείο «παρά των Κοινοβουλίω» (ιδρ. 1839), υπήρχε από 35-40ετίας – όπως έγραφε το 1902 ο Κυριάκης. Ή, συγκεκριμένα, απ’ το 1867, όπως μας πληροφορεί η «Συνταγματική» του 1904 (φ. 8/5), για την «μετά πάροδον 37 ετών» μεταβολή της διεύθυνσης (απ’ τον ιδρυτή Ραφτόπουλο, στον Φάντη).

ΔΕΝ ΗΤΑΝ άλλο, παρά το γνωστό στους μεταγενέστερους, «Καφενείον του Παναγή», απ’ το όνομα του Παναγή Ραφτόπουλου, συνέταιρου, τα πρώτα χρόνια, των αδελφών Φάντη. Το τέλος εποχής του γράφτηκε το 1920. Για να περάσει, κατόπιν (και ως τα middle 80s) στην οικογένεια Ζούμπου («Ιόνιον»), προτού «ενσωματωθεί» στο μεταγενέστερο «Κάπρι».

ΣΤΑ ΤΕΛΗ του 19ου αι., το Λιστόν θα υποδεχόταν και τη μοναδική επιβιώσασα, ως σήμερα, «ταμπέλα» του: τη θρυλική «Ευρώπη». Των αδελφών Ρούσση (με την μποέμ αισθητική / μεγάλοι καθρέπτες, πανάκριβα σερβίτσια από αλπάκα…). Ενώ στην ακριβώς απέναντι γωνία (όπου το μετέπειτα «Astoria Liston» και σήμερα «Liston») δέσποζε στο Μεσοπόλεμο, άλλο ένα ιστορικό brand: το «Καφενείο του Στράτη». Έξωθεν του οποίου συνήθιζαν να στέκονται οι πωλητές εισιτηρίων των θεατρικών παραστάσεων. Και κάτω, προς την «Κοφινέτα», απ’ το 1928, το θρυλικό «Ολύμπια». Του Ζήσιμου Παπαφλωράτου. Στη θέση του παλαιότερου εντευκτηρίου του «St. George»…

Ο Σαμαρτζής μας παραδίδει ως γνωστό της πιάτσας το 1866 το καφενείο «Κέρκυρα», ιδιοκτησίας Γ. Μαντζούνη, συνήθης, εξάλλου, τόπος κυβερνητικών δημοπρασιών. Με την ίδια επωνυμία ήταν γνωστό τον Μεσοπόλεμο και το καφενείο του Βέλλα, στη διασταύρωση Καποδιστρίου – Ευγ. Βουλγάρεως (δίπλα στο «Αρκάδιον»).

ΤΟΥΡΚΙΚΑ, ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ (ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΜΕΝΗΔΕΣ)

ΠΟΙΑ ήταν, όμως, η «φυσιογνωμία» εκείνων των πρώτων, παλαιών καφέ; Κατά τα ήθη των καιρών, διακρίνονταν σε δύο γενικών τύπων: τα «τουρκικά» (ενίοτε, με ναργιλέ) και τα «ευρωπαϊκά» «ιταλιάνικα» ή «βιεννέζικα»). Τα café του «ευγενούς κέντρου» ήταν προφανές ότι, αισθητικά και λειτουργικά, «πατούσαν» στη δεύτερη φόρμα: μεγάλοι βενετσιάνικοι καθρέπτες, προσεγμένες υαλόπορτες, βαριά έπιπλα, εθνικο-πατριωτικές λιθογραφίες, πίνακες του Κάιζερ, μπιλιάρδο, τράπουλα, τάβλι, μέντες, ρακί, ρούμι, τσάι, μπύρες, κονιάκ, τσιτσιμπύρες. Και, φυσικά, καφές. Ο ένας και μοναδικός της εποχής: ο «τούρκικος» σε μπακιρένιο μπρίκι.

Αρκάδιον…

ΩΣ ΤΟ (περίπου) 1900, ελλείψει εξειδικευμένων καταστημάτων, η αγορά της πρώτης ύλης (ο πράσινος καρπός) γινόταν από εισαγωγείς ειδών Γενικού Εμπορίου (από Τουρκία ή Ιταλία – το 1858 ο Σαμαρτζής διασώζει περιστατικό ανατροπής βάρκας που μετέφερε προϊόντα, υπό τις διαμαρτυρίας των εμπόρων κατά του πλοιάρχου, «διότι εβράχησαν οι ζάχαρες και οι καφέδες»). Νοικοκυρές και καφενεία αγόραζαν, τον επεξεργάζονταν, τον έκοβαν. Οι ίδιοι. Καβούρδιζαν τον ακατέργαστο σε ειδικά «τηγάνια» (σε ξύλα ή σε κάρβουνα) και, είτε τον άλεθαν σε πέτρινους, χειροποίητους μύλους (το «γύφτικο μυλαράκι»), είτε τον κοπάνιζαν (ανακατεύοντάς, όχι σπάνια, σιτάρι, κριθάρι ή ρεθύβι – λόγω κόστους). Τα μεγάλα καφενεία μάλιστα, των αστικών περιοχών, είχαν το δικό τους ειδικό «κοπανιστή», που δούλευε συνήθως στην είσοδο του καταστήματος. Για προσέλκυση πελατείας. Έτσι το ‘βλεπαν. Σχεδόν, αξιοθέατο…

ΜΟΝΟ κατά τις πρώτες δεκαετίας του 20ού αι. θ’ άλλαζαν, εδώ, τα κόζια. Με την εμφάνιση των πρώτων καφεκοπτείων. Των Αρμένηδων. Τ’ αδέλφια Μαρκοσιάν (1908), ο Μπόγος / Παύλος Τζαρουγκιάν (απ’ το Κεμάχ), η οικογένεια Σομασιάν. Στήνοντας «αργαστήρια» κοψίματος και διάθεσης, κοντά στην Annunziata – κι έγραφε ο Αντ. Δεσύλλας: «Η περιοχή της πιάτσας ευωδίαζε ολόκληρη από τις έντονες μυρωδιές που σκόρπαγαν τα κεντρικά καταστήματα, όπως τα καφεκοπτεία του Τζαρουγκιάν και του Μαρκοσιάν, που σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας άλεθαν και καβούρδιζαν καφέ βραζιλιάνικο…»

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΖΥΜΩΣΕΙΣ

ΟΠΩΣ σημειώνει ο Γιώργος Πίττας, κατ’ αρχήν «το καφενείο ήταν ένας χώρος ανταλλαγής πληροφοριών και αξιών. Ο σύνδεσμος της κοινότητας με τον έξω χώρο. Όποιος ήθελε να γνωρίσει έναν τόπο, εκεί πήγαινε». Ένα ζωντανό κύτταρο κοινωνικότητας. Το «σε χάσαμε από το καφενείο», σήμαινε ουσιαστικά «σε χάσαμε απ’ την κοινωνική ζωή».

ΗΔΗ απ’ τον 19ο αι., ετούτη η κοινωνικότητα των καφενείων έχει εκφραστεί (και) με τη μετατροπή των αύλειων χώρων τους, σε συναυλιακό. Και, πέραν της γνωστής περίπτωσης της Ρένας Βλαχοπούλου στον «Ζήσιμο» του ’38, γράφει ο Γ. Ζούμπος, ενδεικτικά, πως το καλοκαίρι του 1899 «το μουσικό σώμα εξακολουθεί να παιανίζει δύο φορές την εβδομάδα στην Άνω Πλατεία έναντι του καφενείου των αδελφών Παπαδάτου, οι οποίοι είχαν την υποχρέωση να πληρώσουν 750 δρχ. σε δύο δόσεις (550 δρχ. για τους μουσικούς, 200 για την Εταιρεία και αναψυκτικά)».

Στου Ζήσιμου…

ΟΠΩΣ εκφράστηκε και με την εξέλιξη των καφενείων σε μέρη, που «προβάλλονταν το πάθος και η μανία για κάθε είδος παιγνιδιού, όπως ζάρια, bowlling, μπιλιάρδο, διάφορα παιγνίδια της χήνας, αλλά πάνω απ’ όλα χαρτιά και σκάκι, που επέτρεπαν να παίζονται σεβαστά ποσά χρημάτων».

ΤΑ ΛΟΓΙΑ, του Carlo de Grandi. Φημισμένος συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων. Και ο οποίος λέει ρητά πως «τα πρώτα σκακιστικά στέκια των σκακιστών στον ελλαδικό χώρο ήταν της Κέρκυρας. Το πρώτο λειτουργούσε στο Εντευκτήριο της Αναγνωστικής Εταιρείας ή “Αναγνωστήριον”. Το δεύτερο βρισκόταν στο “Καφενείο του Παναγή”. Πολλά από τα καφενεία της Κέρκυρας ήταν κάτι σαν λέσχες ή “prive club” διοργάνωναν εκδηλώσεις, εξέδιδαν φυλλάδια και ήταν τόποι δημιουργικής συνάντησης των μελών τους…».

ΚΑΦΕΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑ

ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ. Αλλά και πνευματικές, καλλιτεχνικές, λογοτεχνικές και ιδεολογικές ζυμώσεις – κι έγιναν «οι καφενέδες» του 19ου αι. μικρά μορφωτικά κέντρα, αναγνωστήρια εφημερίδων και περιοδικών, εξ ου και προσφιλή στην κοινωνική enfant gate (σαν συνέχεια των ευρωπαϊκών «Salons» του 17ου αι.).

ΑΠ’ ΤΟΥΣ πρώτους πνευματικούς θαμώνες των εγχώριων, ο Γεράσιμος Μαρκοράς. Ο ποιητής του «Όρκου». Που μαρτυρείται πως «συνήθιζε να περνά τα απογεύματά του στα καφενεία του Λιστόν μαζί με τους φίλους του- τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της εποχής, όπως ήταν ο Μαβίλης και ο Πολυλάς…». Και όχι μόνο στο Λιστόν. «Ο Μαρκοράς», γράφει ο Διονύσιος Καλογερόπουλος στα «Επτανησιακά (του) Σημειώματα» (1930), «ίδρυσε μετά του Πολυλά, του Ι. Ρηνόπουλου, του Νικ. Μάκρη, του Καλοσγούρου, του Καρόλου Μάνεση του Ιωάννου και Αντωνίου Μανούσου και άλλων, φιλολογική σχολή. Η Σχολή αυτή μέχρι το 1853 είχεν ως κέντρον το εν Γαρίτση καφενείον του Ανανία, εις τον οποίον ο ποιητής εσύχναζε. Από του 1853 μετέθεσεν την έδραν της εις τι νεότευκτον εν Κέρκυρα καφενείον του Χρήστου τινός Παξίου, τον οποίον και θανόντα ο Μαρκοράς απηθανάτισε δι’ επιγράμματος». Και πρόσθετε: «Ο Σολωμός, ότε ευρίσκετο εις την Κέρκυραν ήτο εκ των τακτικότερων θαμώνων των καφενείων αυτών».

Ο ΝΤΙΝΟΣ Θεοτόκης, πάλι… Κατ’ επίδραση των παρισινών του χρόνων (μετέβη νεαρός για να σπουδάσει φυσικομαθηματικά / Σορβόννη), όπου, κατά τους βιογράφους του, «τα καφέ και τα κοσμικά σαλόνια της “πόλης του φωτός” εξελίχθηκαν στο μεγαλύτερο σχολείο». Διόλου απίθανο, λοιπόν, που, κατά την επιστροφή του στο νησί (1893), τακτική περιγράφεται, πέραν της λατρείας του στο προϊόν, η παρουσία του σε café – άτυπες έδρες (κυρίως «στου Στράτη»), τόσο του Σοσιαλιστικού Ομίλου (ή, απλά, των… αυτόνομων σοσιαλιστικών του ιδεών), όσο και της περίφημης φιλολογικής Συντροφιάς των Εννέα – εκεί γεννήθηκε και η «Κερκυραϊκή Ανθολογία» τους (όπως, πολύ αργότερα, στην «Ευρώπη» της τακτική παρουσίας λογοτεχνών και ποιητών -Αγιοβλασίτης, Κονιδάρης, Τριβυζάς-, θα έπεφτε αντίστοιχα ο σπόρος της δημιουργίας και του «Πόρφυρα»).

Το 1945, στα «Ελεύθερα Γράμματα» (φ. 16/6), η Γαλάτεια Καζαντζάκη έγραφε: «Μου μιλούσε (ο Ντίνος) για τα μικρά καφενεδάκια της Κέρκυρας όπου σύχναζε μια περίοδο και δίδασκε τους δουλευτάδες το δίκιο τους και πώς να το πάρουν…».

Tip: Στον Θεοτόκη οφείλεται και μια απ’ τις πρώτες, αυθεντικές περιγραφές παρασκευής (οικιακού) καφέ, στην προαστιακή (Μαντούκι) Κέρκυρα των αρχών του αιώνα («Η τιμή και το Χρήμα», πρώτη δημοσίευση: «Νουμάς», 1912): «Σαν καλή νοικοκυρά η σιόρα Επιστήμη η Τρινκούλαινα… άναψε μ’ ένα σπίρτο το κατάμαυρο λυχνάρι που κρεμότουν από ένα καρφί στον κοκκινωπό και καπνισμένον τοίχο πάνωθε από την ογνήστρα, έπειτα εκοίταξε τριγύρου, γυρεύοντας με το βλέμμα την κούκουμα του καφέ, έσκυψε κι επήρε κάρβουνα και τ’ άναιρε επιδέξια σε λίγες στιγμές στο σιδερένιο φουρνέλο, φυσώντας τα με το στόμα πρώτα και στερνά με το βέντουλο…».

ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΑΘΗ

ΑΠ’ ΤΗ δεκαετία του 1870, τα κεντρικά καφενεία της πόλης ταυτίζονται με συγκεκριμένες πολιτικές παρατάξεις. Καθεμιά, το στέκι της. Το «Αρκάδιο», για παράδειγμα, ήταν κατεξοχήν «έδρα» των Θεοτοκικών («οι Θεαγενικοί»). «Του Παναγή», των οπαδών του κόμματος του Ιακώβου Πολυλά (Ρήγας) και αργότερα, επί Φάντη, το κατ’ εξοχήν καφενείο του θεοτοκικού αντίπαλου δέους: των Δηληγιαννικών (ομοίως και το κοντινό «της Υόρκης», ενός γερο-μετανάστη, με, στην κεντρική βιτρίνα του, μια ζωγραφισμένη άγκυρα: το σήμα των «Φιλελευθέρων»). Ενώ και η «Ευρώπη», για ένα διάστημα, αποκαλείτο «καφενείων των τενεμπρών», δηλαδή των «σκοταδιστών», επειδή σύχναζαν κορυφαία στελέχη του Σοσιαλιστικού Ομίλου (βλ. περίπτωση Ντίνου Θεοτόκη).

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ, διαμορφώσεις κατευθύνσεων και, σ’ εποχές που τα πολιτικά ένστικτα ήταν μονίμως με το φιτίλι αναμμένο, πάθη… καφενόβια. Βρίθει ο Τύπος από δημοσιεύματα για τσακωμούς, ξυλοφορτώματα και εκτεταμένες ζημιές. Ο Σπ. Κατσαρός, θυμάται μια περίπτωση, παραμονή των εκλογών του 1902: Δηλιγιαννικοί vs Θεοτοκικών. «Έτσι», σημειώνει, «ενώ από το καφενείο του Φάντη (Ζούμπου), εκφωνούσε λόγο ο Δηλιγιαννικός υποψήφιος, Κυριάκος Κυρίτσης και κάποιος από το απέναντι Αρκάδιο, Θεοτοκικός τον ειρωνεύτηκε, εν σώματι οι Δηλιγιαννικοί με επί κεφαλής τον “μπράβο”, Ανδρέα Δελέρνο, που ήταν γνωστός με το παρατσούκλι Πασάρας, έκαναν επίθεση στο Αρκάδιο, εισβάλανε μέσα και σπάσανε καθρέφτες, τραπέζια, ράφια, ακόμα και τα ποτήρια…».

Το Καφενείο Γαμβέττα (δεξιά), στην Πίνια

ΕΝΩ ΚΑΙ η «Κερκυραϊκή Ηχώ» του 1920, με αφορμή το κλείσιμο του ιστορικού καφενείου «του Παναγή», έδινε επίσης μια ιδέα: «Από το ιστορικόν αυτόν Καφενείον ανεδείχθη και ενίκησεν ο Μάνεσης, ως πρώτος Δήμαρχος Κερκυραίων, μετά την Ένωσιν. Εκεί μέσα ηκούσθη η βροντερά και αμείλικτος φωνή του Πολυλά κηρύσσοντος τον πόλεμον κατά του Τρικούπη, όστις λοξοδρομήσας της πολιτικής του κατευθύνσεως. Και ο πόλεμος εκείνος έθεσε τέρμα εις την μεταξύ Τρικούπη και Πολυλά φιλίαν. Το Καφενείον του Παναγή εξηκολούθησε να παραμένη το Κέντρον της σφοδράς κατά του Θεοτόκη αντιδράσεως εις την Πόλιν και κατέστη παροιμιώδης η ιδιορρυθμία του η μη επιτρέπουσα την είσοδον εις κανένα μη Δηληγιαννικόν, μη αγνώς αντιθεοτοκικόν. Α! Αν οι τοίχοι του είχαν στόμα να ομιλήσουν πόσα και πόσα διδάγματα θα παρείχον εις τους νεωτέρου…»

Κοντά στο Λιστόν, πάνω απ’ την Κόντρα Φόσσα, στον Καρβουνιάρη, τέλη δεκαετίας του 1920, ο Βαγγέλης Χυτήρης, με αρχή ένα ξύλινο παράπηγμα, δημιούργησε ένα πρόχειρο καφενείο. Και το οποίο «έχτισε» το 1933, συνεχίζοντας τη λειτουργία του και μεταπολεμικά (αφού ανακαινίστηκε μετά τους βομβαρδισμούς), υπό διάφορους ενοικιαστές. Έως το 2007, που «κατέβασε ρολά». Ως «Castello».

ΤΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ απ’ το ιστορικό κέντρο, η καφενειακή φυσιογνωμία έχανε, σταδιακά, την (πιο) «ευρωπαϊκή» υφή της. Πιο απλά, πιο «λαϊκά». Κατεβαίνοντας τη Νικηφόρου Θεοτόκη (απ’ τα προπολεμικά καφενεία – αναφορά, ήταν αυτό των αδελφών Θύμη, απέναντι από τον «Παπαγιώργη» ή, λίγο πιο κάτω, δίπλα στο σημερινό «Δήμητρα», το παλαιότερο, του «Γαμβέττα») και φθάνοντας στο παλαιό λιμάνι, μια δεύτερη «φουρνιά» καφενείων ξεπροβάλλει απ’ την ιστορική μνήμη. «Της Σπηλιάς…».

ΠΡΙΝ κατεδαφιστούν απ’ τους βομβαρδισμούς του ’43, υπήρχαν μπόλικα. Εντός ή πέριξ του Μαρκά – λογικό: η αγορά, το λιμάνι, το Τ.Τ.Τ., κόσμος και κοσμάκης. Του μπάρμπα Χρήστου Μάνεση, του Λίτσα, του Γκίτση, του Σκιαδόπουλου. Η περίφημη «Νέα Αγορά», απέναντι ακριβώς απ’ τον Μαρκά, π’ απαθανάτισε στα 1892-’93 ο φακός του Thomas R.R. Stebbing. Ή το καφενεδάκι του Σπύρου Τριβυζά, κοντά στην Αστυνομική Σχολή (στέκι των μαθητών). Με το οποίο συνδέεται, μάλιστα, ένα απ’ τα (θεωρούμενα) σύγχρονα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνος: η μετάνοια του μαθητή της Σχολής Αστυνομίας, Χρήστου Διαμαντούδη μετά την ασέβεια που έδειξε, εντός του καφενείου, ακούγοντας τον καφεπώλη, Τριβυζά να διηγείται τα θαύματα «τ’ Αγιού».

Καφέ Γυαλί

ΑΠ’ ΤΑ (πολλά) καφενεία «της Σπηλιάς» δύο θα κρατούσανε το λάβαρο. Το «Καφέ γυαλί» και ο «Μαύρος Γάτος». Το πρώτο, στη «βάση» της σκάλας Μυλωνόπουλου, στη δεξιά πλευρά της παλαιάς αποβάθρας (το κοντινότερο, λέγεται, σημείο προς το Βίδο), λειτουργούσε ήδη απ’ τα τέλη του 19ου αι. από έναν βαρκάρη, τον Κώστα Λούμπο. Κατά τον Χρ. Σουρτζίνο, «οι πλευρές του ήταν από σανίδες –στο κάτω μέρος- και τζάμι στο επάνω και καλυπτόταν με κεραμωτή στέγη. Ο λαός, σιγά – σιγά, έδωσε στη θέση αυτή το τοπωνύμιο “Καφέ Γυαλί” από το υλικό κατασκευής του καφενείου».

H «Νέα Αγορά», στον Μαρκά (συλ. Θ. Μεταλληνού).

Η ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ του θέα το έκανε γρήγορα δημοφιλές (και) στους ταξιδευτές που μόλις πατούσαν το πόδι τους στην Κέρκυρα (απλός λαός, στόλος, περιηγητές…), ειδικά μετά την καθιέρωση ορχήστρας σε ειδική, κινητή εξέδρα, κατά τους μήνες της καλοκαιριάς. Κατεστράφη στους βομβαρδισμούς. Αλλά άφησε μνήμες…

ΛΙΓΟ ΠΙΟ πάνω, στο άλλοτε στέκι των Σουλιωτών (όπου, κατ’ αμφισβητούμενη εκδοχή, το 1809 δολοφονήθηκε ο Φώτος Τζαβέλας από ανθρώπους του Αλή), ο «Μαύρος Γάτος», έγραφε ήδη τη δική του ιστορία. Το όνομά του, λέει ο αστικός μύθος, το πήρε από έναν μαυρόγατο, που πέρασε από εκεί κατά τη θεμελίωσή του, θέλοντας έτσι να… αποτινάξουν τη γρουσουζιά! 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ του φέρεται ν’ αρχίζει  το 1862, απ’ τους αδελφούς Χάνου (κατ’ άλλους, απ’ το 1880). Τις μεγάλες πιένες του, όμως, τις γνώρισε τη δεκαετία του ’60. Ειδικά τον Αύγουστο, που έμενε ανοικτός για τρία μερόνυκτα (9-11 Αυγούστου), προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο μεγάλος όγκος προσκυνητών που έφθαναν για τη λιτανεία του Αγίου. Επ’ αυτού, διέθετε και «ταμπή». Έναν, δηλαδή, υπεύθυνο να βαστά συνεχώς αναμμένο το καμινέτο, για το βράσιμο του καφέ…

ΟΙ ΚΑΥΓΑΔΕΣ, επίσης τακτικοί. Συχνά, μοιραίοι. Έτσι, αρχές του 20ού αι., ένας εκ των αδελφών Χάνου, δολοφονήθηκε από αντίζηλο καφετζή που διατηρούσε κατάστημα απέναντι (κι επ’ αφορμή, ο άλλος αδελφός το πούλησε στην οικογένεια Κασίμη, που κράτησε τα ηνία ως το 1985). Ενώ κάποια χρόνια πιο μετά, ένας γιγαντόσωμος Μαντουκιώτης μαουνιέρης, ο Μπουρέλος, μαρτυρείται να σκοτώνει σε καυγά έναν Άγγλο ναύτη. Λιμάνι…

Ξέρετε ότι… Η πρώτη μηχανή espresso ήρθε στο νησί το 1967 απ’ τους Τσιμή – Σπόζιτο, που διατηρούσαν καφενείο στη Νικηφόρου Θεοτόκη (όπου άλλοτε το παντοπωλείο του Τσιριγώτη); Πάντως, υπάρχει κι ένας (ανεπιβεβαίωτος) αστικός μύθος περί άφιξης «εσπρεσιέρας» στα τέλη του 19ου αι. λόγω… Ιταλών!

ΚΑΙ ΜΕΤΑ, τα καφενεία του San Rocco. Μεθοδίου. Επίσης πρόχειρα, σανιδένια «παραπήγματα» (μπαράκες), σε ισόγεια. Πλην καφέ, σέρβιραν (απαραιτήτως) ρετσίνα και «ψευτομεζέ» κι απευθύνονταν στην εργατιά, σε μαστόρια, πρόσφυγες (Ανατολίτες, Βορειοηπειρώτες, Ηπειρώτες, Σουλιώτες, Αρβανίτες…) και, όπως σημειώνει ο αείμνηστος Π. Περιστέρης, «στους χωριάτες», που (ακόμη και μέχρι σχετικά πρόσφατα) κατέβαιναν «στη χώρα» με «το πούλμαν» για δουλειές και θεωρούσαν ανεπίτρεπτο να μην περάσουν από το καφενείο κάποιου συγχωριανού τους για ένα κέρασμα.

ΑΠ’ ΤΑ πιο πρόσφατα απομεινάρια εκείνων των καιρών, η «Λευκίμμη» (στη Μεθοδίου), «του ρετσίνα» (στην Μαντζάρου, άνοιγε απ’ τα χαράματα), του «Καλλίνικου» στην «Μπόμπα», στο Σαρόκο (σήμερα η «Alpha Bank» / σημείο αναφοράς στη συνάντηση κυρίως Κερκυραίων της υπαίθρου). Και πιο έξω, «Του Κουτσαντώνη», στο Μαντούκι. «Του Σταμάτη», στο Κανόνι. Με τη μοναδική του θέα (προς Ποντικονήσι). Των χωριών… Της εξοχής… Και το αλλιώτικου, μοναδικού τους χαρακτήρα…

Εμβληματικό στις μνήμες «της πιάτσας», έως τα early 80s, και το καφενείο «του Κάφυρη» (Μάρκος Βλάχος), στην πλ. Βραχλώτη (γωνία μ’ Αγ. Πάντων). Στέκι των οικοδόμων…

ΕΞΩ, ο τοίχος μύριζε ασβέστη. Λίγα τραπέζια (πρώτα ξύλινα), λίγες καρέκλες δίπλα στις λαμαρινένιες γλάστρες με τα λούλουδα. Είτε ένας χώρος, αυτόνομος, είτε στο ισόγειο διώροφου –με τον πάνω, σπίτι, συχνά, του καφετζή.

ΜΕΣΑ, η αίθουσα ενιαία. Ξανά λίγα τραπέζια, ένας πάγκος, μια σόμπα (ή φου-φου), με τον μακρύ σωλήνα της, που «τρύπαγε» τον τοίχο, κάποιες εικόνες – αφισέτα ή εικονίσματα (μ’ αναμμένο, συχνά, το καντηλάκι) και ράφια. Με όλα τα καλούδια. Όσπρια, ζυμαρικά, μπακαλιάρος, κονσέρβες, πράσινο σαπούνι, οινόπνευμα, σπίρτα, λουμίνια, φιτίλια, καθαριστικά – παλαιότερα φωτιστικό «πετρόγιο, για τη λάμπα». Άλλοτε γλυκά του κουταλιού, βανίλιες και λουκούμια. Και κάτου, ορθές, οι «τυλιχτές» νταμιτζάνες με τ’ αρετσίνωτο κρασί και οι «λάτες» με το λάδι.

Ο ΚΑΦΕΝΕΣ – μπακάλικο. Παντοπωλείο. Και ψώνισμα «μπιστιού», με βερεσέδια. Στις πόρτες τους, κόπιαζαν οι πάντες. Εκεί και ο πλανόδιος κουρέας˙ «τριγυρνούσε ο καημένος μ’ ένα ξύλινο, καφετί, τετράγωνο βαλιτσάκι με τα σύνεργα για κούρεμα και ξύρισμα υπαιθρίως», γράφει ο Χ. Κουρής («Εν Αγίω Ματθαίω»). Εκεί και «οι λογής πραματσούληδες με τους ψαράδες τους», προσθέτει ο Περιστέρης. «Στα τραπέζια ο ταχυδρόμος άφηνε την αλληλογραφία, εκεί τοποθετούνταν το ένα και μοναδικό τηλέφωνο, που εξυπηρετούσε ολόκληρο το χωριό, εκεί βρισκόταν ο φωνόγραφος, το ραδιόφωνο, το τζουκ- μποξ και αργότερα η πρώτη και μοναδική τηλεόραση του χωριού». Εφημερίδες. Περιοδικά και… καζαμίες. Ρουφιξιά και δωρεάν ανάγνωση: «Τα νέα… Στη χώρα…».

ΓΙΑ ΤΟ παλιό χωριό, το καφενείο (αυτό και η πλατεία, «με τον πλάτανο»), πεισματικά του ανδροκρατούμενο, ήταν, απλά, το επίκεντρο του κόσμου του. Η ενημέρωση και η ψυχαγωγία του. Πρέφα και κολτσίνα, η εμφάνιση του οργανοπαίχτη, του πλανόδιου καραγκιόζη, του «σινεματζή» – «ο κινηματόγραφος», με σταθερά λανθασμένο τονισμό. Ο δάσκαλος, ο χωροφύλακας, ο παπάς, ο δήμαρχος –και όταν κοπιάζαν’ οι εκλογές, οι υποψήφιοι. Κουβέντες, υποσχέσεις, καλοπιάσματα, με δόλωμα το κέρασμα, κομματικά πάθη, άγριες ρίμες, φιλιώματα και τσακωμοί, ανεβοκατεβάσματα βουλευτάδων και δημάρχων, «για το καλό της αγροτιάς».

Ο (ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ) καφές, πάντα στη χόβολη, σπανίως ήταν «πρώτο πράμα». Αντ’ αυτού (ή μ’ αυτόν σε μικρή δοσολογία) ήκμαζαν φθηνά υποκατάστατα (από κριθάρι και ρεβίθι, μέχρι πικροράδικα και βελανίδια), που μαζί με το κρασί και τη ρετσίνα (σπανιότερα ούζο και κονιάκ) πάλευαν, παρέα με τον «ψευτομεζέ» τους, να «χτίσουν» μια συνθήκη «καθώς πρέπει»…

ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ, τα παραδοσιακά καφενεία «του χωριού» εικάζεται πως εμφανίστηκαν ίσως και πριν από «τη χώρα». Την ώρα που ο καφές, ως προϊόν, καταγράφεται ν’ απολαμβάνεται στις πιο απίθανες γωνιές. Από μοναστηριακές μονάδες (ο περιηγητής, Α. Μουsson έγραφε πως «ενώ πίναμε το καθιερωμένο φλιτζάνι καφέ –που ποτέ και από πουθενά δε λείπει- ένας μοναχός που μιλούσε ιταλικά μας διηγήθηκε την ιστορία της μονής») και λιτανείες (μακράς παράδοσης το συνήθειο οι καφετζήδες να ακολουθούν τις τελετές στα απομακρυσμένα ξωκλήσια και, μετά το πέρας, ν’ απλώνουν καταγής μποτίλιες με ούζο, μαστίχα και κονιάκ, φτιάχνοντας, παράλληλα, καφέ σε πυροστιά), μέχρι μαρτυρίες σαν κι αυτήν, του Σπύρου Κατσαρού.

ΤΕΛΗ του 1904, ο περιβόητος «Ρίτσος» (κατά κόσμον, Γιώργος Κατσαρός), συνεργάτης με τον Κωνσταντίνο Μούτσο (ή «Νίνηρη») σε δράσεις λαθρεμπορίας απ’ την Αλβανία, μετά από άλλη μια άφιξη εμπορεύματος, «άραξε τη βάρκα στο λιμανάκι Αγνί, όπου ο Αναστάσιος Κατσαρός διατηρούσε κατάστημα και μπήκε για να πιει καφέ». Η απαρχή μιας (αμέσως μετά) διαφωνίας Μούτσου – Κατσαρού, της, τελικώς, δολοφονίας του τελευταίου και της, τα Χριστούγεννα, απόδρασης του «Ρίτσου», που, τότε συγκλόνισε όλο το νησί.

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ (ειδικά απ’ τη δεκαετία του ’80, με την άνθηση της καφετέριας) ο… εκσυγχρονικός άρχιζε σταδιακά να τροχίζει δόντια. Και τα παραδοσιακά, υπαίθρια καφενεία (είτε της λογικής του καφε-παντοπωλείου, είτε του απλού καφέ- παραπήγματος) άρχισαν να λιγοστεύουν. «Το παραμυθένιο σκηνικό μου ‘χε δημιουργήσει μια αίσθηση βεβαιότητας ότι θα έβρισκα παλιά καφενεία. Δυστυχώς τα αποτελέσματα της έρευνάς μου ήταν πενιχρά. Δυο – τρία επισημασμένα καφενεία είχαν μόλις κλείσει, με κυριότερο εκείνο το καταπληκτικό καφεπαντοπωλείο τα “Ολύμπια” του Θεόδωρου Μιχαλά στους Λάκωνες, ο οποίος μόλις είχε αποβιώσει», έγραφε πρόσφατα ο Γιώργος Πίτττας (greekgastronomyguide.gr). Επισημαίνοντας ιδιαίτερα «το καφενείο της Κυρά Σοφίας στο Σωκράκι, “Βάρζας” το όνομά του, με τα κλειδιά στην πόρτα…».

ΑΠ’ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ αυθεντικά, κι αυτό του Μουζακίτη, στους Αυλιώτες. Μαρτυρείται απ’ το 1928, δια χειρός, τότε, του Θόδωρου Μουζακίτη. «Ήταν από την αρχή καφενείο και μπακάλικο» διηγείται, στην ίδια πηγή, ο εγγονός του, Σπύρος («Φώντας»). Η τρίτη γενιά της φαμελιάς, που «έτρεξε» την επιχείρηση. «Έχουμε φωτογραφίες όπου όλη η γερουσία είναι καθισμένη έξω, στη σειρά, στο στενό πεζοδρόμιο του τότε δρόμου από καλντερίμι και να λιάζεται παρακολουθώντας την κίνηση. Άλλωστε εδώ, στην πλατεία του Αφορεσμένου, πάντα σταματούν οι λιτανείες για να κάμουν μια μικρή δέηση. Το καφενείο αυτό γνώρισε στο παρελθόν μεγάλες δόξες με γλέντια, τραγούδια συνοδεία βιολιού, ακορντεόν και κιθάρας».

ΤΗΝ ΙΔΙΑ ώρα, πιο νότια, στην Κορακιάνα, μια μπλε, ταμπέλα μαρτυρούσε: «Καφενείον “Το Κέντρον”. Ιδρυθέν 1905». Με την υπέροχη αυλή, με την κληματαριά, ιδιοκτησίας Μαρίας Κεφαλλονίτη. Είναι, άραγε, το πιο παλιό της κερκυραϊκής υπαίθρου; Τρία χρόνια πριν, κουβέντα του υπογράφοντος (περ. «Corfu Magazine», τ. Νοέμβριος 2017) με τον (εκ της παλαιάς ιδιοκτησίας) Γιώργο Κεφαλονίτη. Τα λόγια του…

» Η ιστορία του αρχίζει το 1905. Αν κι από πληροφορίες, λειτουργούσε ήδη ως υποτυπώδες καφενείο απ’ τον 19ο αι. και το 1905, έγινε απλά η ανακατασκευή του. Τότε, το 1905, ο αδελφός του παππού μου, ο Βασίλης, παντρεύτηκε την κόρη του ιδιοκτήτη, Βασίλη Ζερβόπουλου. Παιδιά δεν απέκτησαν και το 1957, όταν συνταξιοδοτήθηκε, το έγραψε στον πατέρα μου, που ήταν ξυλουργός. Και ως το 2010 εγώ, με τη σύζυγό μου, Μαρία. Μετά τη συνταξιοδότησή μου, υπό δυο νέους ιδιοκτήτες, δυο γειτονόπουλα, λειτουργεί ως μίνι μάρκετ και καφετέρια.

»Απ’ έξω, υπήρχε χώμα. Κι άμα πλημμύριζε… Στη δε αυλή, υπάρχει ακόμη ένα πηγάδι, στέρνα, του 1912, που γέμιζε απ’ το νερό της βροχής. Μετέπειτα ο πατέρας μου, δημιούργησε μια κατασκευή σαν υδρορροή (με δυο μεγάλους τσιμεντένιους σωλήνες), ώστε να κατεβαίνουν από πάνω τα νερά και να πέφτουν στο πηγάδι. Το καλοκαίρι, αυτό το δροσερό νερό, το δοκίμαζαν όλοι οι ταξιδιώτες. Γιατί απ’ το καφενείο περνούσαν πολλοί τουρίστες.

»Επί των ημερών του πατέρα μου, γνώρισε ημέρες δόξης. Οι πολιτικοί όλων των κομμάτων, εκεί μαζεύονταν. Γνώρισα και θυμάμαι πολλούς… Απ’ την ΕΡΕ, Θεοτόκης (είχε το πάνω χέρι στο χωριό), Χαλικιόπουλος, Καλούδης. Απ’ την Ένωση Κέντρου, Δεσύλλας, Κοντομάρης. Απ’ την ΕΔΑ, Δραγωνέτης, Πρίφτης. Και μετά, Προβατάς. Αυτοί έρχονταν συνέχεια, κάθε χρόνο, ως τη Δικτατορία. Εκεί εσιώπησαν. Και μετά τη Μεταπολίτευση, όλοι όσοι ανακατεύτηκαν με τα νέα κόμματα. ΠΑΣΟΚ, ΝΔ… Ράλλης, Δρυς, όλοι της Κέρκυρας.

»Εσωτερικά, υπήρχε η κεντρική σάλα και μια μικρή κουζίνα. Από εκεί, ένας διάδρομος, μια μικρή τουαλέτα – μια «τρύπα» – και κάτω, ένα δωμάτιο που το χρησιμοποιούσαμε ως ξενώνα. Ειδικά τις παραμονές Χριστουγέννων, απ’ τους Αγ. Φίλιππου, κάθε βράδυ, γινόταν… χαμός από τον τζόγο. Είκοσι ένα, Τριάντα Ένα, μπρίσκολα, σόλιο, κοντσίνα, τρισέτε….

»Στον πίσω χώρο, υπήρχε ένας ακάλυπτος, σαν πίστα που ο πατέρα μου είχε βάλει γραμμόφωνο. Κι εκεί γίνονταν  διάφορες συνεστιάσεις, γλεντάκια και οι σχολικές εκδηλώσεις, ειδικά το καλοκαίρι.

»Τα τραπεζάκια ήταν ξύλινα, που, ως ξυλουργός, τα είχε φτιάξει ο πατέρας μου. Χειροποίητα, από άγρια αγραπιδιά. Και ορισμένα, παραδοσιακά, σιδερένια, που άνοιγαν κι έκλεισαν. Έχουν σωθεί. Υπάρχουν. Επίσης, ο πατέρας μου –μαθητής, τότε, του Μεταλληνού- είχε φτιάξει πάγκους, ενώ παρέμειναν και τα ράφια. Απ’ τις φωτογραφίες στους τοίχους, πιο χαρακτηριστική ήταν αυτή, πάνω από την πόρτα που οδηγούσε στην κουζίνα: ο πεθερός του μπάρμπα μου, ο πρώτος ιδιοκτήτης. Ο Ζερβόπουλος.

»Το καφενείο άνοιγε στις 5 το πρωί. Το χωριό τότε αριθμούσε 2.000 κατοίκους και πολλοί πήγαιναν αξημέρωτα στις δουλειές. Μαζί κι απ’ το Σωκράκι. Οι κάτοικοι του Σωκρακίου, έως κάποια στιγμή, πήγαιναν στην πόλη με τα λεωφορεία του Τζίτζηρα. Τα οποία, όμως, όταν ήρθαν τα πρώτα λεωφορεία του ΚΤΕΛ, κόπηκαν. Και κατέβαιναν οι Σωκρακιώτες απ’ το Ζυγό με τα πόδια στο χωριό για να τα πάρουν από εκεί. Κι έκαναν το καφενείο… κοφτήριο! Πουλούσαμε το πρωί, 40-50 καφέδες, με 1,5 δρχ. ο καθένας.

»Ο γαμπρός του πάππου μου έφτιαχνε και την ονομαστή, χειροποίητη τσιτσιμπύρα του. Υπήρχε ειδικό εργαλείο που χτυπούσε το τζίντζερο (τζίντζερ). Είχε φτιάξει ένα ξύλινο, σα σκαφόνι κι εκεί το χτυπούσε μ’ έναν μεγάλο κόπανο. Το σέρβιρε –και σε γάμους, όπως του πατέρα μου- σε μπουκάλια με ένα ειδικό πώμα, με σούστα και λάστιχο, που άνοιγε κι έκλεινε.

»Το καφενείο σέρβιρε καφέ, ούζο (συνοδευόταν από ελιές δικές μας) και το παραδοσιακό τσάι, με λίγο κονιάκ. Το καλοκαίρι, τσιτσιμπύρα. Πέντε πράγματα. Ήταν καθαρό καφενείο, όχι καφενείο- παντοπωλείο, όπως άλλα. Μόνο μεταγενέστερα, μπήκαν ορισμένα επιπλέον προϊόντα, όπως σοκοφρέτες και αναψυκτικά. Έχω ακόμη εικόνα τον Τζώρα, από τον Αγ. Μάρκο, που ερχόταν με ένα άλογο και τη λύσα του (κάρο) γεμάτη μπύρες “Μάμμος”…

ΚΥΡΙΕΣ ΠΗΓΕΣ

Ηλ. Αλεξόπουλος, «Μια πολύ παλιά ιστορία…» (περ. «Corfu Magazine», Οκτ. 2017) και «Τα καφενεία του Χωριού / Κάποτε, στην Άνω Κορακιάνα» (ό.π.,Νοέμβριος 2017).

Κ. Τσουμάνης, «Η Κέρκυρα μάσα από τα μάτια των περιηγητών» (εκδ. Έψιλον, 2010).

Π.Περιστέρης, «Τα παλιά καφενεία της Κέρκυρας» (περιοδικό «EXIT»)

Α.Μαζαράκης, «Το πρώτο καφενείο στην Κέρκυρα το 1748» (sparagmata.gr)

Σπ. Κατσρός, «Ιστορία της Κέρκυρας»  (εκδ. Mellon, 2003)

Γ.Σουρτζίνος, «Τοπωνύμια» (Εκδ. Ιστορικής – Λαογραφικής Εταιρείας Κέρκυρας, 2008)

Γ.Ζούμπος, «Ιστορία της Φ.Ε. Μάντζαρος Κερκύρας», τ. Α’ (Κέρκυρα, 2013)

G. Casanova, «Βενετία, Κέρκυρα, Κωνσταντινούπολη» (εκδ. Μίλητος, 2005)

Δ.Καλογερόπουλος, «Επτανησιακά Σημειώματα» (εκδ. Εστία, 1930)

Κ.Χ..Κυριάκης, «Οδηγός της Νήσου Κέρκυρας» (Αθήναι, 1902)

Γ. Προσαλένδης, «Ανέκδοτα Χειρόγραφα» / επιμ. Λ. Βροκίνης (Κέρκυρα, 1879)

Γ. Πίττας, «Τα Καφενεία της Ελλάδας (Κοιλάδα Λευκών, 2013).

C.De Grandi, «Σκακιστικά Στέκια του 18ου και 19ου Αιώνα στην Ευρώπη» (skakistiko-kafeneio.blogspot.gr)

Ιστοσελίδες: Corfuhistory.eu, Corfu-museum.gr, Alajmo.it, Protagon.gr

Eφημερίδες: «L’ Illustration»  (Γαλλική), «Ακρόπολις» (Αθηνών), «Κερκυραϊκή Ηχώ» (Κερκύρας)

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ