12.9 C
Corfu
Παρασκευή, 1 Μαΐου, 2026

Το καμπαναριό του Αγίου (ΙΙΙ): Η «Αγγελική» και η «Μαρία – Ειρήνη»

«Αυτοψία» του CorfuStories στο κωδωνοστάσιο του Αγίου • Οι επτά καμπάνες και η… μία, «τ’ αναστεναγμού». • Απ’ τους Μικελέτηδες στον Καλλία.

ΜΕΡΟΣ 3o: ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ

Δείτε το 1ο μέρος, ΕΔΩ και το 2ο, ΕΔΩ.

Γράφει ο Ηλίας Αλεξόπουλος

© Photo Credits (για το Corfustories): Αλέξανδρος Μελίδης.

«ΑΛΑΡΜΑ…» Εκ του «all’ arme», ιταλικό. Χαρμόσυνη κωδωνοκρουσία. Συγχορδία πολυκάμπανη, καμπανίσματα γοργά ζευγαρωτών κωδώνων. Έτσι χτυπούν οι καμπάνες του Αγιού, «πληρούσαι την πόλιν βαρυήχου βοής». Χριστούγεννα, Ανάσταση, στις τέσσερις ετήσιες λιτανεύσεις του, σ’ ανάμνηση θαυμάτων, προεόρτια – μεθεόρτια. Στις εθνικές μας αφορμές. Και στο μεγάλο του εόρτιο, μήνα Δεκέμβριο. Κάλεσμα, προσκύνημα στο άγιο σκήνωμα του αιωνίως «ακοίμητου βοηθού και σκεπαστή» του τόπου του, που στέκει, γράφει ο π. Τσίτσας, «τρεις μέρες και τρεις νύχτες όρθιος στο θρονί και το κρουστάλλι του…».

Άποψη της μίας “ρούσικης”

ΤΟ ΟΛΟΝ, σήμερα, κώδωνες επτά. Κυράδες, από χαλκό κι από κασσίτερο. Καθεμιά, ιδανικά, σε χειρισμό κι αλλουνού καμπανοκρούστη. Καλλιτεχνίτες, μάστορες˙ και, για τούτο, «βλοημένοι». Οι κύριες τέσσερις (δυο μεγάλες, δυο μικρότερες), βρίσκονται στο εμφανές, απ’ έξω, επίπεδο του κωδωνοστασίου, με τα αψιδωτά ανοίγματα. Οι άλλες τρεις, σε «πατάρι», συνδεόμενο με σκάλα. Ένα επίπεδο πιο πάνω, στο χώρο που εξωτερικά ορίζεται από κτιστή τοιχοποιϊα μ’ ένα μικρό στο κέντρο, ανά πλευρά, ημιστρόγγυλο «παράθυρο», κάτω ακριβώς από τον τρούλο.

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ του 2020, το Corfustories, για χάρη της έντυπης, τότε, έκδοσής του, ανέβηκε παρέα με το φωτογραφικό μεράκι του Αλέξανδρου Μελίδη τα 103 μεταλλικά σκαλιά απ’ τ’ αψηλό κωδωνοστάσι κι έκανε την «αυτοψία» του. Ψηλά. Πολύ ψηλά. Με Δέος…

Η δεύτερη “ρούσικη”

ΔΕΝ ΗΤΑΝ πάντοτε επτά οι καμπάνες του Αγίου. Παλαιά (ο Αγιούς, σελ. 159, αναφέρει «κατ’ αρχάς») υπήρχαν μόνο τέσσερις. Στο ορατό επίπεδο. Μία μεγάλη, κεντρική, ένα ζευγάρι ρωσικής προέλευσης (οι «ρούσικες») και μια μικρή, το «τσιμπανέλι» (καμπανέλι), που, όπως εξηγεί ο Τσίτσας (σελ. 26), «χρησιμοποιείται για προειδοποίηση».

ΟΙ «ΡΟΥΣΙΚΕΣ» είναι οι δυο, μεσαίου μεγέθους, που βρίσκονται (πάντα) στο «περβάζι» προς το μέρος της Πλακάδας. Το μαρτυράνε τα σκαλίσματα. Τα χαρακτηριστικά κομψοτεχνήματα με τις γλυπτές μορφές Αγίων και τις λοιπές, έντεχνες χαράξεις. Ήχος ακριβής, καθάριος. Δριμύ βάρος, πολυπλοκότητα στη χύση του μετάλλου. Μας τις είπαν κι αλλιώς: «Πετρούλες»: κατασκευή, γαρ, Αγία Πετρούπολη.

Η (ΜΟΝΑΔΙΚΗ, άλλοτε) μεγάλη, βρισκόταν στον κεντρικό χώρο του «τετραγώνου». Κατά τον Τσίτσα (ό.π.), η παλαιότερη γνωστή εκδοχή της, «αναφέρεται ως δωρεά της κρητικής οικογένειας Κύτρακα» (σ.σ. εμβληματική μορφή της, ο ιερέας, Στυλιανός). Στην πορεία, ωστόσο, επιβεβαιώνονται ανακατασκευές ή αντικαταστήσεις (βλ. παρακάτω). Η τελευταία, το 1896˙ ευδιάκριτη πάντα η αναγραφή του έτους στη χυτή της επιφάνεια. Μαζί με την πληροφορία περί τότε «εφημερεύοντος ιερέως Κ. Βουλγάρεως» κι «επιτροπεύοντος Γ. Σκάρπα», σειρά περίτεχνων σκαλισμάτων (η λάρνακα του Αγίου, ο Εσταυρωμένος Ιησούς, η φράση «δόξα εν Υψίστοις»), ένα ακόμη όνομα («Γ. Παππαηλίου» – κατασκευαστής ή, πιθανότερα, δωρητής) κι ένα… δεύτερο. Στο κεντρικότερο σημείο, με μεγάλο γράμμα, κεφαλαίο: «Αγγελική». Το όνομά της. Η περιλάλητη «Αγγελική», των 2.5 τόνων. Η «αρχόντισσα» του κωδωνοστασίου του Αγίου (ο Τσίτσας, ό.π., τη συνδέει ρητά με την άλλοτε μοναδική μεγάλη).

H “Aγγελική” από άλλη γωνία λήψης

ΚΑΙ ΔΙΠΛΑ ακριβώς, μια δεύτερη, σήμερα, μεγάλη: η «Μαρία – Ειρήνη». Με τη σκαλιστή μορφή της μητέρας – Παναγιάς. Μεταγενέστερη, ανακατασκευασθείσα, διαβάζουμε σ’ επιφανειακό της σκάλισμα, το 1947 στο ξακουστό χυτήριο του Δ. Καλλία, «εφημερεύοντος ιερέως Στεφ. Βουλγάρεως» κι «επί επιτροπείας Στ. Αλαμάνου, Αθ. Βραχλιώτη, Σπ. Χονδρογιάννη».

ΤΟ «ΑΝΑ…» (κατασκευασθείσα) προδίδει με σχετική ασφάλεια την ύπαρξη και προγενέστερης «Μαρίας – Ειρήνης». Το «από πότε;», ωστόσο, στέκει αδιευκρίνιστο. Να αφορά, άρα, μια δεύτερη μεγάλη καμπάνα κάποιο απ’ τα δύο δημοσιεύματα που εντόπισε η έρευνα περί δύο παλαιότερων κατασκευών (β’ μισό 19ου αι.), δεδομένης της σχετικά κοντινής τους απόστασης (σκάρτη 20ετία); Ή αφορούν την ίδια (μία και μοναδική ακόμη) καμπάνα, που απλά κρίθηκε πως έχρηζε βελτίωσης;

Η “Μαρία – Ειρήνη” από άλλη γωνία λήψης

ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΣΤΕ σε…

• … το δημοσίευμα της εφημ. «Πατρίς» του 1850 (φ. 7/10), πως «εχύθη ήδη ο νέος κώδων του ενδόξου Ιεράρχου και θαυματουργού μας Αγίου και προστάτου. Ο κώδων κατεσκευάσθη καθ’ όλους τους κανόνας της τέχνης και κατά την κρίσιν των ειδημόνων επέτυχε θαυμασίως, μολονότι έλειπον εις τον τεχνίτην και εργαλεία και άλλα βοηθήματα…».

• … το δημοσίευμα της εφημ. «Αναγέννησις» του 1870 (φ. 7/3), πως «τη συνδρομή και δαπάνη των Χριστιανών… εσχάτως (σ.σ. 1869;) εχύθη εκ νέου ο Κώδων του Αγίου» και το «νέον τούτο έργον επηνέθη παρά πάντων και παρ’ αυτού του σοφού μουσικοδιδασκάλου Ν. Μαντζάρου, όστις απεφάνθη ότι ο κώδων ούτος ικανοποιεί όλους τους κανόνας της αρμονίας…».

Το δημοσίευμα της εφημ. “Πατρίς” (1850, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Βουλής)

ΤΟ ΕΛΕΓΑΝ κι έτσι: «…di buon suonο» (με καλό ήχο). Μολονότι «ουδείς, βλέπων το κατάστημα ένθα εργάζεται… ο ημέτερος τεχνίτης (που) επέσυρον αείποτε τον θαυμασμόν και τους επαίνους ουχί μόνον του κοινού, αλλά και αυτών των ειδημόνων… ήθελε πιστεύσει ότι έργα τοσούτον τέλεια εξήλθον εκ τοιούτου εργοστασίου».

ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ δύο αναφορές (1850, 1870) προς την ίδια κατεύθυνση «κοίταζαν», ως προς τον δημιουργό: το ξακουστό χυτήριο (fonderia en bronze) των Μικελέτηδων.

ΤΕΡΑΣΤΙΟ κεφάλαιο οι Κεφαλονίτες. Ο «πατριάρχης»,  Χαραλάμπης (Charalampo Mikeletti) έδρασε κατ’ αρχήν στον γενέθλιο τόπο του. Στην Κέρκυρα εμφανίζεται να έχει ήδη εργαστήρι τη δεκαετία του 1780 (ίσως απ’ το 1772), σχεδόν ταυτόχρονα μ’ έναν άλλο πρωτοπόρο – κι, ένα διάστημα, συνεργάτη του: τον (ελαφρώς προγενέστερο) Zuanne Bonardi «του ποτέ Francesco», απ’ την Μπρέσια, ωραίο τεχνίτη (fabbro) και, παράλληλα, έως το 1783 (όταν απεβίωσε) χειριστή του δημοσίου ωρολογίου του Παλ. Φρουρίου. Οι πρώτοι γνωστοί εγχώριοι καμπανοποιοί.

Η καμπάνα του Μικελέτη, του 18ου αι.

ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ των Μικελέτηδων συνέχισε απ’ τη δεκαετία του 1830 ή 1840 ο γιος του Χαραλάμπη, Ιω. Γεράσιμος (ο Δημουλάς έχει εντοπίσει τουλάχιστον 135 σωζόμενες καμπάνες των Μικελέτηδων στο νησί, ενώ πλήθος άλλων έχει εντοπιστεί ανά την ελληνική επικράτεια, μέχρι τις Καρυές του Αγ. Όρους), «αξιότιμος νέος», που «παιδευθείς παρά του πατρός το υλικόν μέρος της τέχνης… δεν ημέλησε με πολλούς κόπους και έξοδα να προμηθευθή όλας τας επιστημονικάς γνώσεις όσας απαιτεί το επίπονον και δυσχερές έργον του» (εφ. «Πατρίς», ό.π.).

ΚΟΡΩΝΙΔΑ; Η, εν έτει 1865, σύνταξη απ’ τον τότε Νομάρχη Κέρκυρας, Μαυροκορδάτο, συστατικής εγκυκλίου προς Νομάρχες, Επάρχους, Δήμους, Αδελφάτα και Εκκλησιαστικά συμβούλια της ελληνικής επικράτειας, όπως «προτιμώσι το ενταύθα χυτήριον, και απευθύνωνται προς τον ειρημένον τεχνίτην, βέβαιοι όντες ότι αι παραγγελίαι αυτών θέλουσιν εκτελέσθαι ταχέως, ευσυνειδήτως και όσον οιόν τε συμφερόντως…» (εφ. «Αναγέννησις», ό.π.)

Λεπτομέρεια απ’ την καμπάνα του Μικελέτη

ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ του 1850 και του 1869 – ’70 δε σώζονται. Δείγμα, ωστόσο, δουλειάς των Μικελέτηδων –και μάλιστα, πρώιμο- εντοπίστηκε σε μια εκ των τριών «κρυμμένων» καμπανών στο «πατάρι» του καμπαναριού˙ για την ακρίβεια, στη μεσαία: έτος, διαβάζουμε, 1786. Φτιαγμένη «εις Κορφούς», υπό «Χαραλάμπου Μηκελέτου. Κεφαληνεύς…».

Η, παλαιότερη όλων, “βενετσιάνικη”

ΔΙΠΛΑ της, από τη μια πλευρά, στέκει η πιο απλή καμπάνα των επτά. Ακόσμητη, λιτή, αγνώστου χρονολόγησης. Κι απ’ την άλλη, το απόλυτο κειμήλιο. Διακοσμημένη με ιερές μορφές (Εσταυρωμένος κ.λπ.) και σύμβολα (π.χ. άμπελος), η παλαιότερη όλων: μέσα 17ου αι. / «Domini MDCL…» (= 1650…). Με λατινική γραφή (εξ ου και «η βενετσιάνικη»), αρκούντως αξιόπιστη απόδειξη της σημείωσης Δημουλά, πως «μέχρι και τα τέλη του 18ου αι. οι Κερκυραίοι προμηθεύονταν τις καμπάνες τους ως επί το πλείστον από βενετσιάνικα εργαστήρια» (π.χ. Canciani). Μερικώς, ακόμη και μεταγενέστερα. Κρίνοντας απ’ το αθησαύριστο του Σαμαρτζή (σελ. 190) περί κώδωνος που «έφερον εσχάτως εκ Βενετίας» για την εκκλησία του «Duomo» το 1858.

“Bενετσινάνικη” και Μικελέτη. Αμφότερες, προφανώς, σε άλλοτε ρόλο “μεγάλης καμπάνας”.

ΜΑΣ ΛΕΕΙ κάτι ακόμη ενδιαφέρον τ’ απόσπασμα του Σαμαρτζή: πως, σε ειδική τελετή (τελετή ευλόγησης), πραγματοποιήθηκε ονοματοθεσία του κώδωνος του Duomo («… τον ωνόμασαν Elena, Arsenio, Giacomo και Spiridone»). Πρακτική συνήθης, τεσσάρων βασικών σταδίων (εξιλασμός, χρίσμα, ονομασία, λιβάνισμα), για το τυπικό της Δυτικής Εκκλησίας (βλ. ακόμη καμπάνες Παναγίας Παρισίων με τον περίφημο «Εμμανουήλ» κ.λπ.), όχι, όμως, και για τ’ αντίστοιχο της Ανατολικής. Και τότε; Πώς ακριβώς προέκυψε η «βάφτιση» των δύο μεγάλων καμπανών του Αγίου; «Ακολουθήθηκε κάποια στιγμή η δυτικότροπη ευλόγηση;» (έστω ατύπως, ανεπίσημα) αναρωτιέται ο Ζούμπος. «Δόθηκαν τα ονόματα δωρητριών;» Κάτι άλλο; Δόκιμες, αν μη τι άλλο, υποθέσεις. Που περιμένουν, κάποια ώρα κι από κάποιον, την τεκμηριωμένη τους απάντηση…

Οι τρεις κώδωνες του άνω επιπέδου: “Βενετσιάνικη”, Μικελέτη και η τελείως λιτή.

Η ΚΑΜΠΑΝΑ Τ’ ΑΝΑΣΤΕΝΑΓΜΟΥ

ΣΥΜΦΩΝΑ με μια παλιά, προφορική αφήγηση, όταν ακόμη τα ατομικά ρολόγια ήταν είδος πολυτελείας, η ρύθμιση της «κάθε μέρας» γινόταν με τα σημάματα της καμπάνας. Όπως, άλλοτε, «στον Άη Μάρκο, στη Βενετιά» (Campanile di San Marco), με την ξακουστή του «Marangona», των 3,6 τόνων: τη μοναδική απ’ τις πέντε καμπάνες του παλαιού κωδωνοστασίου που επιβίωσε ακέραιη μετά την κατεδάφιση του 1902 και χτυπούσε με την ανατολή του ήλιου, ειδοποιώντας τους τεχνίτες των ναυπηγείων να πάνε στη δουλειά.

ΟΙ ΧΤΥΠΟΙ (που «παίζουν» και σήμερα απ’ τους κωδωνοκρούστες) ήταν τρεις:

• Το πρωί (06.00), όταν άνοιγε ο ναός.

• Στις 12 το μεσημέρι.

• Το απόγευμα (06.00), στον Εσπερινό.

ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟ χτύπο, η προφορική παράδοση τον σώζει ως εξαιρετικά σημαντικό. Καθώς ειδοποιούσε πως πλησίαζε η ώρα του φαγητού. Μόνο που για τη φτωχολογιά, δεν ήταν πάντα εύκολο να γεμίσει το τσουκάλι. Και γι’ αυτό, τις δύσκολες ημέρες, τη λέγαν’ κι ως εξής: «καμπάνα τ’ αναστεναγμού»

Συνεχίζεται

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

• Eφημερίδες: «Πατρίς» (1850), «Αναγέννησις» (1870) / (ψηφιακό αρχείο Βουλής).

• Αθανάσιος Χ. Τσίτσας, «Γύρω από το Ναό και το Ιερό Λείψανο του Αγ. Σπυρίδωνος», Δημ. Ετ. Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα, 1994.

• Αντώνιος Αγιούς, «Σελίδες Κερκυραϊκής Ιστορίας», εκδ. «Έψιλον», Κέρκυρα, 2001.

• Γεράσιμος Δημουλάς, «Η πιο παλιά καμπάνα στην Κέρκυρα», σε Corfuhistory.eu.

• Παναγιώτης Σαμαρτζής, «Καθημερούσιαι Ειδήσεις, Κέρκυρα 1854 – 1867», επιμ. Γ. Κάρτερ, εκδ. ΕΛΙΑ, Αθήνα, 2000.

• Γιώργος Ζούμπος, «Ονόματα σε κερκυραϊκές καμπάνες», σε εφημ. «Ενημέρωση», φ. 28/1/2017 (via Corfuhistory.eu).

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ